Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [16380-16400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
15513ελαφρυντικός, ή, ό [ἐλαφρυντικός] ε-λα-φρυ-ντι-κός επίθ. 1. ΝΟΜ. που συμβάλλει στην πιο επιεική αντιμετώπιση κάποιου ο οποίος διέπραξε αδίκημα ή παράβαση: ~ός: παράγοντας. ~ές: περιστάσεις. ~ά: στοιχεία. Βλ. αθωωτ-, απαλλακτ-ικός. ΑΝΤ. επιβαρυντικός 2. (σπάν.-μτφ.) που ανακουφίζει από οικονομικό κυρ. φορτίο: ~ές: διατάξεις. [< 1: γερμ. mildernd, γαλλ. atténuant]
15514ελαφρύνω[ἐλαφρύνω] ε-λα-φρύ-νω ρ. (μτβ.) {ελάφρυν-α, ελαφρύν-θηκε, -θεί} (λόγ.-συνήθ. μτφ.): ελαφραίνω, απαλλάσσω κάποιον ή κάτι από δυσβάσταχτο βάρος: Προσπαθεί να ~ει τον πόνο τους. Η επιχείρηση έχει ~θεί από ασφαλιστικές εισφορές. Στόχος είναι να ~θούν (= ανασάνουν) οι χαμηλές εισοδηματικές τάξεις. Πβ. ανακουφίζω, ξαλαφρώνω. ΑΝΤ. επιβαρύνω (1) ● ΦΡ.: ελαφρύνω τη θέση κάποιου (μτφ.) 1. μετριάζω την ευθύνη του για κάτι: Προσπαθώντας να ~ει ~ της υποστήριξε ότι ... Με τις καταθέσεις τους ~ουν ~ του. 2. τον ανακουφίζω από οικονομικό κυρ. φορτίο: Νέα μέτρα που θα ~ουν ~ των εργαζομένων. [< μτγν. ἐλαφρύνω]
15515ελαφρύς, ιά, ύ [ἐλαφρύς] ε-λα-φρύς επίθ. {ελαφρ-ύ κ. -ιού | -είς κ. -ιοί, (ουδ.) -ιά· θηλ. (λόγ.) -ά· ελαφρύτ-ερος, -ατος} & ελαφρός, ή, ό & (λαϊκό) αλαφρός ΑΝΤ. βαρύς 1. που έχει μικρό βάρος, που μεταφέρεται, σηκώνεται άνετα ή κινείται εύκολα: (συχνά με θετ. συνυποδ.) ~ύς: φακός/φορητός υπολογιστής. ~ιά: βιντεοκάμερα/τσάντα. ~ύ: αεροσκάφος/σακίδιο/φορτίο. ~ιές: αποσκευές. Ποδήλατο με ~ύ σκελετό. Σκάνερ ~ύ και πρακτικό. ~ύ και οικονομικό αυτοκίνητο. Το μικρότερο και ~ερο κινητό της αγοράς.|| (για πρόσ.) Ήμουν είκοσι κιλά πιο ~ (= αδύνατος). Είναι ~ιά σαν πούπουλο. Νιώθω ~ και ξεκούραστος (πβ. ευκίνητος). Να κοιμάστε με ~ύ στομάχι (: χωρίς να έχετε φάει πολύ).|| ~ύς: σιδηρόδρομος (βλ. τραμ).|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ύ: άρμα/(παλαιότ.) ιππικό (: με ~ύ οπλισμό).|| (ΧΗΜ-ΦΥΣ.) ~ιά: αέρια/μέταλλα (: με μικρό ειδικό βάρος).|| (κατ’ επέκτ.) ~ύ: τιμόνι (: εύκολο, άνετο στον χειρισμό).|| (μτφ.) ~ύ και κομψό σχέδιο (: απλό, απέριττο). 