| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 15473 | ελαστίνη | [ἐλαστίνη] ε-λα-στί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πρωτεΐνη, δομικό συστατικό των συνδετικών και ελαστικών ιστών του οργανισμού του ανθρώπου και των σπονδυλωτών: ~ του δέρματος. Ίνες ~ης. Βλ. αλλαντοΐνη, κολλαγόνο, -ίνη. [< γαλλ. élastine, 1901, αγγλ. elastin] | |
| 15474 | ελαστομερές | [ἐλαστομερές] ε-λα-στο-με-ρές ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. πολυμερικό υλικό με ελαστικές ιδιότητες: θερμοπλαστικά ~ή. Βλ. καουτσούκ.|| (ως επίθ.) ~ές: στεγανωτικό. ~είς: μεμβράνες. [< αγγλ. elastomer, περ. 1939, γαλλ. élastomère, 1953] | |
| 15475 | έλαστρο | [ἔλαστρο] έ-λα-στρο ουσ. (ουδ.) {ελάστρ-ου | -ων, συνηθέστ. στον πληθ.}: ΤΕΧΝΟΛ. μηχανή που αποτελείται από δύο παράλληλους κυλίνδρους, οι οποίοι κινούνται αντίρροπα, καθώς διέρχεται ανάμεσά τους το μέταλλο που προορίζεται για έλαση: θερμό/ψυχρό ~. Χειριστές ~ων µεταλλουργίας. Βλ. πιεστήριο, πρέσα, -τρο. [< μτγν. ἔλαστρον ‘που θέτει σε κίνηση’, γαλλ. laminoir] | |
| 15476 | ελάτε | βλ. έλα, έρχομαι | |
| 15477 | ελάτη | [ἐλάτη] ε-λά-τη ουσ. (θηλ.) (επίσ.): έλατο. [< αρχ. ἐλάτη] | |
| 15478 | ελατήριο | [ἐλατήριο] ε-λα-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. ΦΥΣ. μεταλλικό συνήθ. όργανο, τμήμα μηχανισμού, με σπείρες και ελαστικότητα: γραμμικό/ελικοειδές/κατακόρυφο/οριζόντιο ~. ~ επαναφοράς/κάμψης. ~ κλειδαριάς/ρολογιού. (ΓΥΜΝ.) ~ στήθους/χεριού. Επιμήκυνση/σταθερά ~ίου. ~α ανάρτησης. Αμορτισέρ και ~α. Το ~ συσπειρώνεται/τεντώνεται. Στρώμα με ~α. Πβ. σούστα. Βλ. ταλάντωση, -τήριο. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) κίνητρο, πρόθεση: ιδιοτελή/κομματικά/κρυφά/ύποπτα ~α. Τα ~α του εγκλήματος/εμπρησμού. (Υπο)κινούνται από ταπεινά ~α. Ποια ήταν τα ~α της πράξης του; (σπανιότ. με θετ. συνυποδ.) Έχει αγνά ~α. Πβ. ερέθισμα. Βλ. αίτιο. ● Υποκ.: ελατηριάκι (το): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: πετάγομαι/τινάζομαι σαν ελατήριο: αντιδρώ με έντονες και γρήγορες κινήσεις λόγω μεγάλης έκπληξης, βιασύνης ή οργής: Πετάχτηκε/τινάχτηκε ~ από τη θέση του. [< πβ. αρχ. ἐλατήριον ‘που απομακρύνει, καθαρτικό», γαλλ. ressort] | |
| 15479 | ελατηριωτός | , ή, ό [ἐλατηριωτός] ε-λα-τη-ρι-ω-τός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που λειτουργεί ή μοιάζει με ελατήριο: ~ή: βαλβίδα/ροδέλα. ~ό: άγκιστρο/διάφραγμα. ~ μηχανισμός με έμβολο. | |
| 15480 | ελάτινος | , η, ο [ἐλάτινος] ε-λά-τι-νος επίθ.: που έχει κατασκευαστεί από ξύλο ελάτου ή είναι γεμάτος έλατα: ~ο: κατάρτι.|| ~ες: πλαγιές. [< αρχ. ἐλάτινος] | |
| 15481 | έλατο | [ἔλατο] έ-λα-το ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άτου} & (λαϊκό) έλατος (ο): ΒΟΤ. ψηλό αειθαλές, αιωνόβιο κωνοφόρο δέντρο (γένος Abies, οικογ. Pinaceae) με ευθύ κορμό και κλαδιά που αναπτύσσονται οριζόντια σε σχήμα πυραμίδας και μακρόστενους ή κυλινδρικούς κώνους· συνεκδ. το ξύλο του: βαθυπράσινα/χιονισμένα ~α. Δάσος από/με ~α (= ελατόδασος). Χριστουγεννιάτικο ~ (= χριστουγεννιάτικο δέντρο).|| Κουπιά από ~. ΣΥΝ. ελάτη ● Υποκ.: ελατάκι (το) [< μεσν. έλατος (ο)] | |
| 15482 | ελατόδασος | [ἐλατόδασος] ε-λα-τό-δα-σος ουσ. (ουδ.) & ελατοδάσος: δάσος με έλατα. Βλ. -δασος. | |
