| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 15403 | εκχυδαϊσμός | [ἐκχυδαϊσμός] εκ-χυ-δα-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): μεταβολή του αγαθού και σεμνού σε χυδαίο, ευτελισμός: προεκλογικός ~. ~ των αξιών/του δημόσιου βίου/του πολιτικού λόγου. Πβ. εκμαυλ-, εκφαυλ-, εξευτελ-ισμός. ΑΝΤ. εξευγενισμός (1) | |
| 15404 | εκχυλίζω | [ἐκχυλίζω] εκ-χυ-λί-ζω ρ. {εκχυλί-στηκε, -στεί, μτχ. εκχυλιζ-όμενος, μόνο στο γ΄πρόσ.}: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. διενεργώ εκχύλιση: Κλάσματα υδρογονανθράκων πετρελαίου ~στηκαν από λάσπη διυλιστηρίων. Λίπη και ουσίες ~όμενες με πετρελαϊκό αιθέρα. [< αρχ. ἐκχυλίζω ‘βγάζω το χυμό, στύβω’, γαλλ. extraire] | |
| 15405 | εκχύλιση | [ἐκχύλιση] εκ-χύ-λι-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. τεχνική διαχωρισμού ουσίας ή μείγματος ουσιών από υγρό ή στερεό σώμα, με ειδική κατεργασία: υγρή ~. ~ στερεάς φάσης. ~ υπό πίεση. Χημική και βιολογική ~ μεταλλευμάτων. Διαλύτες ~ης. Βλ. απόσταξη, διήθηση. [< γαλλ. extraction] | |
| 15406 | εκχύλισμα | [ἐκχύλισμα] εκ-χύ-λι-σμα ουσ. (ουδ.) {εκχυλίσμ-ατος | -ατα}: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. ουσία ή μείγμα που διαχωρίζεται από πρώτη ύλη μέσω εκχύλισης: αλκοολικό/υγρό/υδατικό/φυτικό ~. ~ αλόης/βύνης/ελιάς/σπόρων/τσαγιού. Βαφικά/δεψικά/θαλάσσια ~ατα. ~ατα καφέ/φρούτων/φυτών. ~ατα και αιθέρια έλαια/αποστάγματα/βάμματα. Σαμπουάν με ~ατα βοτάνων. [< γαλλ. extrait] | |
| 15407 | εκχύμωση | [ἐκχύμωση] εκ-χύ-μω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. έκχυση αίματος από τα αγγεία, χωρίς να σκιστεί το δέρμα, και η αιμορραγική κηλίδα μελανού χρώματος που εμφανίζεται συνήθ. ως αποτέλεσμα χτυπήματος: οίδημα και ~. Μετεγχειρητικές/πολλαπλές ~ώσεις. Απορρόφηση/εμφάνιση ~ώσεων. Εκδορές και ~ώσεις. Έφερε ~ώσεις και μώλωπες στον βραχίονα. Πβ. αιμάτωμα, μελανιά. 2. (σπανιότ.-λόγ.) εξαγωγή χυμού από καρπό: ~ των σταφυλιών. [< 1: αρχ. ἐκχύμωσις, γαλλ. ecchymose, αγγλ. ecchymosis] | |
| 15408 | έκχυση | [ἔκχυση] έκ-χυ-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): εκροή: ~ καυσίμου/λάβας/νερού/πετρελαίου. Αντλία/στόμιο ~ης. Υποθαλάσσιες ~ύσεις.|| (ΙΑΤΡ.) ~ αίματος. Συσκευές ~ης ινσουλίνης. ΑΝΤ. έγχυση. [< αρχ. ἔκχυσις, γαλλ. effusion] | |
| 15409 | εκχωμάτωση | [ἐκχωμάτωση] εκ-χω-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) εκχωματισμός (ο) (λόγ.): αφαίρεση χώματος από το έδαφος με εκσκαφή: ~ του οικοπέδου για ισοπέδωση της γης. Εκβραχισμοί/κατεδαφίσεις και ~ώσεις. ΑΝΤ. επιχωμάτωση [< γαλλ. déblaiement] | |