2. (ειδικότ. για ρούχα) λεπτός: ~ιά: κουβέρτα. ~ύ: μπουφάν/πάπλωμα. ΑΝΤ. χοντρός (2) 3. που χαρακτηρίζεται από μικρή ή μικρότερη (από την κανονική, επιθυμητή) ένταση ή δύναμη, που δεν είναι τόσο αισθητός· περιορισμένος, λίγος: ~ύ: άγγιγμα (πβ. απαλό, τρυφερό)/μασάζ/τρίψιμο/χτύπημα (ΑΝΤ. δυνατό). ~ιά κάμψη του αγκώνα/στροφή της κεφαλής. ~ύ τίναγμα των μαλλιών.|| ~ύς: άνεμος/χειμώνας (ΑΝΤ. δριμύς). ~ιά: βροχή (πβ. ασθενής, ψιλή)/ομίχλη/συννεφιά/χιονόπτωση. ~ύ: αεράκι (ΣΥΝ. ανάλαφρο, βλ. αύρα)/κύμα.|| ~ύς: αναστεναγμός/ήχος/φωτισμός. ~ιά: γεύση/οσμή (ΑΝΤ. οξεία). ~ύ: άρωμα (πβ. διακριτικό)/μαύρισμα/χρώμα (: παλ). (για συναίσθημα) ~ιά: ανησυχία.|| ~ιά: αύξηση/κλίση/μείωση. ~ύ: προβάδισμα. (ειδικότ., για εργασία) ~ύ: σκάλισμα (: επιφανειακό). Πβ. ανεπαίσθητος. ΑΝΤ. έντονος. 4. που χωνεύεται εύκολα ή γρήγορα, γενικότ. που έχει κάποια από τα συστατικά του σε μικρή σχετικά περιεκτικότητα: ~ιά: κουζίνα/σάλτσα. ~ύ: γεύμα/πιάτο. ~ιά: λάδια (βλ. ελαιόλαδο, βαμβακ-, ηλι-, σογι-έλαιο). Πβ. ευκολοχώνευτος, εύπεπτος. ΑΝΤ. δύσπεπτος.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) ~ύ: γάλα (: με χαμηλά λιπαρά, ημιάπαχο· βλ. άπαχο, πλήρες). ~ύ: γλυκό (ψυγείου).|| ~ύ: ποτό (: χωρίς πολύ αλκοόλ). ~ά: τσιγάρα. Καφές ~, φίλτρου. 5. (μτφ.) που είναι υποφερτός, που αντιμετωπίζεται με σχετική ευκολία: ~ύς: ερεθισμός/πονοκέφαλος/πυρετός/τραυματισμός (πβ. επιπόλαιος. ΑΝΤ. σοβαρός). ~ύ: διάστρεμμα/έγκαυμα/εγκεφαλικό/κρυολόγημα/πρήξιμο. ~ά (σπανιότ. ~ιά) συμπτώματα νόσου. 6. (μτφ.) που δεν είναι τόσο κουραστικός, δυσβάσταχτος: ~ιά: άσκηση/γυμναστική (πβ. ήπια)/εργασία. ~ύ: πρόγραμμα.|| ~ιά: ποινή/φορολογία. ~ύ: πρόστιμο. Πβ. ανεκτός. ΑΝΤ. επαχθής. 7. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από έλλειψη έντονου προβληματισμού ή βαθιάς σκέψης: ~ύ: ύφος. ~ά: θέματα. Η συζήτηση έγινε σε ευχάριστο και ~ύ κλίμα. 8. που γίνεται κατανοητός και γενικότ. δεκτός, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή ή προσπάθεια: ~ιά: μουσική (βλ. κλασική). ~ό/~ύ: θέατρο.|| (με αρνητ. συνυποδ.) ~ύ έργο, κατώτερο των προηγούμενων επιτυχιών του σκηνοθέτη. Βλ. εμπορικός. ● Υποκ.: ελαφρούτσικος , η, ο {κ. θηλ. -ια}: (συχνά για πρόσ.) αφελής, ελαφρόμυαλος. ● επίρρ.: ελαφρ(ι)ά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Κοιμάται (πβ. λαγοκοιμάται· ΑΝΤ. βαθιά)/τρώει ~. Ντύθηκα ~ (: με λεπτά ρούχα· ΑΝΤ. βαριά). Υποχώρησαν ελαφρά (= λίγο) οι τιμές. Είναι/νιώθει ~ώς (= κάπως) καλύτερα. Με τα γόνατα ~ώς λυγισμένα. ● ΣΥΜΠΛ.: ελαφρό τραγούδι: ΜΟΥΣ. κατηγορία τραγουδιών που καλλιεργήθηκαν κυρ. στον χώρο της επιθεώρησης και της οπερέτας και κυριάρχησαν τις δεκαετίες '40 και '50. Βλ. (αρχοντο)ρεμπέτικο, δημοτικό, (ελαφρο)λαϊκό, έντεχνο, μοντέρνο., ελαφρύς ύπνος 1. που διακόπτεται εύκολα: Κάνει ~ύ ~ο. ΑΝΤ. βαθύς. 2. ήσυχος: ~ ~, χωρίς έγνοιες. (ως ευχή) Καλό βράδυ και ύπνο ~ύ. , ελαφρά βιομηχανία βλ. βιομηχανία, ελαφρά όπλα βλ. όπλο, ελαφρών/μεσαίων (/μέσων)/βαρέων βαρών βλ. βάρος, ελευθέρων ηθών βλ. ήθος, μαλακά ναρκωτικά βλ. μαλακός ● ΦΡ.: (ας/να είναι) ελαφρύ/ελαφρό το χώμα που σε/τον σκεπάζει: ως ευχή που διατυπώνεται συνήθ. σε επικήδειο ή επιμνημόσυνο λόγο, για ανάπαυση του νεκρού: Aιωνία σου η μνήμη και ~ ~ που σε σκεπάζει. , το πήρε ελαφριά (προφ.): δεν έδωσε σημασία σε κάτι ή δεν στενοχωρήθηκε πολύ για αυτό. ΑΝΤ. το πήρε βαριά, (έχω) ελαφρύ χέρι βλ. χέρι, ελαφρά τη καρδία βλ. καρδιά, με ελαφριά (τη) συνείδηση βλ. συνείδηση [< αρχ. ἐλαφρύς, γαλλ. léger, αγγλ. light, γερμ. leicht]
15516ελάφρωμα[ἐλάφρωμα] ε-λά-φρω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) & (λαϊκό) αλάφρωμα: μείωση βάρους: ~ του αυτοκινήτου. Πβ. ξαλάφρωμα. Βλ. ελάφρυνση.
15517ελαφρώνωβλ. ελαφραίνω
15518ελάχιστο[ἐλάχιστο] ε-λά-χι-στο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίστου}: το κατώτερο δυνατό ποσό, μέγεθος, όριο, τιμή: Οι αυξήσεις/οι ζημιές περιορίστηκαν στο ~. Έχουν το ~ που τους αναλογεί. Μείωσαν στο ~ τον κίνδυνο/τον χρόνο που απαιτείται για ... Το ~ που θα περίμενε κανείς είναι ... (ΜΑΘ.) Το ~ της συνάρτησης.|| (κατ' επέκτ.) Είναι το ~ που θα μπορούσε να γίνει/που μπορώ να κάνω/πω. Πβ. μίνιμουμ. ● ΦΡ.: ούτε στο ελάχιστο/παραμικρό: καθόλου: Δεν συμφωνώ ~ ~ με αυτά που λες. Δεν διαφέρουν ~ ~. Πβ. ούτε (ένα) χιλιοστό, ούτε κατά κεραία., το ελάχιστο(ν) & (λόγ.) κατ' ελάχιστο(ν) (ως επίρρ.): το λιγότερο: Το στρατηγικό σχέδιο θα πρέπει ~ ~ να περιλαμβάνει ... (πβ. τουλάχιστον). Δεν ανταποκρίθηκε ούτε κατ' ~ (= καθόλου) στις απαιτήσεις. ΑΝΤ. το πολύ [< αρχ. ἐλάχιστον, γαλλ. minime]
