| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 15432 | ελαιοκομία | [ἐλαιοκομία] ε-λαι-ο-κο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. οργανωμένη και μεθοδική καλλιέργεια ελαιόδενδρων· συνεκδ. ο αντίστοιχος κλάδος της γεωπονίας: βιολογική ~. ~ και αμπελουργία.|| Ειδική δενδροκομία-~. Βλ. -κομία. [< μτγν. ἐλαιοκομία] | |
| 15433 | ελαιοκομικός | , ή, ό [ἐλαιοκομικός] ε-λαι-ο-κο-μι-κός επίθ./ουσ.: ΓΕΩΠ. που σχετίζεται με την ελαιοκομία: ~ή: περίοδος. ~ό: κτηματολόγιο/μητρώο. ~ές: ενώσεις. ~ά: προϊόντα. [< μτγν. ἐλαιοκομικός] | |
| 15434 | ελαιοκράμβη | [ἐλαιοκράμβη] ε-λαι-ο-κράμ-βη ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποώδες φυτό της οικογένειας των σταυρανθών (επιστ. ονομασ. Brassica campestris ή Napus, ποικιλία oleifera) με σπόρους πλούσιους σε έλαια: μεταλλαγμένη ~. Βλ. βιοντίζελ, γουλί, ενεργειακά φυτά, κραμβέλαιο. | |
| 15435 | ελαιόλαδο | [ἐλαιόλαδο] ε-λαι-ό-λα-δο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -άδου} (επίσ.) & (προφ.) λιόλαδο: λάδι που παράγεται από τον ελαιόκαρπο: αγνό/γνήσιο/εξευγενισμένο (/ραφινέ) ~. ~ βιολογικής καλλιέργειας. Εξαγωγή/προϊόντα ~ου. Το ~ είναι βασικό στοιχείο της μεσογειακής διατροφής. Βλ. -έλαιο, φρουτώδες. ● ΣΥΜΠΛ.: παρθένο ελαιόλαδο: που παραλαμβάνεται από τους καρπούς της ελιάς μόνο με φυσικούς τρόπους (δηλ. ψυχρή έκθλιψη, συμπίεση, φυγοκέντρηση, διήθηση): αγνό/εξαιρετικό/έξτρα/κοινό/μειονεκτικό ~ ~. Ο βαθμός οξύτητας του ~ου ~ου. [< μεσν. ελαιόλαδον] | |
| 15436 | ελαιολεκάνη | [ἐλαιολεκάνη] ε-λαι-ο-λε-κά-νη ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. λεκάνη όπου συγκεντρώνεται το λάδι λίπανσης του κινητήρα: χωρητικότητα ~ης. Πβ. κάρτερ. Βλ. στροφαλοθάλαμος. | |
| 15437 | ελαιοπαραγωγή | [ἐλαιοπαραγωγή] ε-λαι-ο-πα-ρα-γω-γή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): παραγωγή ελιάς και ελαιόλαδου και η αντίστοιχη σοδειά: προστασία της ~ής. Βελτίωση της ποιότητας της ~ής.|| Ζημιές υπέστη η ~. Βλ. -παραγωγή. | |
| 15438 | ελαιοπαραγωγικός | , ή, ό [ἐλαιοπαραγωγικός] ε-λαι-ο-πα-ρα-γω-γι-κός επίθ. (επίσ.): που έχει σχέση με την ελαιοπαραγωγή ή τον ελαιοπαραγωγό: ~ός: κλάδος/τομέας. ~ή: βιομηχανία/εταιρεία/περιοχή/χώρα (= ελαιοπαραγωγός). Βλ. -παραγωγικός. | |
| 15439 | ελαιοπαραγωγός | , ός, ό [ἐλαιοπαραγωγός] ε-λαι-ο-πα-ρα-γω-γός επίθ. (επίσ.): που παράγει ελιές και ελαιόλαδο: Η Ελλάδα είναι η τρίτη ~ χώρα στον κόσμο. Δίκτυο ~ών Πόλεων Ελλάδος. Πβ. ελαιοπαραγωγικός. Βλ. -παραγωγός2. ● Ουσ.: ελαιοπαραγωγός (ο/η): παραγωγός ελαιοκάρπου και ελαιολάδου: ένωση/επιδότηση/συνεταιρισμός ~ών. Πβ. λαδάς. Βλ. -παραγωγός1. [< γαλλ. oléiculteur, 1904] | |
| 15440 | ελαιοπιεστήριο | [ἐλαιοπιεστήριο] ε-λαι-ο-πι-ε-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): μηχάνημα ή χώρος ελαιοτριβείου όπου συνθλίβεται ο καρπός της ελιάς, για να εξαχθεί το λάδι του. [< γαλλ. presse à olives] | |
