Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [16400-16420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
15537ελεγκτής[ἐλεγκτής] ε-λε-γκτής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ελέγκτρια} 1. υπάλληλος που έχει αρμοδιότητα να ελέγχει την εκτέλεση εργασίας ή υποχρέωσης, την ποιότητα υπηρεσίας, την κατάσταση προϊόντων: δημοσιονομικός/εγκεκριμένος/εξωτερικός/εσωτερικός/νόμιμος/οικονομικός ~. ~ εισιτηρίων. Ορκωτοί ~ές-λογιστές. Φορολογικοί ~ές (= φοροελεγκτές). ~ές ανωνύμων εταιρειών/του Δημοσίου. Έκθεση ~ών. Λογιστικός έλεγχος από ανεξάρτητο ~ή. Σώμα Επιθεωρητών-~ών Δημόσιας Διοίκησης.|| (ως επίθ.) ~ής: γιατρός/οδοντίατρος. 2. ΤΕΧΝΟΛ. {μόνο στο αρσ.} πρόγραμμα ή συσκευή που ρυθμίζει τη λειτουργία μηχανήματος, συστήματος, προγράμματος: ασύρματος ~. Βιομηχανικοί/ψηφιακοί ~ές. ~ έθερνετ/μνήμης (υπολογιστή)/μπαταριών/ορθογραφίας/παιχνιδιών/στάθμης (υγρών)/συνδέσεων. Προγραμματιζόμενοι λογικοί ~ές (PLC). Βλ. μικρο~.|| (ειδικότ.) ~ χαρτονομισμάτων (: ελέγχει τη γνησιότητά τους). ● ΣΥΜΠΛ.: ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας: υπάλληλος της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, αρμόδιος για τον έλεγχο της κυκλοφορίας των αεροσκαφών, ιδ. κατά την κίνησή τους προς και από το αεροδρόμιο. ΣΥΝ. αεροελεγκτής [αγγλ. air traffic controller, 1922][< μεσν. ελεγκτής, 1: γαλλ. contrôleur 2: αγγλ. controller]
15538ελεγκτικός, ή, ό [ἐλεγκτικός] ε-λε-γκτι-κός επίθ. (επίσ.): που σχετίζεται ή είναι επιφορτισμένος με την άσκηση ελέγχου: ~ός: οίκος/οργανισμός/φορέας. ~ή: αρμοδιότητα/επιτροπή/εταιρεία. ~ό: επάγγελμα/προσωπικό/συμβούλιο. ~ές: υπηρεσίες. ~ά: κέντρα/όργανα. ~ μηχανισμός για την εφαρμογή της μελέτης. Ο ~ ρόλος της Βουλής. Διεθνή ~ά πρότυπα. Βλ. εξ~. ● Ουσ.: ελεγκτική (η): ΟΙΚΟΝ. κλάδος που αναφέρεται στον καθορισμό αρχών, κανόνων, προτύπων για τη διενέργεια οικονομικού κυρ. ελέγχου: διοικητική ~. ~ και εσωτερικός έλεγχος. Χρηματοοικονομική και ~. Λογιστική-~. [< αγγλ. auditing] ● ΣΥΜΠΛ.: Ελεγκτικό Συνέδριο (ακρ. ΕΣ): ΝΟΜ. ανώτατο διοικητικό-δημοσιονομικό δικαστήριο και κρατικό όργανο με αρμοδιότητα, μεταξύ άλλων, τον έλεγχο των δημόσιων δαπανών και συμβάσεων καθώς και την εκδίκαση διαφορών σχετικά με την απονομή συντάξεων και υποθέσεων που αναφέρονται στην ευθύνη των πολιτικών ή στρατιωτικών δημοσίων υπαλλήλων: πάρεδροι/σύμβουλοι του ~ού ~ίου.|| Το Ευρωπαϊκό ~ ~ (: θεσμικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ελέγχει τα έσοδα και τις δαπάνες της). [< γαλλ. Cour des Comptes] [< αρχ. ἐλεγκτικός]
