Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [1620-1640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
630αγωγός[ἀγωγός] α-γω-γός ουσ. (αρσ.) 1. κάθε είδος σωλήνα για διοχέτευση συνήθ. ρευστού: αποχετευτικός/αρδευτικός/κατακόρυφος/υπόγειος/υποθαλάσσιος ~. ~ αέρα (ΣΥΝ. αερ~)/εξαερισμού/λυμάτων/μεταφοράς καυσίμων/νερού/(ομβρίων) υδάτων (πβ. υδατ~, υδρ~)/πετρελαίου (ΣΥΝ. πετρελαι~)/φυσικού αερίου. ~ διατομής ... mm. 2. ΦΥΣ. κάθε υλικό που επιτρέπει τη μεταφορά ενέργειας, κυρ. θερμικής ή ηλεκτρικής: αρνητικός/θετικός/ουδέτερος ~ του ηλεκτρισμού/της θερμότητας. Μονωμένος ~ (πβ. καλώδιο). ~ προστασίας (κυκλώματος)/υψηλής τάσης. Το δυναμικό/(αρνητικό/θετικό) φορτίο ενός ~ού. Βλ. ημι~, μετ~, υπερ~. 3. (σπανιότ.-μτφ.) καθετί που μεταδίδει, διαδίδει γνώσεις, ιδέες, τάσεις: ~ ειδήσεων/πληροφοριών. Το ίντερνετ ως ~ (= κανάλι) επικοινωνίας. Πβ. δίαυλος. ● ΣΥΜΠΛ.: αγωγός ιστός: ΒΟΤ. που εξυπηρετεί τη μεταφορά νερού και ουσιών μέσα στο φυτό και αποτελείται από το ξύλωμα και το φλοίωμα., καλός/κακός αγωγός: ΦΥΣ. που επιτρέπει ή δεν επιτρέπει αντίστοιχα τη μεταφορά ενέργειας μέσα από την ύλη του: Το νερό είναι καλός ~ του ηλεκτρισμού, ενώ το ξύλο κακός. Βλ. ημιαγωγός., κεντρικός αγωγός ύδρευσης βλ. κεντρικός [< 1,3: αρχ. ἀγωγός 2: γαλλ. conducteur]
632αγώι[ἀγώι] α-γώ-ι ουσ. (ουδ.) {αγώγ-ια} & αγώγι (κυρ. παλαιότ.-λαϊκό): συμφωνημένη αμοιβή για μεταφορά φορτίου, προσώπου με ζώο ή όχημα ή συνεκδ. το μεταφερόμενο φορτίο: ακριβό/φτηνό ~. Πόσο είναι τ' ~; Ο ταξιτζής πήρε διπλό/τριπλό ~. Κουβαλούσαν σιτάρι και με τα ~ια ζούσαν. Πβ. αγωγιάτικα, μεταφορικά.|| Κάρο φορτωμένο ~ια. ● ΦΡ.: τ' αγώι ξυπνάει τον αγωγιάτη (παροιμ.): η αμοιβή ως κίνητρο, η ανάγκη, οι υποχρεώσεις δραστηριοποιούν τον άνθρωπο. [< μεσν. αγώγι]
633αγώνας[ἀγώνας] α-γώ-νας ουσ. (αρσ.) {αγών-α (λόγ.) -ος | -ες, -ων} 1. κοπιαστική προσπάθεια, σε ατομικό ή συλλογικό επίπεδο, για την επίτευξη στόχου ή την αποτροπή ενέργειας: αντιδικτατορικός/αντικαρκινικός/απεγνωσμένος/απεργιακός/διαρκής/δίκαιος/διπλωματικός/εκλογικός/ηρωικός/κοινός/μάταιος/πνευματικός/σκληρός/τίμιος/τιτάνιος/υπεράνθρωπος ~. ~ για εξάλειψη των κοινωνικών αδικιών/επιβίωση/ισότητα. ~ κατά των επιδημιών και του υποσιτισμού/των μεταλλαγμένων/των ναρκωτικών/της φτώχειας. ~ μέχρι θανάτου/τελικής πτώσεως. Προμηνύεται σκληρός ~. Διαρκής ~ η μάθηση. Ο ~ της ζωής. Καθημερινός ~ για ένα καλύτερο αύριο. (προφ.) -Τι κάνετε; -Εδώ, στον ~α! (= στη βιοπάλη). Ακολούθησε/έγινε/ξεκίνησε ένας μακρύς/μαραθώνιος/πολυετής ~. Ο ~ τώρα δικαιώνεται (συνήθ. ως σύνθημα σε συλλαλητήρια). Ο ~ δυναμώνει/εντείνεται/συνεχίζεται. Επιτροπή ~α. Όλοι στον ~α. Χαιρετίζουμε τον ~α (π.