| 15441 | ελαιοποιήσιμος | , η, ο [ἐλαιοποιήσιμος] ε-λαι-ο-ποι-ή-σι-μος επίθ. {μόνο στο θηλ.} (επίσ.): (για ελιές) από τις οποίες μπορεί να παραχθεί λάδι. Βλ. βρώσιμος, επιτραπέζιος. | |
| 15442 | ελαιοπυρήνας | [ἐλαιοπυρήνας] ε-λαι-ο-πυ-ρή-νας ουσ. (αρσ.) & ελαιοπυρήνα (η) (επίσ.) 1. μάζα που απομένει μετά τη συμπίεση της ελιάς και την εξαγωγή λαδιού: ξήρανση του ~α. Έλαια εξευγενισμένα από ~ες. ΣΥΝ. πυρήνα 2. (σπάν.) κουκούτσι ελιάς. Βλ. πυρηνέλαιο. [< γαλλ. noyau d'olive] | |
| 15443 | ελαιοραβδιστικό | [ἐλαιοραβδιστικό] ε-λαι-ο-ρα-βδι-στι-κό ουσ. (ουδ.) & (προφ.) ραβδιστικό: ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα για τη συγκομιδή του καρπού της ελιάς: ηλεκτρικά ~ά. Βλ. ραβδιστήρι.|| (ως επίθ.) Παλμικό ~ό σύστημα. | |
| 15444 | ελαιοτριβείο | [ἐλαιοτριβεῖο] ε-λαι-ο-τρι-βεί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.) & (λαϊκό) λιοτρίβι, λιοτριβειό: μονάδα επεξεργασίας ελαιόκαρπου και παραγωγής ελαιολάδου: παραδοσιακό/πέτρινο/συνεταιριστικό/φυγοκεντρικό ~. Βιολογική επεξεργασία απορριμμάτων διφασικού ~ου. Πβ. ελαιουργείο. [< μτγν. ἐλαιοτριβεῖον] | |
| 15445 | ελαιουργείο | [ἐλαιουργεῖο] ε-λαι-ουρ-γεί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): εργοστάσιο επεξεργασίας και παραγωγής λαδιού: τριφασικό ~. Πβ. ελαιοτριβείο, ελαιουργία. Βλ. πυρην~. [< μτγν. ἐλαιουργεῖον] | |
| 15446 | ελαιουργία | [ἐλαιουργία] ε-λαι-ουρ-γί-α: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. τεχνικός κλάδος με αντικείμενο τα στάδια παραγωγής ελαιόλαδου και η αντίστοιχη βιομηχανία-εταιρεία: εργοστάσια/προϊόντα ~ας. Βιολογική επεξεργασία και αξιοποίηση υγρών αποβλήτων ~ας (= ελαιουργείου). Βλ. -ουργία. [< μτγν. ἐλαιουργία] | |
| 15447 | ελαιουργικός | , ή, ό [ἐλαιουργικός] ε-λαι-ουρ-γι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. που έχει σχέση με την ελαιουργία: ~ός: συνεταιρισμός. ~ή: επιχείρηση/μονάδα (= ελαιουργείο). ~ά: απόβλητα/μηχανήματα. [< μτγν. ἐλαιουργικός] | |
| 15448 | ελαιουργός | [ἐλαιουργός] ε-λαι-ουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με την ελαιουργία ή/και έχει στην ιδιοκτησία του ελαιουργείο: ~οί και ελαιοπαραγωγοί. Σύνδεσμος ~ών. Βλ. -ουργός1. [< μτγν. ἐλαιουργός] | |
| 15449 | ελαιούχος | , ος, ο [ἐλαιοῦχος] ε-λαι-ού-χος επίθ. (επιστ.): που περιέχει ή παράγει έλαιο: ~ος: καρπός/σπόρος. ~α: προϊόντα/φυτά (βλ. αραχίδα, ελαιοκράμβη, ελιά, ηλίανθος, λινάρι, σόγια). Πβ. ελαιώδης. Βλ. -ούχος2. | |
| 15450 | ελαιόφυτος | , η, ο [ἐλαιόφυτος] ε-λαι-ό-φυ-τος επίθ. (επίσ.) & (λαϊκό) λιόφυτος: που είναι φυτεμένος με ελιές: ~η: έκταση/πλαγιά. Βλ. -φυτος. [< αρχ. ἐλαιόφυτος] | |
| 15451 | ελαιόχρωμα | [ἐλαιόχρωμα] ε-λαι-ό-χρω-μα ουσ. (ουδ.) (επίσ.): χρώμα για την παρασκευή του οποίου αναμιγνύονται έλαια με χρωστικές κυρ. ουσίες: γυαλιστερό, σατινέ ή ματ ~. Ζωγραφική με ~ατα (= ελαιογραφία). Πβ. ριπολίνη. Βλ. υδατόχρωμα. ΣΥΝ. λαδομπογιά [< γαλλ. peinture à l'huile, γερμ. Ölfarbe] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