| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 15452 | ελαιοχρωματισμός | [ἐλαιοχρωματισμός] ε-λαι-ο-χρω-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (λόγ.): βάψιμο με λαδομπογιά και άλλα υλικά χρωματισμού: εσωτερικός και εξωτερικός ~ του κτιρίου. ~οί διαμερισμάτων/επαγγελματικών χώρων/οικιών/οικοδομών. Εταιρείες/συνεργείο ~ών. Σπατουλαρίσματα και ~οί. Πβ. μπογιάτισμα. | |
| 15453 | ελαιοχρωματιστής | [ἐλαιοχρωματιστής] ε-λαι-ο-χρω-μα-τι-στής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): μπογιατζής: εργολάβος-~. Πβ. ασπριτζής. | |
| 15454 | ελαιόψωμο | βλ. ελιόψωμο | |
| 15455 | ελαιώδης | , ης, ες [ἐλαιώδης] ε-λαι-ώ-δης επίθ. {ελαιώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.) 1. που είναι λιπαρός και παχύρρευστος, όπως το λάδι: ~ης: ουσία. ~ες: διάλυμα/υγρό. 2. που περιέχει έλαια ή άλλες λιπαρές ουσίες: ~εις: καρποί/σπόροι. ~η: παρασκευάσματα/φυτά. Πβ. ελαιούχος. Βλ. -ώδης. [< αρχ. ἐλαιώδης, γαλλ. huileux, oléagineux, αγγλ. oily, oleaginous] | |
| 15456 | ελαιώνας | [ἐλαιώνας] ε-λαι-ώ-νας ουσ. (αρσ.): ελαιόφυτη έκταση: απέραντοι/καταπράσινοι/πυκνοί ~ες. Λόφοι/πεδιάδες με ~ες. Πευκοδάση και ~ες. Πβ. λιοστάσι, λιόφυτο.|| (μετωνυμ.) Αιωνόβιοι/βιολογικοί ~ες (= ελαιόδεντρα). Βλ. -ώνας. [< μτγν. ἐλαιών] | |
| 15458 | ΕΛΑΣ | (ο): (παλαιότ.) Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός (αντιστασιακή οργάνωση). | |
| 15459 | έλαση | [ἔλαση] έ-λα-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανική επεξεργασία μετάλλου που συμπιέζεται ανάμεσα σε δύο κυλίνδρους, ώστε να γίνει έλασμα: θερμή/ψυχρή ~. ~ αλουμινίου/χαλκού. Χύτευση και ~. Προϊόντα ~ης χάλυβα. Πβ. δι~, εξ~, ελασματοποίηση. Βλ. σφυρηλάτηση. [< πβ. αρχ. ἔλασις 'εκδίωξη, εκστρατεία', γαλλ. laminage] | |
| 15460 | ελασίτης | [ἐλασίτης] ε-λα-σί-της επίθ./ουσ. , ελασίτισσα (η): ΙΣΤ. μέλος της αντιστασιακής οργάνωσης ΕΛΑΣ. Πβ. αντάρτης, αντιστασιακός, εαμίτης, παρτιζάνος. Βλ. -ίτης1. | |
| 15461 | έλασμα | [ἔλασμα] έ-λα-σμα ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. λεπτό φύλλο ή πλάκα συνήθ. μετάλλου, προϊόν έλασης: γαλβανισμένο ~. Διάτρητα/χρυσά ~ατα. ~ αλουμινίου/μολύβδου/ψευδαργύρου. Ντοσιέ με (μεταλλικό) ~. ~ατα από νικέλιο. Πβ. λάμα, λαμαρίνα.|| Πλαστικό ~. 2. ΒΟΤ. η επιφάνεια των φύλλων των φυτών: κιτρίνισμα του ~ατος. [< μτγν. ἔλασμα 2: γαλλ. limbe] | |
