Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [16280-16300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
15562ΕΛ.Ε.Π.Α.Π.(η): Ελληνική Εταιρεία Προστασίας και Αποκαταστάσεως Αναπήρων Προσώπων (παλαιότ. Παίδων, 1937)
15564ΕΛ.ΕΤ.Ο.(η): Ελληνική Εταιρεία Ορολογίας.
15606ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ.(το): Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (1916).
15721ΕΛ.Ο.Τ.(ο): Ελληνικός Οργανισμός Τυποποίησης.
15723ΕΛ.ΠΕ.(τα): Ελληνικά Πετρέλαια.
15728ΕΛ.ΣΤΑΤ.(η): Ελληνική Στατιστική Αρχή (πρώην ΕΣΥΕ).
15729ΕΛ.ΤΑ.(τα): Ελληνικά Ταχυδρομεία.
15418έλα[ἔλα] έ-λα (ως επιφών. στην αρχή πρότασης): δηλώνει, ανάλογα με τον επιτονισμό, τρυφερότητα, προτροπή, προσταγή, παράκληση, διαφωνία, ειρωνεία, έκπληξη, επιδοκιμασία: ~ (μου), μην κλαις! ~, καημένε, όλο παραπονιέσαι! ~ για πες μου εκείνο το ανέκδοτο (ΣΥΝ. εμπρός, άντε)! ~ λίγο ακόμα! (στο τηλέφωνο) ~, μ' ακούς; ~, πήγαινε/φύγε τώρα και μην ξαναγυρίσεις. Ελάτε, σας παρακαλώ! Ελάτε, μην είστε υπερβολικοί! ~, καλέ, μην ντρέπεσαι! ~ Χριστέ και Παναγιά/Απόστολε/Κύριε, τι πράμα είναι τούτο (ΣΥΝ. Κύριε Ελέησον, Θεέ και Κύριε, Κύριε των δυνάμεων); ~ μπράβο, καμάρι μου, καλά τους τα 'πες! ● ΦΡ.: (αλλά/αμ/μα/όμως) έλα που/έλα όμως που (εμφατ.): (για δήλωση αντίθεσης, αμφισβήτησης) αλλά, όμως: Είχε δίκιο, αλλά έλα που δεν ήθελα να το παραδεχτώ! Έλα όμως που εγώ δεν καταλαβαίνω! Αμ έλα που κάνεις λάθος! Κανονικά θα έπρεπε να αδιαφορήσω, όμως έλα που δε(ν) γινόταν!, έλα ντε (προφ.) & (οικ.) έλα μου ντε 1. όταν ο ομιλητής συμφωνεί με την απορία ή συμμερίζεται τα συναισθήματα του συνομιλητή του: ~ ~, αυτό αναρωτιέμαι κι εγώ! ~ ~, πώς δεν το σκέφτηκε; 2. (+ που) δηλώνει αντίθεση με ό,τι ειπώθηκε προηγουμένως: ~ ~ που (= όμως) η ζωή τα έφερε έτσι!, έλα τώρα/δα! (ως επιφών.): δηλώνει, ανάλογα με τον επιτονισμό, παράκληση, αμφιβολία, ειρωνεία: ~ τώρα, καλέ, πες μου! ~ τώρα, μην κάνεις έτσι! ~ τώρα, υπερβολές! ~ τώρα, που δεν σε πειράζει! ~ δα, καημένη, τι φοβάσαι; ● βλ. έρχομαι [< μεσν. έλα, ελάτε]
15419έλαβαβλ. λαμβάνω
15420έλαθεβλ. λανθάνει
15421ελαι-βλ. ελαιο- & ελαιό-
15422ελαία[ἐλαία] ε-λαί-α ουσ. (θηλ.) {ελαιών} (λόγ.): ελιά. ● ΣΥΜΠΛ.: κλάδος ελαίας/κλαδί ελιάς: για προσπάθεια ή πρόθεση συμφιλίωσης, ειρήνευσης: Έτεινε/έφερε/κόμισε/πρόσφερε ~ο ~.|| Το περιστέρι και ο/το ~ ~ (: τα σύμβολα της ειρήνης). Βλ. καλή θέληση. [< αρχ. ἐλαία]
