| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53866 | Εκφυλιστικός | , η, ο [ὑπονοούμενος] υ-πο-νο-ού-με-νος επίθ.: που εκφράζεται με έμμεσο, υπαινικτικό τρόπο: ~η: απειλή/σημασία. Πβ. υπόρρητος.|| (ΛΟΓΟΤ.) ~ος: αναγνώστης. | |
| 15385 | έκφυλος | , η, ο [ἔκφυλος] έκ-φυ-λος επίθ./ουσ. (λόγ.): που έχει διεστραμμένη σεξουαλικότητα, που είναι ηθικά διεφθαρμένος και ακόλαστος: ~η: ζωή. Πβ. διαστροφικός, έκδοτος, ελευθέριος, παραλυμένος, πρόστυχος. ● επίρρ.: έκφυλα [< μτγν. ἔκφυλος, γαλλ. dégénéré] | |
| 15386 | έκφυση | [ἔκφυση] έκ-φυ-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): εκβλάστηση, ανάπτυξη και συνεκδ. οτιδήποτε εκφύεται· ειδικότ. η θέση από την οποία αναπτύσσεται κυρ. μυς ή νεύρο: (ΙΑΤΡ.) ~ των δοντιών. ~ ομφαλίου λώρου/τρίχας. Ανώμαλη ~ αιμοφόρων αγγείων.|| (ΖΩΟΛ.) Δερμικές ~ύσεις του εξωσκελετού.|| Οι τρεις αρτηρίες είχαν κοινή ~. ΑΝΤ. κατάφυση [< αρχ. ἔκφυσις ‘εκβλάστηση, προεξοχή’, γαλλ. excroissance] | |
| 15387 | εκφώνημα | [ἐκφώνημα] εκ-φώ-νη-μα ουσ. (ουδ.): ΓΛΩΣΣ. τμήμα ομιλίας του οποίου η αρχή και το τέλος ορίζονται από παύσεις ή την αλλαγή ομιλητή. Βλ. φράση. [< μτγν. ἐκφώνημα ‘διατύπωση, αφήγηση’, αγγλ. utterance, 1932] | |
| 15388 | εκφώνηση | [ἐκφώνηση] εκ-φώ-νη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ανάγνωση, αναγγελία σε κοινό: ~ των αποτελεσμάτων/των ειδήσεων/της εργασίας.|| (ΝΟΜ.) ~ υπόθεσης.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ήσεις (: οι ευχές). Πβ. απαγγελία, παρουσίαση. 2. (συνεκδ.-καταχρ.) το κείμενο που διαβάζεται δημόσια: κατανόηση των ζητουμένων της ~ης (= των θεμάτων). ~ήσεις και λύσεις των ασκήσεων. [< μτγν. ἐκφώνησις ‘αναφώνηση, προφορά’] | |
| 15389 | εκφωνητής | [ἐκφωνητής] εκ-φω-νη-τής ουσ. (αρσ.) , εκφωνήτρια (η): πρόσωπο που διαβάζει ή αναγγέλλει κάτι μεγαλόφωνα· (κυρ. ειδικότ.) αυτός που παρουσιάζει τις ειδήσεις, κάποιο αθλητικό ή καλλιτεχνικό γεγονός για την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο: ~ του αγώνα (πβ. σπορτκάστερ)/του σταδίου. Βλ. άνκορμαν, σπίκερ, (τηλε)παρουσιαστής.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Ηλεκτρονικός ~. [< αγγλ. speaker] | |
| 15390 | εκφωνώ | [ἐκφωνῶ] εκ-φω-νώ ρ. (μτβ.) {εκφων-είς ... | εκφών-ησα, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ώντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.}: λέω κάτι σε κοινό, συνήθ. διαβάζοντας ή απαγγέλλοντας κάποιο γραπτό κείμενο: ~ λόγο/ομιλία/όρκο. ~εί (= παρουσιάζει) το δελτίο ειδήσεων. Τον πανηγυρικό θα ~ήσει ο δήμαρχος. Επιθυμία του εκλιπόντος ήταν να μην ~ηθούν επικήδειοι. (ΝΟΜ.) Το δικαστήριο ~ησε την υπόθεση. [< μτγν. ἐκφωνῶ ‘φωνάζω δυνατά, απαγγέλλω’] | |
| 15391 | εκχείλιση | [ἐκχείλιση] εκ-χεί-λι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ξεχείλισμα: ~ του ποταμού. Πβ. υπερχείλιση. Βλ. υπερ~. [< γαλλ. débordement] | |
| 15392 | εκχειλιστής | [ἐκχειλιστής] εκ-χει-λι-στής ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝ. έργο ασφαλείας υδροδυναμικής εγκατάστασης με αντιπλημμυρική λειτουργία: ~ές ομβρίων υδάτων/σε φράγματα. Yπερχειλιστές -~ές. Βλ. εκκενωτής. | |