| 15462 | ελασματοποίηση | [ἐλασματοποίηση] ε-λα-σμα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. κατεργασία με την οποία μέταλλο μετατρέπεται σε έλασμα: ~ και διέλαση. ~ εν θερμώ/ψυχρώ. Πβ. έλαση. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. laminage] | |
| 15463 | ελασματουργείο | [ἐλασματουργεῖο] ε-λα-σμα-τουρ-γεί-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. εργοστάσιο παραγωγής ελασμάτων: μηχανουργείο/χαλυβουργείο-~. | |
| 15464 | ελασματουργός | [ἐλασματουργός] ε-λα-σμα-τουρ-γός ουσ. (αρσ.): τεχνίτης ειδικευμένος στην κατασκευή ελασμάτων: ~οί-φανοποιοί. Βλ. -ουργός1. [< γαλλ. lamineur] | |
| 15465 | ελάσσων | , ων, ον [ἐλάσσων] ε-λάσ-σων επίθ. {ουδ. έλασσ-ον, αρσ. ελάσσ-ονος, -ονα | -ονες (ουδ. -ονα)} & (καταχρ.) θηλ. ελάσσονα (λόγ.) ΑΝΤ. μείζων 1. μικρότερος (ως προς τον αριθμό, το μέγεθος): ~ων: μειοψηφία/ολομέλεια. ~ον: ποσό. ~ονες: πλανήτες. ~ονες: περιφέρειες. Χρόνος ~ των δύο ετών. Η λογική της ~ονος (= ελάχιστης) προσπάθειας (πβ. ήττων). Τα κόμματα της ~ονος αντιπολίτευσης (βλ. αξιωματική). (ως επίρρ.) Επί ~ον δαπάνες.|| (ΑΝΑΤ.) ~ων: ζυγωματικός/(θωρακικός) μυς. ~ων: πύελος. ~ον: τόξο (του στομάχου). 2. δευτερεύων, υποδεέστερος, κατώτερος: ~ων: στόχος. ~ον: θέμα/πρόβλημα. ~ονες: ποιητές. ~ονες: θεότητες/τέχνες. ~ονα: έργα. Ζήτημα ~ονος σημασίας. Διαδραματίζει ~ονα ρόλο στην υπόθεση. Τελευταίο, αλλά όχι ~ον προτέρημα του βιβλίου ... (ως ουσ.) Ανήγαγε το ~ον σε μείζον. ΑΝΤ. ανώτερος, σημαντικός.|| (ΙΑΤΡ. ελαφρύς, ήπιος, όχι σοβαρός) ~ων: (εγκεφαλική) βλάβη/(χειρουργική) επέμβαση. ~ονα: ηρεμιστικά. 3. ΜΟΥΣ. χαρακτηρισμός για τη διάκριση των διαστημάτων: ~ων: τόνος/τρόπος (βλ. τονικότητα). ~ων: συγχορδία.|| Σονάτα σε ρε ~ονα (: ενν. κλίμακα). Πβ. μινόρε. ΑΝΤ. ματζόρε ● ΣΥΜΠΛ.: ελάσσων πρόταση: ΦΙΛΟΣ. (στη λογική) η δεύτερη από τις δύο προκείμενες ενός απλού συλλογισμού. Βλ. μείζων πρόταση. [< 1,2: αρχ. ἐλάσσων 3: γαλλ. mineur, ιταλ. minore] | |
| 15466 | ελαστάνη | [ἐλαστάνη] ε-λα-στά-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. ελαστικό υλικό πολυουρεθάνης, που χρησιμοποιείται σε εφαρμοστά ρούχα: ζέρσεϊ από 95% βαμβάκι και 5% ~. Βλ. λίκρα. [< γαλλ. élasthanne (< élast(ique) + polyuré)thanne), 1971, αγγλ. elastane, 1972] | |