15539ελεγμένος, η, ο [ἐλεγμένος] ε-λεγ-μέ-νος επίθ. & (σπάν.-λόγ.) ηλεγμένος: που έχει υποστεί έλεγχο: ~ος: χώρος. ~η: ποιότητα/συσκευασία. ~ο: σχέδιο/υλικό. ~ες: οικονομικές καταστάσεις/πληροφορίες (ΑΝΤ. ανεξακρίβωτες, ανεπιβεβαίωτες). Καλλυντικά/προϊόντα δερματολογικά/κλινικά ~α. ΑΝΤ. ανέλεγκτος ● βλ. ελεγχόμενος, ελέγχω
15540ελέγξιμος, η, ο [ἐλέγξιμος] ε-λέγ-ξι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να ελεγχθεί: ~η: κατάσταση/πορεία. ~ο: σύστημα. ~α: αποτελέσματα/κριτήρια. Μετρήσιμα και ~α στοιχεία. Πβ. ελεγχόμενος. [< γαλλ. contrôlable, 1900, αγγλ. controlable]
15541ελεγξιμότητα[ἐλεγξιμότητα] ε-λεγ-ξι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ελέγξιμου· δυνατότητα να ελεγχθεί κάτι: ~ των αποφάσεων/μιας θεωρίας (πβ. επαληθευσιμότητα).|| (ΜΑΘ.-ΠΛΗΡΟΦ.) ~ και παρατηρησιμότητα. ~ ψηφιακών κυκλωμάτων/συστημάτων. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. contrôlabilité]
15542ελεγχόμενος

, η, ο [ἐλεγχόμενος] ε-λεγ-χό-με-νος επίθ.: που περιορίζεται, ρυθμίζεται, συγκρατείται, τίθεται υπό τον έλεγχο κάποιου: ~ος: ανταγωνισμός/πληθωρισμός/χώρος. ~η: ανάπτυξη/δράση (ΑΝΤ. αυτόβουλη)/έκρηξη/εταιρεία/κατεδάφιση κτιρίου/μελέτη/περιοχή/ποιότητα/πρόσβαση/ροή/ταχύτητα. ~ο: δίκτυο/κόστος. ~ες: αγορές/υπηρεσίες/συνθήκες. Κρατικά ~ μηχανισμός. Παραπληροφόρηση και ~η ενημέρωση. Ηλεκτρονικά ~ ψεκασμός. Απόλυτα ~ο περιβάλλον από κύκλωμα παρακολούθησης.|| (ΦΥΣ.) ~η: θερμοπυρηνική σύντηξη. Πβ. επιτηρούμενος. ΑΝΤ. ανεξέλεγκτος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: ελεγχόμενη στάθμευση: ρύθμιση, συνήθ. με απόφαση δημοτικού συμβουλίου, της στάθμευσης των οχημάτων σε κοινόχρηστους χώρους για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και με την καταβολή καθορισμένου τέλους: ~ ~ με κάρτα/παρκόμετρα. Ζώνη/θέσεις ~ης ~ης. Εφαρμογή του μέτρου της ~ης ~ης στο κέντρο της πόλης. Βλ. χώρος στάθμευσης., ελεγχόμενη οικονομία βλ. οικονομία ● βλ. ελεγμένος, ελέγχω [< αρχ. ἐλεγχόμενος, γαλλ. contrôlé, αγγλ. controlled]