χ. των φοιτητών). Δίνει/κάνει ~α, για να κρατήσει κάποιον/να κρατηθεί στη ζωή. Έχουν αποδυθεί σε ~α αλληλοεξόντωσης. Αρχίζω/εγκαταλείπω τον/μπαίνω στον ~α. Κοινωνικοί/συνδικαλιστικοί/ταξικοί ~ες (πβ. πάλη). Ώρα για ~ες. Όλα κερδήθηκαν με ~ες. Πβ. κόντρα, σύγκρουση. 2. (ειδικότ.) μάχη, πόλεμος, συμπλοκή: αιματηρός/άνισος/απελευθερωτικός (πβ. εξέγερση, ξεσηκωμός)/ένοπλος ~. ~ για την ανεξαρτησία/ελευθερία. Εθνικοί ~ες.|| Ο Αγώνας (: η Ελληνική Επανάσταση του 1821). 3. οργανωμένη αναμέτρηση, διαγωνισμός με στόχο τη νίκη: (ΑΘΛ.) διασυλλογικός/ζωντανός (: σε απευθείας μετάδοση)/ισόπαλος/κρίσιμος/μαγνητοσκοπημένος/συναρπαστικός/(ημι)τελικός/φιλικός ~. ~ βόλεϊ/μπάσκετ/πάλης/ποδοσφαίρου (ή ποδοσφαιρικός ~, πβ. ματς, παιχνίδι, συνάντηση)/πυγμαχίας/ταχύτητας. ~-ρεβάνς/πρόκριση. Ο ~ θα διεξαχθεί αύριο/έληξε. Στιγμιότυπα από τον ~α. Διεκδικώ/κερδίζω/χάνω τον ~α. Αθλητικοί/βαλκανικοί/διεθνείς/επίσημοι/παγκόσμιοι/πανευρωπαϊκοί ~ες. ~ες αυτοκινήτου (ράλι)/ποδηλασίας (ή ποδηλατικοί ~ες).|| Θεατρικοί/μαθηματικοί/μουσικοί/ποιητικοί/ρητορικοί ~ες. Ανάληψη/ασφάλεια/βαθμολόγηση/έναρξη/πραγματοποίηση (των) ~ων. ● ΣΥΜΠΛ.: δικαστικός αγώνας: δίκη: Έκανε/διεξήγαγε/κέρδισε έναν μακροχρόνιο ~ό ~α. Εμπλέκομαι σε ~ό ~α., αγώνας δρόμου βλ. δρόμος, αγώνας μπαράζ βλ. μπαράζ, αγώνας/παιχνίδι νοκ άουτ βλ. νοκ άουτ, ανένδοτος αγώνας βλ. ανένδοτος, γυμνικοί αγώνες βλ. γυμνικός, Ειδικοί Ολυμπιακοί Αγώνες βλ. ολυμπιακός, κίτρινο φύλλο αγώνα βλ. φύλλο, Ολυμπιακοί Αγώνες βλ. ολυμπιακός, Παραολυμπιακοί Αγώνες βλ. παραολυμπιακός, προκριματικός (αγώνας) βλ. προκριματικός, ροζ φύλλο αγώνα βλ. φύλλο, φύλλο αγώνα βλ. φύλλο, Χειμερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες βλ. ολυμπιακός ● ΦΡ.: (αγωνίστηκε/έδωσε) τον αγώνα τον καλό: για πρόσωπο που έδωσε αγώνα, μένοντας πιστό στα ιδανικά του και στοχεύοντας στην ηθική τελείωσή του., αγώνας (μεταξύ) ζωής και θανάτου: πολύ κρίσιμος, καθοριστικός αγώνας: Διεξάγεται ~ ~. Βλ. ζήτημα/θέμα ζωής ή/και θανάτου. [< γαλλ. lute entre la vie et la mort], Αγώνες Καλής Θέλησης: διεθνείς αθλητικοί αγώνες για την κατανόηση και συμφιλίωση των λαών. [< αγγλ. Goodwill Games, 1986] , άνευ αγώνα/αγώνος (λόγ.): ΑΘΛ. για αποτέλεσμα αγώνα που επιτυγχάνεται χωρίς αναμέτρηση των δύο ομάδων, αλλά κατόπιν επίσημης απόφασης: νίκη/πρόκριση ~ ~. Αποκλείστηκε/πέρασε ~ ~ (: ενν. από/στον επόμενο γύρο διοργάνωσης). Πβ. στα χαρτιά., νυν υπέρ πάντων ο αγών (επίσ.) : για περιπτώσεις που χρειάζεται συσπείρωση όλων των δυνάμεων για την επίτευξη ενός υψηλού στόχου. [< αρχ. ἀγών]
