Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [16360-16380]

IDΛήμμαΕρμηνεία
15493ελάττωση[ἐλάττωση] ε-λάτ-τω-ση ουσ. (θηλ.): μείωση: ~ του βάρους/των εξόδων/της κατανάλωσης/της οικονομικής δραστηριότητας/της ταχύτητας. Σημειώθηκε αισθητή/σημαντική ~ των ρύπων. Πβ. λιγόστεμα, περιορισμός. ΑΝΤ. αύξηση (1) [< αρχ. ἐλάττωσις]
15494ελαύνομαι[ἐλαύνομαι] ε-λαύ-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {μόνο στο θ. του ενεστ., κυρ. στο γ' πρόσ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): ωθούμαι, παρασύρομαι: ~εται από άμετρη φιλοδοξία/από προσωπικά κίνητρα εμπάθειας. ~ονται (= παρακινούνται) από την επιθυμία να ... [< αρχ. ἐλαύνω ‘κατευθύνω, καθοδηγώ’]
15495ελάφι[ἐλάφι] ε-λά-φι ουσ. (ουδ.) {ελαφ-ιού} & (λόγ.) έλαφος (η) & (λαϊκό-λογοτ.) λάφι (το): ΖΩΟΛ. λεπτόσωμο, συνήθ. καστανόχρωμο, θηλαστικό μηρυκαστικό (οικογ. Cervidae) που ζει σε κοπάδια στα δάση και έχει δυο μεγάλες και δυο μικρές οπλές σε κάθε πόδι: άγριο/αρσενικό/ευρωπαϊκό/θηλυκό (= ελαφίνα)/κόκκινο (επιστ. ονομασ. Cervus elaphus) ~. Κέρατα (αρσενικού)/κρέας ~ιού. Βλ. αρτιοδάκτυλα, ζαρκάδι, πλατόνι, τάρανδος. ● Υποκ.: ελαφάκι (το) [< μεσν. ελάφι(ν) < αρχ. ἔλαφος]
15497ελαφίσιος, ια, ιο [ἐλαφίσιος] ε-λα-φί-σιος επίθ. 1. που αναφέρεται στο ελάφι: ~ιο: κρέας. 2. (μτφ.) που έχει ή θυμίζει χαρακτηριστικά ελαφιού: ~ια: κίνηση/χάρη. ~ιο: βάδισμα/κορμί/περπάτημα (= ανάλαφρο, χαριτωμένο). Μεγάλα ~ια μάτια. Βλ. -ίσιος.
15498ελαφράδα[ἐλαφράδα] ε-λα-φρά-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.) & (λαϊκό) αλαφράδα 1. (μτφ.-θετ. συνυποδ.) έλλειψη σοβαρότητας, υποχρεώσεων ή ωριμότητας: παιδιάστικη ~ και ξεγνοιασιά. Αίσθηση χαράς και ~ας. Με την ~ και την ανεμελιά μιας άλλης εποχής/της νεότητας. Πβ. ελαφρομυαλιά, επιπολαιότητα. 2. ελαφρότητα: ~ στις κινήσεις. Βλ. -άδα.
15500ελαφρο- & ελαφρό-& (λαϊκό) αλαφρο- & αλαφρό-: το επίθετο ελαφρός ως α' συνθετικό ουσιαστικών, επιθέτων και ρημάτων: (κυρ. μτφ.) ελαφρο-ποινίτης (ΑΝΤ. βαρυ-)/~χέρης. Ελαφρό-μυαλος.|| Ελαφρο-κοιμάμαι (πβ. μισο-).|| (κυριολ.) Ελαφρό-πετρα.|| Αλαφρο-ΐσκιωτος.
15501ελαφροΐσκιωτος, η, ο βλ. αλαφροΐσκιωτος
15502ελαφρολαϊκός, ή, ό [ἐλαφρολαϊκός] ε-λα-φρο-λα-ϊ-κός επίθ.: ΜΟΥΣ. που σχετίζεται με το ελαφρολαϊκό τραγούδι: ~ός: τραγουδιστής. ~ή: μουσική. ~ό: ρεπερτόριο. ~ές: επιτυχίες. ● ΣΥΜΠΛ.: ελαφρολαϊκό (τραγούδι) {συνήθ. στον πληθ.}: είδος ελαφρού τραγουδιού που ενσωματώνει στοιχεία της λαϊκής μουσικής: το ~ ~ της δεκαετίας του '50/του '60 (βλ. νέο κύμα). Βλ. έντεχνο, σκυλάδικο.
15503ελαφρομπετόν[ἐλαφρομπετόν] ε-λα-φρο-μπε-τόν ουσ. (ουδ.): κυψελωτό σκυρόδεμα. [< αγγλ. light-weight concrete, 1940]
15504ελαφρομυαλιά[ἐλαφρομυαλιά] ε-λα-φρο-μυα-λιά ουσ. (θηλ.): απουσία συγκροτημένης και σοβαρής σκέψης, απερισκεψία, επιπολαιότητα. Πβ. αμυαλιά, ανοησία, απρονοησία, ελαφρότητα.
15505ελαφρόμυαλος, η, ο [ἐλαφρόμυαλος] ε-λα-φρό-μυα-λος επίθ./ουσ.: που χαρακτηρίζεται από ελαφρομυαλιά. Πβ. άμυαλος, απερίσκεπτος, επιπόλαιος, κοκορόμυαλος.