| 15467 | ελαστικό | [ἐλαστικό] ε-λα-στι-κό ουσ. (ουδ.) (επίσ.) 1. {συνήθ. στον πληθ.} περίβλημα των τροχών οχήματος, λάστιχο: καινούργια/μεταχειρισμένα/χωμάτινα (: κατάλληλα για χωματόδρομο) ~ά. ~ά αγροτικών μηχανημάτων/αυτοκινήτου (= ~ά για αυτοκίνητα)/μοτοσικλετών/ποδηλάτων. ~ά και ζάντες/υψηλών επιδόσεων. Αναγόμωση/μετρητής πίεσης/φθορά και προστασία ~ών. Πβ. επίσωτρο. Βλ. βουλκανιζατέρ. 2. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. φυσικό ή τεχνητό πολυμερές, το οποίο χαρακτηρίζεται από ελαστικότητα και μεγάλη ηλεκτρική αντίσταση, καουτσούκ: ακατέργαστο/αφρώδες ~. Βιομηχανία ~ών. [< ουσιαστικοπ. ουδ. του επιθ. ελαστικός] | |
| 15468 | ελαστικοποίηση | [ἐλαστικοποίηση] ε-λα-στι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) ενέργεια με την οποία κάτι γίνεται πιο ελαστικό, ευέλικτο ή χαλαρό και το αντίστοιχο αποτέλεσμα: ~ των κριτηρίων (ΑΝΤ. αυστηροποίηση)/του ωραρίου. ~ και ρευστότητα των εργασιακών σχέσεων. Βλ. ευελιξία, χαλάρωση. 2. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. μηχανική κατεργασία κατά την οποία σταθεροποιείται το σχήμα και επιτυγχάνεται απαλότερη υφή, μεγαλύτερη αντοχή και ελαστικότητα των συνεχών νημάτων. Βλ. -ποίηση. [< 2: αγγλ. texturizing, 1969] | |
| 15469 | ελαστικοποιώ | [ἐλαστικοποιῶ] ε-λα-στι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ελαστικοποι-εί, -ώντας | (σπάν.) ελαστικοποί-ησε, -ήσει, -είται, (σπάν.) -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: καθιστώ κάτι (πιο) ελαστικό: (μτφ.) ~ούνται οι όροι χορήγησης νέων δανείων. Νομοσχέδιο που ~εί τις εργασιακές σχέσεις/το ωράριο εργασίας σε βάρος των εργαζομένων.|| (σπανιότ. κυριολ.) ~ημένο: ύφασμα. Βλ. -ποιώ. | |
| 15470 | ελαστικός | , ή, ό [ἐλαστικός] ε-λα-στι-κός επίθ. 1. που παρουσιάζει την ιδιότητα να επανέρχεται στο αρχικό του σχήμα ύστερα από παραμόρφωση που έχει υποστεί λόγω επίδρασης εξωτερικής δύναμης: ~ός: επίδεσμος/ιμάντας/τάπητας. ~ή: ανάρτηση/επίστρωση/ζώνη/μεμβράνη/σιλικόνη. ~ό: κάλυμμα/κόμμι (= καουτσούκ)/πλαστικό/ύφασμα (βλ. λίκρα). ~οί: δακτύλιοι/σύνδεσμοι. ~ές: ίνες. ~ά: επίσωτρα (= λάστιχα). Πβ. λαστιχένιος.|| (ΦΥΣΙΟΛ.) Υγιές και ~ό δέρμα.|| (κατ' επέκτ.) ~ή: υφή. Σπρέι που προσφέρει ~ό κράτημα (: των μαλλιών).|| (ΦΥΣ., που σχετίζεται με την ελαστικότητα σώματος ή μέσου:) ~ή: ευστάθεια/κρούση/συμπεριφορά (υλικών). ~ές: σταθερές. ~ά: κύματα. Βλ. αερο~. 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από τάση συμβιβασμού, υποχωρητικότητας, διαλλακτικότητας, που δεν είναι αυστηρός, σκληρός: ~ή: νομοθεσία/πολιτική/στάση. ~οί: όροι. ~ά: κριτήρια/μέτρα. Είναι ~ σε θέματα πειθαρχίας/στη βαθμολογία. Φάνηκε ~ και επιεικής! Πβ. ενδοτικός, μετριοπαθής, υποχωρητικός. ΑΝΤ. αδιάλλακτος, ανελαστικός (1), άτεγκτος 3. (μτφ.) που μεταβάλλεται εύκολα, ανάλογα με τα συμφέροντά του ή τις περιστάσεις· που προσαρμόζεται στις νέες συνθήκες: ~ή: ηθική/συνείδηση (πβ. χαλαρή, ΑΝΤ. άκαμπτη).