634αγωνία[ἀγωνία] α-γω-νί-α ουσ. (θηλ.): ψυχική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από έντονη ανησυχία, ταραχή, αβεβαιότητα λόγω ενός κινδύνου, μιας δυσκολίας ή από ανυπομονησία για κάτι: έκδηλη/πνευματική ~. Επιθανάτια ~ ή ~ του θανάτου (= ψυχομαχητό). Θρίλερ/κραυγή/νύχτα ~ας. Βιβλίο/ιστορία/ταινία που σε κρατά σε ~. Παράγοντες που επιτείνουν την ~ των υποψηφίων. Εκφράζω/κρύβω την ~ μου. Έχει/υπάρχει ~ για τα αποτελέσματα/το αύριο/τις εξετάσεις/το μέλλον/την τύχη των ομήρων (πβ. άγχος). Η ~ αυξάνεται/κορυφώνεται/παρατείνεται/συνεχίζεται. Με κυριεύει/τρώει η ~. Κοιτάζω με ~ για ... Περιμένω με ~ να τον δω/τις διακοπές (πβ. αδημονία). Συμμερίζομαι τις ~ες σας. ~ες και έγνοιες. Έκφραση φόβου και ~ας. ● ΣΥΜΠΛ.: υπαρξιακή αγωνία & υπαρξιακό άγχος: ΦΙΛΟΣ. το αίσθημα τρόμου που δημιουργείται στον άνθρωπο, όταν συνειδητοποιεί ότι έχει ελεύθερη βούληση· (κυρ. κατ' επέκτ.) το άγχος που προκαλεί ο έντονος προβληματισμός για θεμελιώδη ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως είναι ο θάνατος και η αναζήτηση νοήματος στη ζωή. [< γερμ. Existenzangst] [< αρχ. ἀγωνία, γαλλ. agonie, αγγλ. agony]
635αγωνίζομαι[ἀγωνίζομαι] α-γω-νί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {αγωνί-στηκα (λόγ. μτχ. αγωνισ-θείς, -θείσα, -θέν), -στεί, αγωνιζ-όμενος} 1. καταβάλλω επίπονη προσπάθεια για την επίτευξη ενός στόχου: ~ ενάντια στις προκαταλήψεις/στον ρατσισμό. Έχω μάθει/δεν σταματώ να ~. ~ (σθεναρά/σκληρά) να βγάλω το ψωμί μου/βρω δουλειά/κερδίσω τα προς το ζην/περάσω στις εξετάσεις/περισώσω ό,τι μπορώ/υπερνικήσω τα εμπόδια (πβ. μοχθώ, πασχίζω). ~στηκε πολύ, για να πετύχει/φτάσει εκεί που έφτασε. Ο ~όμενος λαός. 2. μάχομαι ενάντια σε κάποιον ή κάτι: ~ κατά των εχθρών. ~στηκε (σκληρά) ενάντια στη δικτατορία/στον εισβολέα/στην τυραννία (πβ. πολεμώ). Ο λαός είναι έτοιμος να ~στεί με γενναιότητα/μέχρι θανάτου για την πατρίδα. (επίσ.) Φόρος τιμής προς τους ηρωικώς ~σθέντες και πεσόντες του πολέμου. 3. συμμετέχω σε αγώνα, διαγωνισμό (αθλητικό, μουσικό): ~ στον μαραθώνιο/στο μήκος/στην ποδηλασία/στο ράλι/στο σκάκι. Η ομάδα ~εται (= παίζει) σήμερα στο γήπεδό της/εκτός έδρας. Βλ. αντ~, συν~. ● ΦΡ.: (αγωνίστηκε/έδωσε) τον αγώνα τον καλό βλ. αγώνας, ευ αγωνίζεσθαι βλ. ευ [< αρχ. ἀγωνίζομαι, γερμ. kämpfen]
636αγώνισμα[ἀγώνισμα] α-γώ-νι-σμα ουσ. (ουδ.) {αγωνίσμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΑΘΛ. άθλημα: αρχαία/ατομικά/ιππικά/λαϊκά/ομαδικά/(παρα)ολυμπιακά ~ατα (βλ. σπορ). ~ατα δρόμου/κολύμβησης/ρίψεων/στίβου. Το ~ της ξιφασκίας/της πάλης/της ποδηλασίας (βλ. κέριν). Συμμετέχω σε ~. Στα προκριματικά/στον τελικό του ~ατος. Η διεξαγωγή ενός ~ατος. 2. (μτφ.-λογοτ.) επίπονη προσπάθεια για την επίτευξη στόχου: ηθικό ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ναυτικά αθλήματα/αγωνίσματα βλ. ναυτικός [< αρχ. ἀγώνισμα]
637αγωνισταράς[ἀγωνισταράς] α-γω-νι-στα-ράς ουσ. (αρσ.) (επιτατ.-ειρων.): (συνήθ. για κομματικό ή συνδικαλιστικό στέλεχος) πρόσωπο που προβάλλεται ως μεγάλος αγωνιστής: ~ της παράταξης. Το παίζει ~. Βλ. -αράς.