15506ελαφρόπετρα[ἐλαφρόπετρα] ε-λα-φρό-πε-τρα ουσ. (θηλ.): ΟΡΥΚΤ. ελαφρό πορώδες ηφαιστειογενές πέτρωμα και κάθε προϊόν που παράγεται από αυτό: ηφαιστειακή τέφρα και ~. Λείανση με ~.|| Τρίψτε τα πέλματα με ~. Σφουγγάρια και ~ες για το μπάνιο. [< γαλλ. pierre ponce]
15507ελαφροποινίτης[ἐλαφροποινίτης] ε-λα-φρο-ποι-νί-της ουσ. (αρσ.): αυτός που εκτίει ποινή φυλάκισης λίγων μηνών ή ετών. Βλ. κατάδικος, -ίτης1. ΑΝΤ. βαρυποινίτης
15508ελαφρός, ιά, ό {κ. θηλ. (λόγ.) -ά} βλ. ελαφρύς
15509ελαφρότητα[ἐλαφρότητα] ε-λα-φρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) έλλειψη σύνεσης, υπευθυνότητας ή σπανιότ. εγκράτειας· (συνεκδ. στον πληθ.) οι αντίστοιχες πράξεις ή συμπεριφορές: η ~ της νιότης/ύπαρξης. Ανευθυνότητα/ελευθεριότητα και ~. Χειρίζεται με απίστευτη ~ πολύ σημαντικά θέματα (= χωρίς σοβαρότητα). Πβ. απερισκεψία, ελαφρομυαλιά.|| Δεν υπάρχουν περιθώρια για ~ες και επιπολαιότητες! 2. η ιδιότητα αυτού που έχει μικρό βάρος: ~ της κατασκευής. Πβ. ελαφράδα. Βλ. βαρύτητα, -ότητα. [< αρχ. ἐλαφρότης ‘ευκινησία’, μτγν. ~ ‘απλοϊκότητα’]
15510ελαφροχέρης[ἐλαφροχέρης] ε-λα-φρο-χέ-ρης ουσ. (αρσ.) {ελαφροχέρηδες | σπανιότ. θηλ. ελαφροχέρα} (προφ.): αυτός που χρησιμοποιεί με επιδέξιο τρόπο τα χέρια του· κυρ. κλέφτης που κάνει μικροκλοπές, χωρίς να γίνεται αντιληπτός: Ένας ~ του άρπαξε/βούτηξε το κινητό/πορτοφόλι. Πβ. μακρυχέρης, χρυσοδάκτυλος. Βλ. πορτοφολάς, τσαντάκιας.
15511ελάφρυνση[ἐλάφρυνση] ε-λά-φρυν-ση ουσ. (θηλ.): (κυρ. μτφ.) ανακούφιση από οικονομικό, ψυχολογικό, ηθικό ή άλλο φορτίο, αποδέσμευση από υποχρέωση και (συνεκδ. στον πληθ.) τα αντίστοιχα μέτρα: ~ των επιχειρήσεων/των νοικοκυριών/του φόρτου (εργασίας)/του χρέους.|| Δασμολογικές/φορολογικές ~ύνσεις και απαλλαγές (= φοροελαφρύνσεις). ΑΝΤ. επιβάρυνση (1) [< γαλλ allégement]
15512ελαφρυντικό[ἐλαφρυντικό] ε-λα-φρυ-ντι-κό ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. στοιχείο (όρος ή περίσταση) που ορίζεται από τον νόμο και επιτρέπει μετριασμό ποινής· γενικότ. κάθε λόγος που επιβάλλει ελαστικότητα, σε περίπτωση που πρόκειται να καταλογιστεί ευθύνη: Καταδικάστηκε σε είκοσι χρόνια κάθειρξη/κρίθηκε ένοχος χωρίς (κανένα) ~. Του έχει αναγνωριστεί το ~ της ειλικρινούς μεταμέλειας/της μετεφηβικής ηλικίας/του πρότερου έντιμου βίου. Έχει το ~ ότι ...|| Του δίνω (πολλά) ~ά για τη συμπεριφορά του (: τον δικαιολογώ). [< γαλλ. circonstance atténuante]
15513ελαφρυντικός, ή, ό [ἐλαφρυντικός] ε-λα-φρυ-ντι-κός επίθ. 1. ΝΟΜ. που συμβάλλει στην πιο επιεική αντιμετώπιση κάποιου ο οποίος διέπραξε αδίκημα ή παράβαση: ~ός: παράγοντας. ~ές: περιστάσεις. ~ά: στοιχεία. Βλ. αθωωτ-, απαλλακτ-ικός. ΑΝΤ. επιβαρυντικός 2. (σπάν.-μτφ.) που ανακουφίζει από οικονομικό κυρ. φορτίο: ~ές: διατάξεις. [< 1: γερμ. mildernd, γαλλ. atténuant]
15514ελαφρύνω[ἐλαφρύνω] ε-λα-φρύ-νω ρ. (μτβ.) {ελάφρυν-α, ελαφρύν-θηκε, -θεί} (λόγ.-συνήθ. μτφ.): ελαφραίνω, απαλλάσσω κάποιον ή κάτι από δυσβάσταχτο βάρος: Προσπαθεί να ~ει τον πόνο τους. Η επιχείρηση έχει ~θεί από ασφαλιστικές εισφορές. Στόχος είναι να ~θούν (= ανασάνουν) οι χαμηλές εισοδηματικές τάξεις. Πβ. ανακουφίζω, ξαλαφρώνω. ΑΝΤ. επιβαρύνω (1) ● ΦΡ.: ελαφρύνω τη θέση κάποιου (μτφ.) 1. μετριάζω την ευθύνη του για κάτι: Προσπαθώντας να ~ει ~ της υποστήριξε ότι ... Με τις καταθέσεις τους ~ουν ~ του. 2. τον ανακουφίζω από οικονομικό κυρ. φορτίο: Νέα μέτρα που θα ~ουν ~ των εργαζομένων. [< μτγν. ἐλαφρύνω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.