15519ελαχιστοποίηση[ἐλαχιστοποίηση] ε-λα-χι-στο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): περιορισμός στο ελάχιστο: ~ των απωλειών/των ατυχημάτων/της κατανάλωσης/των κινδύνων/του κόστους/του χρόνου (επεξεργασίας των εντολών).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ παραθύρου (βλ. σμίκρυνση). Βλ. -ποίηση. ΑΝΤ. μεγιστοποίηση [< γαλλ. minimisation]
15520ελαχιστοποιώ[ἐλαχιστοποιῶ] ε-λα-χι-στο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ελαχιστοποι-είς ..., -ώντας | ελαχιστοποί-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: μειώνω στο ελάχιστο: Λύση που θα ~ήσει τις επιπτώσεις/το κόστος. Η επιβάρυνση/ο θόρυβος ~ήθηκε. Οι δαπάνες/τα λάθη ~ήθηκαν. Πβ. ελαττώνω. Βλ. εκμηδενίζω, -ποιώ. ΑΝΤ. μεγιστοποιώ [< γαλλ. minimiser]
15521ελάχιστος, η, ο [ἐλάχιστος] ε-λά-χι-στος επίθ. {(λόγ. ουδ.) -ον, -ου (λόγ.) -ίστου (θηλ. -ίστης) | -ων (λόγ.) -ίστων}: που είναι στο έπακρο λίγος ή μικρός: ~ος: μισθός/φόρος τιμής/φωτισμός (πβ. αμυδρός)/χρόνος/χώρος. ~η: αμοιβή/αξία/απόσταση/διάρκεια/(δυνατή) επιβάρυνση/θερμοκρασία/καταβολή/κατανάλωση/χρέωση. ~ο: βάρος/μέγεθος/όριο/πλήθος/ποσό/ύψος. ~ες: πιθανότητες. ~ο δείγμα ευγνωμοσύνης για ... ~ο εγγυημένο εισόδημα. Προηγείται με ~η διαφορά από τον δεύτερο. Σε ~ες περιπτώσεις. Σε ~α σημεία υπερέχει. Έχουν μείνει ~α εισιτήρια (: πολύ λίγα). Έχουν ~α κοινά μεταξύ τους. Δεν υπάρχει η ~η (= παραμικρή) αμφιβολία πως ... Προσδιορισμός ~ίστου κόστους. Καθορισμός των ~ίστων προδιαγραφών σχετικά με ... Βλ. απειρο~.|| (ως ουσ.) ~οι υπέβαλαν υποψηφιότητα. Τα ~α που πρέπει να θυμάστε. Πβ. μηδαμινός, ολίγιστος. ΑΝΤ. μέγιστος (2) ● επίρρ.: ελάχιστα & (σπάν.-λόγ.) -ίστως ● ΣΥΜΠΛ.: ελάχιστο κοινό πολλαπλάσιο (ακρ. ΕΚΠ): ΜΑΘ. το μικρότερο από τα κοινά πολλαπλάσια δύο ή περισσότερων φυσικών αριθμών, διαφορετικών από το μηδέν: Το ~ ~ του 2, του 4, του 6 και του 12 είναι το 12. ● ΦΡ.: εγώ ο ελάχιστος: (κυρ. σε λόγο ιερωμένου, ως ένδειξη ταπεινοφροσύνης) ασήμαντος, ανάξιος λόγου: Πώς, ~ ~, θα αναλάβω ένα τέτοιο έργο; Πβ. ταπεινός. [< αρχ. ἐλάχιστος, γαλλ. minime]
15522ελαχιστότητα[ἐλαχιστότητα] ε-λα-χι-στό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ελάχιστου: η ~ της ύπαρξής μας μπροστά στο Σύμπαν. Πβ. ασημαντ-, μηδαμιν-ότητα.|| (μτφ., σε λόγο ιερωμένων, ως δήλωση ταπεινοφροσύνης:) Ευχαριστώ για την εμπιστοσύνη προς την ~ά μου. Πβ. μετριότητα, ταπεινότητα. Βλ. -ότητα. [< μτγν. ἐλαχιστότης]
15523ΕΛΒ(η): Εταιρεία Λαϊκής Βάσης.