638αγωνιστής, αγωνίστρια[ἀγωνιστής] α-γω-νι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που αγωνίζεται, μάχεται σκληρά, που καταβάλλει επίπονη προσπάθεια για την επίτευξη ενός (υψηλού) σκοπού: γνήσιος/εθνικός (πβ. πατριώτης)/θρυλικός/λαϊκός/φλογερός ~. ~ της αλήθειας (πβ. υπέρμαχος, υποστηρικτής)/της δικαιοσύνης/της ελευθερίας/μιας παράταξης. ~ κατά της δικτατορίας. ~ για τα ανθρώπινα δικαιώματα/για τη δημοκρατία. Βλ. πρωτ~, συν~. 2. (ειδικότ.) αυτός που πολεμά ή κυρ. πολέμησε σε μεγάλες μάχες: παλαίμαχος ~. Οι ~ές του 1821/του 1940/του Αλβανικού Έπους/της Εθνικής Αντίστασης. Πβ. μαχητής, πολεμιστής, στρατιώτης. 3. ΦΥΣΙΟΛ. {στο αρσ.} ο μυς που συστέλλεται, σε αντιδιαστολή με τον μυ που χαλαρώνει. Βλ. ανταγωνιστής. 4. ΦΑΡΜΑΚ. {στο αρσ.} φάρμακο που παρουσιάζει συγγένεια με τη δράση κάποιας ουσίας του σώματος: ~ της αδρεναλίνης/οιστρογόνων/ορμονών. [< 1,2: αρχ. ἀγωνιστής, μτγν. ἀγωνίστρια 3,4: αγγλ. agonist, γαλλ. agoniste, γερμ. Agonist]
639αγωνιστικός, ή, ό [ἀγωνιστικός] α-γω-νι-στι-κός επίθ. 1. που χαρακτηρίζει τον αγώνα ή τον αγωνιστή, μαχητικός: ~ός: παλμός. ~ή: δράση/δύναμη/θέληση/πορεία. ~ό: μέτωπο/πάθος/πνεύμα/φρόνημα. ~ές: ικανότητες. Με ~ούς χαιρετισμούς. Βλ. αντ~, πρωτ~, συν~. 2. ΑΘΛ. που σχετίζεται με αθλητικούς αγώνες ή είναι κατάλληλος για αυτούς: ~ός: αθλητισμός/διευθυντής/εξοπλισμός. ~ή: κίνηση/περίοδος. ~ό: αυτοκίνητο/ποδήλατο. ~ές: εκδηλώσεις. Βλ. εξω~. ● Ουσ.: αγωνιστική (η): ΑΘΛ. ημέρα διεξαγωγής αγώνων σε ομαδικό άθλημα, συνήθ. ανά εβδομάδα: 1η (πρώτη), 2η, 3η ... επόμενη/τελευταία ~. Ένας παίκτης/ένα γήπεδο τιμωρείται με δύο/τρεις ~ές (: σε περιπτώσεις αφαίρεσης του δικαιώματος συμμετοχής/χρήσης σε αντίστοιχους αγώνες). ● επίρρ.: αγωνιστικά ● ΣΥΜΠΛ.: αγωνιστικός χώρος βλ. χώρος [< αρχ. ἀγωνιστικός, αγγλ. agonistic]
640αγωνιστικότητα[ἀγωνιστικότητα] α-γω-νι-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): διάθεση ή ικανότητα για αγώνα: αδάμαστη/ακατάβλητη/αμείωτη/απαράμιλλη/λαϊκή/ομαδική ~. Επιδεικνύω ~ και πάθος. Πέτυχε με πείσμα και ~. Μήνυμα/πνεύμα ~ας. Παράδειγμα θάρρους και ~ας. ~ ζήτησε από τους παίκτες του ο προπονητής. Βλ. αντ~, -ότητα, συν~. ΣΥΝ. μαχητικότητα