|| ~ή: απασχόληση/εργασία. ~ό: πρόγραμμα. ~ές: (εργασιακές) σχέσεις. (ΟΙΚΟΝ.) ~ός: προϋπολογισμός. ~ές: δαπάνες. ● ΣΥΜΠΛ.: ελαστική ζήτηση: ΟΙΚΟΝ. σε περιπτώσεις που μικρή ποσοστιαία μεταβολή της τιμής αγαθού προκαλεί μεγαλύτερη μεταβολή στη ζήτησή του. ΑΝΤ. ανελαστική ζήτηση, ελαστικό ωράριο (εργασίας) 1. δυνατότητα επέκτασης του οκτάωρου εργασίας, με καθιέρωση ανώτατου ορίου ημερήσιας απασχόλησης, και κατανομής των ωρών της υπερεργασίας μέσα στην εβδομάδα, ανάλογα με τις ανάγκες της επιχείρησης ή/και των εργαζομένων. Βλ. μερική απασχόληση, τηλεργασία. 2. (καταχρ.) ευέλικτο ωράριο., ελαστικός ιστός: ΑΝΑΤ. συνδετικός ιστός αποτελούμενος κυρ. από ίνες που περιέχουν ελαστίνη., ελαστική παραμόρφωση βλ. παραμόρφωση [< πβ. μεσν. ελαστικός 'που διώχνει', γαλλ. élastique, αγγλ. elastic] | |
| 15471 | ελαστικότητα | [ἐλαστικότητα] ε-λα-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣ. ιδιότητα υλικού ή σώματος να αλλάζει σχήμα ή διαστάσεις, λόγω άσκησης δύναμης ή πίεσης σε αυτό, και να επανέρχεται στην αρχική του μορφή: ~ του ελατηρίου. Υψηλή ~ και αντοχή προϊόντος από λάτεξ/καουτσούκ. Θεωρία/όριο/συντελεστής ~ας. Βλ. αερο~.|| (ΦΥΣΙΟΛ.) ~ των αρτηριών/μαλλιών/πνευμόνων. Καθώς το δέρμα γερνά, χάνει την ~ά του. (ειδικότ.) ~ (= ευκαμψία, ευλυγισία) των μυών/του σώματος (πβ. ευκινησία· ΑΝΤ. ακαμψία). 2. (μτφ.-λόγ.) τάση συμβιβασμού, υποχωρητικότητα, ενδοτικότητα: (αρνητ. συνυποδ.) ~ της ηθικής/συνείδησης. Δεν υπάρχει καμιά ~ στην τήρηση των νόμων (πβ. συμβιβαστικότητα). Επιδεικνύουν ~ στις απαιτήσεις της (πβ. ανεκτικ-, διαλλακτικ-ότητα). Εφαρμόζουν με ~ την κείμενη νομοθεσία (ΑΝΤ. αυστηρότητα). Αντιμετώπιζε με ~ (= επιείκεια) τις αταξίες των μαθητών του. Βλ. ελαστικοποίηση, ευελιξία. ΑΝΤ. ανελαστικότητα (1) 3. ΟΙΚΟΝ. ευκολία μεταβολής ή προσαρμογής σε αλλαγή: εισοδηματική ~. ~ του κόστους/της προσφοράς (ενός αγαθού). Σταυροειδής ~ ζήτησης (βλ. ελαστική ζήτηση).|| ~ του χρόνου/ωραρίου απασχόλησης. ~ της εργασίας. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. élasticité, αγγλ. elasticity] | |
| 15472 | ελαστικοφόρος | , α/ος, ο βλ. λαστιχοφόρος |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