15423ελαϊκός, ή, ό [ἐλαϊκός] ε-λα-ϊ-κός επίθ. 1. που έχει σχέση με την ελιά και τον καρπό της: ~ά: προϊόντα. 2. ΧΗΜ. για χημικές ενώσεις που βρίσκονται σε φυτικά και ζωικά έλαια: ~ή: αλκοόλη. ~ό: οξύ (βλ. στεατικό οξύ). [< 1: μτγν. ἐλαϊκός 2: γαλλ. oléique]
15424έλαιο[ἔλαιο] έ-λαι-ο ουσ. (ουδ.) {ελαί-ου | -ων} (επίσ.): λιπαρή ουσία, παχύρρευστη, εύφλεκτη και αδιάλυτη στο νερό, φυτικής, ζωικής ή ορυκτής προέλευσης: αρωματικά/βαρέα (βλ. μαζούτ, ντίζελ)/ζωικά/λιπαντικά/ορυκτά (= ορυκτέλαια)/φυτικά ~α. ~ αμυγδάλου (= αμυγδαλέλαιο)/σόγιας (= σογιέλαιο). Εδώδιμα/εκλεκτά/υδρογονωμένα ~α. Παραγωγή βιοντίζελ από ραφιναρισμένα ~α. Εξευγενισμένα ~α και λίπη. Συμπυκνώματα πετρελαϊκών ~ων. (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) Διαχωριστές ~ου (= ελαιοδιαχωριστήρες).|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Κατάλυση οίνου και ~ου. Άγιο ~ (πβ. Άγιο Μύρο). Πβ. λάδι. Βλ. -έλαιο. ● ΣΥΜΠΛ.: αιθέρια έλαια βλ. αιθέριος [< αρχ. ἔλαιον, γαλλ. huile]
15426ελαιο- & ελαιό- & ελαι-

(επίσ.) α' συνθετικό που αναφέρεται 1. στο δέντρο, το λάδι ή τον καρπό της ελιάς: ελαιο-καλλιέργεια. Ελαιό-φυτος (πβ. λιο2-).|| Ελαιο-παραγωγός. Ελαιό-λαδο. Ελαι-ουργείο. Πβ. λαδο-.|| Ελαιο-τριβείο. 2. σε ελαιώδεις ουσίες: ελαιό-χρωμα.

15427ελαιογραφία[ἐλαιογραφία] ε-λαι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. ζωγραφική με λαδομπογιές και συνήθ. συνεκδ. ο αντίστοιχος πίνακας: η τέχνη της ~ας.|| ~ σε καμβά/χαρτόνι. ~ες και υδατογραφίες. Πβ. λάδι. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. peinture à l΄huile]
15428ελαιόδενδρο[ἐλαιόδενδρο] ε-λαι-ό-δεν-δρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ένδρου} (επίσ.) & ελαιόδεντρο & (προφ.) (ε)λιόδεντρο: ΒΟΤ. ελιά: αιωνόβια ~α. [< μεσν. ελαιόδενδρον]
15429ελαιοδιαχωριστήρας[ἐλαιοδιαχωριστήρας] ε-λαι-ο-δι-α-χω-ρι-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα ελαιουργείου που ξεχωρίζει το λάδι από το νερό και τη μούργα: φυγοκεντρικοί ~ες. Βλ. -τήρας. [< αγγλ. oil separator, 1934]
15430ελαιοκαλλιέργεια[ἐλαιοκαλλιέργεια] ε-λαι-ο-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): καλλιέργεια ελαιόδενδρων και (συνεκδ. στον πληθ.) οι αντίστοιχες εκτάσεις ή τα ελαιόδενδρα που καλλιεργούνται σε αυτές. Βλ. -καλλιέργεια.|| Πβ. ελαιώνας.
15431ελαιόκαρπος[ἐλαιόκαρπος] ε-λαι-ό-καρ-πος ουσ. (αρσ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -άρπου} (επίσ.): καρπός ελιάς· περιληπτ. το σύνολο της σοδειάς του: έκθλιψη/συγκομιδή (του) ~άρπου. [μεσν. ελαιοκαρπός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.