| 15410 | εκχώρηση | [ἐκχώρηση] εκ-χώ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) επίσημη παραχώρηση δικαιώματος, απαίτησης, υπηρεσίας, περιουσίας σε κάποιον: ~ αδειών χρήσης/αρμοδιότητας/εξουσίας/μετοχών/ονομάτων χώρου (: στο διαδίκτυο)/ραδιοσυχνοτήτων. Διαδικασία/κανονισμός/πράξη/τέλη ~ης. ~ μερίδας του εταιρικού κεφαλαίου. ΣΥΝ. μεταβίβαση (2) 2. ΝΟΜ. σύμβαση με την οποία μεταβιβάζεται (από τον δανειστή-εκχωρητή) απαίτηση (εναντίον οφειλέτη) σε τρίτο πρόσωπο (τον εκδοχέα). [< μτγν. ἐκχώρησις] | |
| 15411 | εκχωρητήριο | [ἐκχωρητήριο] εκ-χω-ρη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. σύμβαση εκχώρησης. Πβ. παραχωρητήριο. Βλ. -τήριο. [< γαλλ. acte de cession] | |
| 15413 | εκχωρώ | [ἐκχωρῶ] εκ-χω-ρώ ρ. (μτβ.) {εκχωρ-είς ..., -ώντας | εκχώρ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος, συνηθέστ. στο γ΄πρόσ.} 1. (επίσ.) παραχωρώ κάτι που μου ανήκει ή μου έχει ανατεθεί σε κάποιον άλλο: ~ούν άδειες/αρμοδιότητες/(επαγγελματικά, κυριαρχικά) δικαιώματα/συνδρομητικούς αριθμούς. Τους ~ήθηκαν νέα προνόμια. Η συμμετοχή στο πρόγραμμα δεν μπορεί να ~ηθεί. 2. ΝΟΜ. μεταβιβάζω με νομική πράξη απαίτηση (εναντίον οφειλέτη) σε τρίτο πρόσωπο (τον εκδοχέα). [< μτγν. ἐκχωρῶ] | |
| 15414 | εκών | , ούσα, όν [ἑκών] ε-κών επίθ. {εκ-όντες (ουδ. -όντα)} (αρχαιοπρ.): που κάνει ή παθαίνει κάτι με τη θέλησή του. Βλ. εκούσια. Κυρ. στις ● ΦΡ.: ουδείς εκών κακός (σωκρατική ρήση): κανείς δεν κάνει κακό ηθελημένα., εκών άκων βλ. άκων [< αρχ. ἑκών] | |
| 15416 | ελ ες ντι | [ἐλ ἐς ντι] ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & LSD: ΧΗΜ. πολύ ισχυρό παραισθησιογόνο ναρκωτικό κρυσταλλικής μορφής (σύμβ. C20H25N3O). Πβ. λυσεργικό οξύ. Βλ. τριπάκι, ψευδαισθησιογόνα. [< αμερικ. LSD, 1947, γαλλ. ~, 1948, διαδόθηκε περ. το 1966] | |
| 15563 | ελ ες ντι | βλ. ελ | |
| 15417 | ελ νίνιο | [ἐλ νίνιο] ελ νί-νιο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΕΤΕΩΡ. περιοδικό καιρικό φαινόμενο κατά το οποίο αυξάνεται η θερμοκρασία των επιφανειακών υδάτων του κεντρικού και ανατολικού Ειρηνικού Ωκεανού, κυρ. κατά μήκος των ακτών του Περού, προκαλώντας εκτεταμένες κλιματικές αλλαγές και σοβαρές οικολογικές καταστροφές: Το ~ επηρεάζει τον καιρό σε διάφορα μέρη του κόσμου. Βλ. λα νίνια. [< αγγλ. El Niño] | |
| 15565 | ελ νίνιο | βλ. ελ | |
| 15415 | ελ- | βλ. εν- | |
| 15457 | ΕΛ.ΑΣ. | (η): Ελληνική Αστυνομία. | |
| 15526 | ΕΛ.Β.Ο. | (η): Ελληνική Βιομηχανία Οχημάτων. | |
| 15527 | ΕΛ.Γ.Α. | (οι): Ελληνικές Γεωργικές Ασφαλίσεις. | |
| 15530 | ΕΛ.ΔΥ.Κ. | (η): Ελληνική Δύναμη Κύπρου. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