15543έλεγχος[ἔλεγχος] έ-λεγ-χος ουσ. (αρσ.) {ελέγχ-ου | -ων} 1. εξέταση προσώπων, πραγμάτων, δεδομένων, διαδικασιών με στόχο την εξακρίβωση της εγκυρότητας, της λειτουργίας, της ισχύος, της ορθότητας ή της νομιμότητάς τους· συνεκδ. η αρμόδια υπηρεσία: αιφνιδιαστικός/ακτινολογικός/αστυνομικός/αυστηρός/αυτόματος/δημοσιονομικός/έκτακτος/ενδελεχής/εξονυχιστικός/επιτόπιος/εργαστηριακός/ηλεκτρονικός (βλ. τηλε~)/ιατρικός/μοριακός/οικονομικός/οπτικός/ορθογραφικός/περιοδικός/προγεννητικός/προληπτικός/πρωτοβάθμιος/στατιστικός/τακτικός/τελωνειακός/τεχνικός/υγειονομικός/φορολογικός/χημικός ~. ~ αποσκευών/διαβατηρίων/διαθεσιμότητας (δικτύου)/εισιτηρίων (πβ. τσεκ-ιν)/επιχειρήματος (πβ. ανασκευή)/καυσαερίων/κυκλοφορίας/λογιστικών βιβλίων/παραγωγής/πληροφοριών (: διασταύρωση)/πλοίων (πβ. επιθεώρηση)/προϊόντων/στοιχείων (πβ. επαλήθευση)/τιμών/υγείας (πβ. τσεκάπ)/φαρμάκων. Διαχειριστικός ~ των πράξεων. Δυναμικός ~ ευστάθειας. Προσεισμικός ~ κτιρίων. ~ της συμπεριφοράς ανθρώπου/συστήματος. ~ της αξιοπιστίας των αποτελεσμάτων (πβ. δοκιμασία). Ασκώ/διεξάγω/πραγματοποιώ ~ο. Υποβάλλεται/υπόκειται σε ~ο. Περνώ από ~ο. ~ για ιούς (σε υπολογιστή). ~ εξ αποστάσεως. Διενεργούνται ~οι στην αγορά.|| Επιτροπή/όργανα/τμήμα ~ου. Πβ. κοντρόλ, τεστ-, τσεκ-άρισμα. Βλ. αυτο~, επαν~, προ~. 2. διεύθυνση, εξουσία: Αποκτώ/διατηρώ τον (απόλυτο) ~ο μιας εταιρείας. Οι δύο χώρες ανταγωνίζονται για τον ~ο της περιοχής. Ο οδηγός έχει τον ~ο του αυτοκινήτου. Πβ. διακυβέρνηση, διοίκηση, κυριαρχία.|| (μτφ.) ~ (: χαλιναγώγηση) των παθών/παρορμήσεων/συναισθημάτων. 3. (για κατάσταση, φαινομένο, μέγεθος) περιορισμός της εξάπλωσης, της αύξησης: ~ της ανεργίας/της ασθένειας/της βίας/του πληθωρισμού/της ρύπανσης. Ο ~ του βάρους κάποιου. Πβ. συγκράτηση. 4. & (επίσ.) έλεγχος προόδου: επίσημο έγγραφο στο οποίο καταγράφεται η βαθμολογία, ο αριθμός των απουσιών και η διαγωγή μαθητή και δίνεται στον κηδεμόνα του κυρ. κάθε τρίμηνο ή τετράμηνο. 5. επίβλεψη: ~ των παιδιών. Ήθελε να ξεφύγει από τον συνεχή ~ο των γονιών του. Πβ. επιτήρηση, παρακολούθηση. ● ΣΥΜΠΛ.: αίθουσα ελέγχου: χώρος που φιλοξενεί το προσωπικό και τα μηχανήματα που απαιτούνται, ώστε να ελέγχεται η λειτουργία εγκατάστασης, σταθμού, δικτύου: ~ ~ μηχανοστασίου. [< αγγλ. control room] , έλεγχος (της) προόδου: εξέταση της βελτίωσης, της εξέλιξης: ~ ~ ενός αθλητή/του προσωπικού μιας εταιρείας/ενός υποψήφιου διδάκτορα. ~ ~ των πωλήσεων ενός προϊόντος/υλοποίησης ενός έργου., έλεγχος (των) γεννήσεων: σκόπιμος περιορισμός του αριθμού των γεννήσεων με μεθόδους αντισύλληψης: πολιτική ~ου ~. Βλ. άμβλωση, δημογραφική εξέλιξη, οικογενειακός προγραμματισμός, στείρωση, υπερπληθυσμός, υπογεννητικότητα. [< αγγλ. birth control, γαλλ. contrôle des naissances, 1933] , έλεγχος