| 15393 | εκχερσώνω | [ἐκχερσώνω] εκ-χερ-σώ-νω ρ. (μτβ.) {εκχέρσω-σε, εκχερσώ-θηκε, -μένος} (λόγ.): ξεχερσώνω, προβαίνω στις κατάλληλες ενέργειες, ώστε ένα χέρσο έδαφος να μεταβληθεί σε καλλιεργήσιμο: ~ουν τη γη/τη θαμνώδη βλάστηση. Δασικές εκτάσεις αποψιλώθηκαν και ~θηκαν. [< μεσν. εκχερσώ, γαλλ. défricher] | |
| 15394 | εκχέρσωση | [ἐκχέρσωση] εκ-χέρ-σω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μεταβολή χέρσας γης σε καλλιεργήσιμη: αποψίλωση και ~ του εδάφους. Παράνομες ~ώσεις δασών. Πβ. ξεχέρσωμα. Βλ. αποξήρανση. [< γαλλ. défrichement] | |
| 15395 | εκχέω | [ἐκχέω] εκ-χέ-ω ρ. (μτβ.) {εκχέ-εται, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (επιστ.): (για υγρό) χύνω προς τα έξω: Οι οχιές ~ουν δηλητήριο. Επικίνδυνες ουσίες που ~ονται στο υδάτινο περιβάλλον. ΑΝΤ. εγχέω [< αρχ. ἐκχέω] | |
| 15396 | εκχιονισμός | [ἐκχιονισμός] εκ-χι-ο-νι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αποχιονισμός. | |
| 15397 | εκχιονιστήρας | [ἐκχιονιστήρας] εκ-χι-ο-νι-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα εκχιονισμού: ~ες και φυσητήρες χιονιού. Βλ. -τήρας.[< γαλλ. chasse neige, αγγλ. snow plough] | |
| 15398 | εκχιονιστικός | , ή, ό [ἐκχιονιστικός] εκ-χι-ο-νι-στι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που αναφέρεται στον εκχιονισμό: ~ός: εξοπλισμός. ~ή: λεπίδα. ~ό: μηχάνημα (= εκχιονιστήρας).|| (ως ουσ.) Το ~ό άνοιξε τον δρόμο. Βλ. γκρέιντερ. | |
| 15399 | εκχρηματισμός | [ἐκχρηματισμός] εκ-χρη-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. εισαγωγή χρήματος ως συναλλακτικού μέσου στην οικονομία: ο ~ των συναλλαγών και η συσσώρευση πλούτου. Βλ. εμπορευματοποίηση. [< αγγλ. monetization] | |
| 34143 | εκχρηματισμός | νο-μι-σμα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) ΟΙΚΟΝ. 1. μετατροπή μιας αξίας σε νόμιμο χρήμα: ~ του χρέους (: μείωση του χρέους με την κοπή πληθωριστικού χρήματος). 2. έκδοση χρήματος. Πβ. εκχρηματισμός. [< γαλλ. monétisation, αγγλ. monetization] | |
| 15400 | εκχριστιανίζω | [ἐκχριστιανίζω] εκ-χρι-στια-νί-ζω ρ. (μτβ.) {εκχριστιάνι-σε, εκχριστιανί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος}: κάνω κάποιο άτομο ή πληθυσμό να ασπαστεί τον Χριστιανισμό· καθιστώ κάτι χριστιανικό: Κατά τη βυζαντινή περίοδο ~στηκαν λαοί του Βορρά και της Δύσης. ~σμένη μορφή πανάρχαιας λατρείας. [< γαλλ. christianiser, αγγλ. Christianize] | |
| 15401 | εκχριστιανισμός | [ἐκχριστιανισμός] εκ-χρι-στια-νι-σμός ουσ. (αρσ.): προσηλυτισμός στη χριστιανική θρησκεία: ~ της Ευρώπης/των Ρώσων/των Σλάβων. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. christianisation, αγγλ. christianization] | |
| 15402 | εκχυδαΐζω | [ἐκχυδαΐζω] εκ-χυ-δα-ΐ-ζω ρ. (μτβ.) {εκχυδάι-σε, εκχυδαΐ-σει, -στηκε, -στεί, εκχυδαΐζ-οντας, εκχυδαϊ-σμένος} (λόγ.): κάνω κάτι χυδαίο: Συμφέροντα που ~ουν την πολιτική. Η τέχνη εκλαϊκεύεται και ~εται. Πβ. διαβρώνω, εκμαυλ-, εκφαυλ-, εκφυλ-, (εξ)ευτελ-ίζω. ΑΝΤ. εξευγενίζω (1) |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