| 15483 | ελατόμελο | ε-λα-τό-με-λο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μέλι που παράγεται από το μελίτωμα ελάτου. Βλ. -μελο. | |
| 15484 | ελατός | , ή, ό [ἐλατός] ε-λα-τός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. (για μέταλλο) που μπορεί να μετατραπεί σε λεπτά φύλλα ή να υποστεί πλαστική παραμόρφωση, χωρίς να σπάσει: ~ός: χάλυβας. Σωλήνες και εξαρτήματα από ~ό χυτοσίδηρο. Βλ. όλκιμος, σφυρήλατος. [< αρχ. ἐλατός] | |
| 15485 | ελατοσκέπαστος | , η, ο [ἐλατοσκέπαστος] ε-λα-το-σκέ-πα-στος επίθ.: (για τόπο) που τον καλύπτουν έλατα: ~η: κορυφογραμμή/πλαγιά. ~ο: βουνό/χωριό. Πβ. ελατόφυτος. Βλ. δασοσκεπής. | |
| 15486 | ελατότητα | [ἐλατότητα] ε-λα-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. η ιδιότητα του ελατού μετάλλου: μηχανική αντοχή και ~. Κανένα μέταλλο δεν ξεπερνά τον χρυσό σε ~. Βλ. ολκιμότητα, -ότητα. [< γαλλ. ductilité] | |
| 15487 | ελατόφυτος | , η, ο [ἐλατόφυτος] ε-λα-τό-φυ-τος επίθ.: (για περιοχή) με πυκνή βλάστηση από έλατα. Πβ. ελατοσκέπαστος. Βλ. -φυτος. | |
| 15488 | ελάττωμα | [ἐλάττωμα] ε-λάτ-τω-μα ουσ. (ουδ.) {ελαττώμ-ατος | -ατα} ΑΝΤ. προτέρημα 1. μειονέκτημα του σώματος ή συνηθέστ. του χαρακτήρα και της συμπεριφοράς κάποιου: γενετικό/εγγενές/επίκτητο ~. ~ στην ακοή/στη σπονδυλική στήλη.|| Το μεγαλύτερό του ~ είναι η επιπολαιότητα. Έχει το ~ της υπεροψίας/να λέει ψέματα. ~ατα και ιδιοτροπίες/παραξενιές. (Δεν) παραδέχεται/συνειδητοποιεί τα ~ατά του. Αγαπώ/αποδέχομαι κάποιον με τα ~ατά του. Πβ. κουσούρι, κακή συνήθεια, ψεγάδι. ΑΝΤ. αρετή, προσόν, χάρισμα. 2. ατέλεια μηχανής, κατασκευής, εξαρτήματος, υλικού ή γενικότ. συστήματος, θεωρίας: ~ του αυτοκινήτου/του προϊόντος (βλ. βλάβη). Επουσιώδη ~ατα του έργου. Η σύνδεση δεν παρουσιάζει σημαντικά ~ατα.|| Νομικό/πραγματικό ~. Το νομοσχέδιο είχε σοβαρά ~ατα (: ελλείψεις, κενά, παραλείψεις). ΑΝΤ. πλεονέκτημα [< μτγν. ἐλάττωμα, γαλλ. défaut] | |
| 15489 | ελαττωματικός | , ή, ό [ἐλαττωματικός] ε-λατ-τω-μα-τι-κός επίθ.: που παρουσιάζει ελαττώματα, μειονεκτήματα, ατέλειες: ~ός: δίσκος/κινητήρας. ~ή: μπαταρία. ~ό: λογισμικό. ~ά: εξαρτήματα/μοντέλα/προϊόντα. Πβ. σκάρτος.|| ~ή: ανάπτυξη/εφαρμογή (πβ. λανθασμένη)/όραση. ~ά: κύτταρα. ~ή λειτουργία της συσκευής. Πβ. ατελής, χωλός. ΑΝΤ. τέλειος. [< γαλλ. défectueux] | |
| 15490 | ελαττωματικότητα | [ἐλαττωματικότητα] ε-λατ-τω-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα ή κατάσταση αυτού που είναι ελαττωματικός, ατελής: ~ του εξοπλισμού/προϊόντος.|| ~ της κοινωνίας. Πβ. ανεπάρκεια, ατέλεια. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. τελειότητα [< γαλλ. défectuosité] | |
| 15491 | ελαττωμένος | , η, ο [ἐλαττωμένος]ε-λατ-τω-μέ-νος επίθ.: που έχει λιγοστέψει, μειωθεί: ~ος: αριθμός (π.χ. υποψηφίων, πβ. μικρότερος). ~η: αιμάτωση/ακοή/όραση. ~ο: βάρος/κόστος. ~ες: τιμές. ~α: επίπεδα (γλυκόζης στο αίμα). ~η άμυνα/αντίσταση του οργανισμού (στις λοιμώξεις). Πβ. μειωμένος, περιορισμένος. ΑΝΤ. αμείωτος, αυξημένος (1) | |
| 39034 | Ελαττώνω | παρτ τά-ιμ επίθ. {άκλ.}: με ελαττωμένο ωράριο: ~ απασχόληση/εργασία.|| (ως επίρρ.) Δουλεύω ~.|| (ως ουσ.) Με βολεύει το ~, γιατί σπουδάζω παράλληλα. ΑΝΤ. φουλ-τάιμ [< αγγλ. part-time] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