πρόσβασης: ΠΛΗΡΟΦ. απαγόρευση εισόδου μη εξουσιοδοτημένων προσώπων σε υπολογιστικό σύστημα (με προσωπικά συνήθ. δεδομένα)., έλεγχος προσώπων: εξέταση που στοχεύει στην εξακρίβωση της ταυτότητας ατόμου ή ατόμων για λόγους ασφάλειας: αστυνομικός ~ ~. ~ ~ στους αερολιμένες/στα σύνορα. ~ ~ και αποσκευών/εμπορευμάτων/οχημάτων. Βλ. φέις-κοντρόλ., έλεγχος των εξοπλισμών: διεθνής συμφωνία για τον περιορισμό της κατασκευής και κατοχής όπλων, καθώς και τα σχετικά μέτρα. , κοινωνικός έλεγχος: το σύνολο των διαδικασιών που αποσκοπούν στη συμμόρφωση των μελών μιας κοινωνίας προς συγκεκριμένα πρότυπα δράσης και συμπεριφοράς. Βλ. κομφορμισμός., μη καταστροφικός έλεγχος: ΤΕΧΝΟΛ. μορφή ποιοτικού ελέγχου που εφαρμόζεται στη βιομηχανία και την επιστήμη για την αξιολόγηση των ιδιοτήτων και της αντοχής ενός υλικού ή αντικειμένου, χωρίς αυτά να καταστρέφονται: ~ ~ σκυροδέματος. Μέθοδος/τεχνικές μη ~ού ~ου. Βλ. διασφάλιση (της) ποιότητας. [< αγγλ. nondestructive testing, 1929] , πίνακας ελέγχου 1. ΠΛΗΡΟΦ. παράθυρο στον υπολογιστή που περιέχει εικονίδια προγραμμάτων για τη ρύθμιση των βασικών παραμέτρων και λειτουργιών του λειτουργικού συστήματος ή του περιβάλλοντος εργασίας. 2. ΤΕΧΝΟΛ. το τμήμα της κονσόλας συσκευής ή μηχανής που περιλαμβάνει ενδεικτικές λυχνίες, ψηφιακές οθόνες και διακόπτες. [< αγγλ. control panel] , ποιοτικός έλεγχος/έλεγχος ποιότητας : σύνολο διαδικασιών (ανάλυση σχεδιασμού, εξέταση δείγματος) που αποσκοπούν στη διασφάλιση του επιθυμητού επιπέδου ποιότητας, ιδ. κατά την παραγωγή προϊόντων: ~ ~ τροφίμων/υλικών. [< αγγλ. quality control, 1935] , βιολογική καταπολέμηση/βιολογικός έλεγχος βλ. καταπολέμηση, δειγματοληπτικός έλεγχος/δειγματοληπτική έρευνα βλ. δειγματοληπτικός, δωμάτιο ελέγχου βλ. δωμάτιο, ζώνη οικιστικού ελέγχου βλ. ζώνη, κάρτα (ελέγχου) καυσαερίων βλ. κάρτα, κοινοβουλευτικός έλεγχος βλ. κοινοβουλευτικός, ντόπινγκ/αντιντόπινγκ έλεγχος/κοντρόλ βλ. αντιντόπινγκ, ομάδα ελέγχου βλ. ομάδα, πύργος ελέγχου βλ. πύργος, σωματική έρευνα βλ. έρευνα ● ΦΡ.: εκτός ελέγχου: για κάτι που δεν είναι δυνατόν να ελεγχθεί: ~ ~ η κρίση/ο πληθωρισμός/η φωτιά. Η κατάσταση βαίνει/βγήκε/βρίσκεται ~ ~.|| (σπάν. για πρόσ.) Είναι ~ ~ (= εκτός εαυτού)., υπό (τον) έλεγχο: για κάτι που περιορίζεται, ελέγχεται ή βρίσκεται υπό την εξουσία, κυριαρχία κάποιου: Η επιδημία γρίπης/η πυρκαγιά τέθηκε υπό έλεγχο. Όλα είναι υπό ~.|| Οργανισμοί που βρίσκονται υπό τον ~ του κράτους. Πβ. στα χέρια κάποιου., χάνω τον έλεγχο (μτφ.) 1. χάνω την ψυχραιμία μου, παρεκτρέπομαι: ~ει ~ του εαυτού του. Όταν θυμώνει, ~ει ~. 2. αδυνατώ να διευθύνω, να κατευθύνω κάτι: Έχασε ~ του αεροσκάφους/της επιχείρησης. Ο παίκτης έχασε ~ της μπάλας. [< αρχ. ἔλεγχος ‘ανασκευή, εξέταση (σε αντιπαράθεση), απόδειξη’, γαλλ. contrôle, αγγλ. control]