641αγωνιώ[ἀγωνιῶ] α-γω-νι-ώ ρ. (αμτβ.) {αγωνι-άς ..., -ώντας | μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.}: διακατέχομαι από αγωνία, έντονη ανησυχία ή ανυπομονησία για κάτι: ~ για την έκβαση των γεγονότων/για τη θέση μου στην εταιρεία/με τη σκέψη ότι θα είσαι μακριά/να μάθω νέα σου (= ανυπομονώ). Τηλεφώνησε μόλις φτάσεις, για να μην ~ (= ανησυχώ). Πβ. αδημονώ, κάθομαι (πάνω) σ' αναμμένα κάρβουνα, καρδιοχτυπώ. [< αρχ. ἀγωνιῶ]
642αγωνιώδης, ης, ες [ἀγωνιώδης] α-γω-νι-ώ-δης επίθ. {αγωνιώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών} (λόγ.): που χαρακτηρίζεται ή διακατέχεται από αγωνία: ~ης: αναμονή/έκκληση/προσπάθεια. ~ες: ερώτημα. ~εις: στιγμές/ώρες. Επιδίδεται σε ~η αναζήτηση εργασίας. Κραυγή ~ους διαμαρτυρίας. Πβ. απεγνωσμένος, απελπισμένος. Βλ. -ώδης. ● επίρρ.: αγωνιωδώς [-ῶς]: ΣΥΝ. εναγώνια [< γαλλ. anxieux]
644αγωνοθεσία[ἀγωνοθεσία] α-γω-νο-θε-σί-α ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. διοργάνωση και εποπτεία διεξαγωγής αθλητικών αγώνων. Βλ. -θεσία. [< μτγν. ἀγωνοθεσία]
645αγωνοθέτης[ἀγωνοθέτης] α-γω-νο-θέ-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. αγωνοθέτρια}: ΑΘΛ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που διοργανώνει αθλητικούς αγώνες ή/και προσφέρει βραβεία σε αγώνες: ~ και χορηγός. Βλ. -θέτης. ΣΥΝ. αθλοθέτης [< αρχ. ἀγωνοθέτης]
646ΑΔ1. (η) Αστυνομική Διεύθυνση. 2. (η) Ανωτάτη Διεύθυνση (ή Διοίκηση). 3. (το) Αναγκαστικό Διάταγμα. 4. (ο) Αθλητικός Δικαστής. 5. (η) Αποστολική Διακονία (της Εκκλησίας της Ελλάδος). 6. (το) Αστικό Δίκαιο.
648ΑΔΑ1. (ο) Αριθμός Διαδικτυακής Ανάρτησης. 2. (η) Ανώτατη Διοίκηση Αεροπορίας.
649αδάγκωτος, η, ο [ἀδάγκωτος] α-δά-γκω-τος επίθ. (σπάν.): που δεν έχει δαγκωθεί: ~ο: μήλο.
650ΑΔΑΕ(η): Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών.
651αδαημοσύνη[ἀδαημοσύνη] α-δα-η-μο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): έλλειψη γνώσης ή πείρας. Πβ. άγνοια, αμάθεια, απειρία. Βλ. -οσύνη. [< αρχ. ἀδαημοσύνη]
652αδαής, ής, ές [ἀδαής] α-δα-ής επίθ./ουσ. {αδα-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν έχει γνώση ή πείρα: ~ής: πελάτης/χρήστης. ~ές: κοινό. ~ από αυτοκίνητα/μαγειρική/μουσική (ΣΥΝ. ανίδεος, άσχετος, ΑΝΤ. γνώστης, ειδήμων, ειδικός). Αφελής και ~.~ με τα οικονομικά. Η απάτη είναι αντιληπτή και από τον πιο ~ή (= αμαθή, ανυποψίαστο) παρατηρητή.|| (ως ουσ.) Απορίες/ερωτήσεις ενός ~ούς. Μεγαλοστομίες προς εντυπωσιασμό των ~ών. [< αρχ. ἀδαής]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.