15524ελβετικός, ή, ό [ἑλβετικός] ελ-βε-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Ελβετία ή/και τους Ελβετούς: ~ά: ρολόγια. ● ΣΥΜΠΛ.: ελβετικός σουγιάς: είδος πτυσσόμενου μαχαιριού που συνοδεύεται από άλλα χρήσιμα εργαλεία (κατσαβίδι, ανοιχτήρι, πιρούνι, λίμα, ψαλιδάκι)., γερμανική/ελβετική ακρίβεια βλ. ακρίβεια1 ● ΦΡ.: με ακρίβεια ελβετικού ρολογιού βλ. ακρίβεια1
15525Ελβετός, Ελβετή[Ἐλβετός] Ελ-βε-τός επίθ./ουσ. & (συχνότ. θηλ.) Ελβετίδα: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Ελβετία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει την ελβετική υπηκοότητα.
15528ελγίνεια[ἐλγίνεια] ελ-γί-νει-α επίθ./ουσ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: τα ελγίνεια (μάρμαρα): αρχαία ελληνικά γλυπτά και αρχιτεκτονικά μέλη που απέσπασε ο λόρδος Έλγιν κυρ. από τον Παρθενώνα και τα μετέφερε στη Μεγάλη Βρετανία. [< αγγλ. Elgin marbles, 1809]
15529ΕΛΔΟ(ο): Ελληνικός Διαστημικός Οργανισμός (2017).
15531ΕΛΕ1. (οι) Ειδικοί Λειτουργικοί Επιστήμονες. 2. (ο) Ειδικός Λογαριασμός Ερευνας. Βλ. ΕΛΚΕ.
15532ελεατικός, ή, ό [ἐλεατικός] ε-λε-α-τι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που αναφέρεται στους Ελεάτες: ~ός: φιλόσοφος. ~ή: σχολή. [< μτγν. Ἐλεατικός]
15533ελεγεία[ἐλεγεία] ε-λε-γεί-α ουσ. (θηλ.) 1. κάθε λυρικό καλλιτεχνικό έργο που εκφράζει συνήθ. μελαγχολία ή θλίψη: Η ταινία είναι μια ~ της μοναξιάς. 2. ΦΙΛΟΛ. είδος ποιήματος (της αρχαίας ελληνικής και λατινικής γραμματείας) που εξέφραζε συνήθ. λύπη και γραφόταν σε δίστιχα από τα οποία το ένα ήταν δακτυλικό εξάμετρο και το άλλο πεντάμετρο. Βλ. ίαμβος, μέλος. [< 1: γαλλ. élegie 2: αρχ. ἐλεγεία, αγγλ. elegy]
15534ελεγειακός, ή, ό [ἐλεγειακός] ε-λε-γει-α-κός επίθ. 1. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από λυρικότητα και μελαγχολικό ύφος: ~ή: ατμόσφαιρα/διάθεση. Χαμηλός ~ τόνος. Ο ~ χαρακτήρας της ρομαντικής ποίησης. 2. ΦΙΛΟΛ. που αναφέρεται στην αρχαία ελληνική και λατινική ελεγεία: ~ό: μέτρο. ~οί: ποιητές (βλ. ιαμβογράφος). Βλ. ιαμβ-, μελ-, χορ-ικός. [< 1: γαλλ. élégiaque 2: μτγν. ἐλεγειακός, αγγλ. elegiac]
15535ελεγείο[ἐλεγεῖο] ε-λε-γεί-ο ουσ. (ουδ.): ΦΙΛΟΛ. ελεγεία και ειδικότ. θρηνητικό ποίημα, επιτύμβιο ή επιγραφή σε ελεγειακό μέτρο. [< αρχ. ἐλεγεῖον]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.