15544ελέγχω[ἐλέγχω] ε-λέγ-χω ρ. (μτβ.) {έλεγ-ξα (σπάν.-λόγ.) ήλεγξα, ελέγ-ξει, -χθηκε, -χθεί, ελεγχ-όμενος, ελεγ-μένος (λόγ.) ηλεγμένος, ελέγχ-οντας} 1. κάνω έλεγχο, εξετάζω: ~ξα το βιβλιάριο ασθενείας/τα δικαιολογητικά/τους λογαριασμούς/το περιεχόμενο (π.χ. ενός ηλεκτρονικού μηνύματος)/τα στοιχεία (π.χ. της αίτησης, πβ. εξακριβώνω, επαληθεύω)/την ταυτότητα κάποιου (πβ. επιθεωρώ)/τα τιμολόγια. ~ξες τα πράγματά σου; ~ουν την αντοχή των κτιρίων (πβ. δοκιμάζω). Λογισμικό που ~ει αυτόματα όλα τα αρχεία (ενν. για ιούς). ~εται ένας συλλογισμός ως προς την εγκυρότητα και την ορθότητά του. Η πληροφορία ~χθηκε (: αξιολογήθηκε, κρίθηκε) ως ανακριβής. Πβ. τεστάρω, τσεκάρω. Βλ. εξ~, προ~. 2. έχω, θέτω κάτι ή κάποιον υπό τον έλεγχό μου· το(ν) εξουσιάζω, το(ν) περιορίζω ή του επιβάλλομαι: ~ την κατάσταση/τα παιδιά (= επιβλέπω, επιτηρώ)/μια περιοχή/μια χώρα (: την έχω υπό την κατοχή μου). Η φωτιά ~χθηκε (= τέθηκε υπό έλεγχο). Η εταιρεία ~ει το 50% της αγοράς παραγωγής ταινιών. Πβ. κοντρολάρω.|| ~ει τις αντιδράσεις/τον εαυτό/τις επιθυμίες/τη ζωή/τα πάθη/τις πράξεις/τα συναισθήματά του. Πβ. συγκρατώ, χαλιναγωγώ.|| ~ το αυτοκίνητο/τη μηχανή (= διευθύνω, κατευθύνω). 3. (σπανιότ.) επικρίνω, επιπλήττω: Τον ~ για την ανεπίτρεπτη συμπεριφορά/το παράπτωμά του. ● βλ. ελεγμένος, ελεγχόμενος [< αρχ. ἐλέγχω ‘ανασκευάζω, εξετάζω (σε αντιπαράθεση), αποδεικνύω, κατηγορώ’, γαλλ. contrôler, αγγλ. control]
15545ελεεινολογία[ἐλεεινολογία] ε-λε-ει-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) & ελεεινολόγηση (λόγ.): λόγια με τα οποία χαρακτηρίζεται κάποιος ή κάτι ελεεινό(ς), άθλιο(ς) ή αξιολύπητο(ς). Πβ. αποδοκιμασία, κατάκριση, οικτιρμός. Βλ. -λογία. [< αρχ. ἐλεεινολογία ‘λόγος κατάλληλος για να προκαλέσει συμπόνια’]
15546ελεεινολογώ[ἐλεεινολογῶ] ε-λε-ει-νο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {ελεεινολογ-εί ... | ελεεινολόγ-ησε, -είται, -ώντας}: χαρακτηρίζω κάποιον ή κάτι άθλιο, ελεεινό ή αξιολύπητο: Χλευάζουν και ~ούν τη γραφειοκρατία. Όποιος δεν είναι αρεστός συκοφαντείται και ~είται. Πβ. αποδοκιμάζω, κατακρίνω. ΑΝΤ. δοξολογώ.|| ~ούν τη μοίρα τους. Πβ. οικτίρω. Βλ. -λογώ. ΑΝΤ. μακαρίζω [< πβ. μτγν. ἐλεεινολογοῦμαι, ἐλεεινολογῶ ‘μιλώ για να προκαλέσω συμπόνια’]
15547ελεεινός, ή, ό [ἐλεεινός] ε-λε-ει-νός επίθ. 1. που θεωρείται άθλιος, ηθικά κατακριτέος, αξιόμεμπτος: ~ός: τύπος. ~ή: συμπεριφορά. ~ό: υποκείμενο (= σιχαμερό). ~ά: ψέματα. Πβ. αισχρός, αχρείος, ποταπός, τιποτένιος, χαμερπής. 2. που είναι κακής ποιότητας ή βρίσκεται σε πολύ άσχημη κατάσταση, που προκαλεί δυσφορία ή απέχθεια: ~ή: εμφάνιση/όψη. ~ό: δωμάτιο/φαγητό. ~ές συνθήκες διαβίωσης. Πβ. απαίσιος, απαράδεκτος, φρικτός. 3. άξιος οίκτου, αξιοθρήνητος: δυστυχισμένα και ~ά πλάσματα. Πβ. αξιολύπητος, οικτρός. ● επίρρ.: ελεεινά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΦΡ.: ελεεινός και τρισάθλιος βλ. τρισάθλιος [< 3: αρχ. ἐλεεινός]
15548ελεεινότητα[ἐλεεινότητα] ε-λε-ει-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αθλιότητα, μιζέρια· (συνεκδ. στον πληθ.) αξιολύπητες ή άθλιες πράξεις: Ζουν μέσα στη φτώχεια και την ~.|| Έγιναν λάθη και ~ες. Πβ. ποταπότητα. Βλ. -ότητα. [< μτγν. ἐλεεινότης]
15549ελεείταιβλ. ελεώ
15550ελεήμοναςβλ. ελεήμων
15551ελεημοσύνη[ἐλεημοσύνη] ε-λε-η-μο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) 1. υλική βοήθεια που προσφέρεται σε όσους έχουν ανάγκη· κάθε οικονομική παροχή: Δίνω/κάνω ~/~ες (= ελεώ). Ζητούν ~ (= επαιτούν, ζητιανεύουν). Έχει απλωμένο το χέρι/ικετεύει/παρακαλά για ~. Ζει από ~ες. Πβ. ψυχικό.|| (ειρων.) Βοηθήματα/επιδόματα ~ης. Δεν θέλει/δεν χρειάζεται ~ες. Με ψίχουλα και ~ες δεν διορθώνεται η κατάσταση. 2. έκφραση αγάπης, συμπόνιας και συμπαράστασης σε άπορους και γενικότ. δυστυχείς: φιλανθρωπία και ~. Δείχνουν ~. Πβ. έλεος, φιλευσπλαχνία. Βλ. αγαθοεργία, -οσύνη. [< μτγν. ἐλεημοσύνη]
15552ελεήμων, ων, ον [ἐλεήμων] ε-λε-ή-μων επίθ./ουσ. {ελεήμ-ονος, -ονα | -ονες (ουδ. -ονα)} (λόγ.) & ελεήμονας: που στέκεται στο πλευρό όσων δυστυχούν, παρέχοντάς τους κάθε είδους βοήθεια: φιλάνθρωπος/φιλόπτωχος και ~. Σπλαχνικοί και ~ονες.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Ο ~ Θεός. Πβ. συμπονετικός. ΣΥΝ. οικτίρμων, φιλεύσπλαχνος ΑΝΤ. ανηλεής [< αρχ. ἐλεήμων]
15553ελέησον[ἐλέησον] ε-λέ-η-σον: χριστιανική επίκληση προς τον Θεό για έλεος και συμπαράσταση. Στις ● ΦΡ.: Κύριε ελέησον!/Θεέ και Κύριε!/Kύριε των δυνάμεων βλ. Κύριος, το πολύ το "Κύριε ελέησον" το βαριέται κι ο Θεός/κι ο παπάς βλ. βαριέμαι [< αρχ. ἐλέησον, β' εν. προστ. αορ. του ρ. ἐλεῶ]
15554ελεκτρίκ[ἐλεκτρίκ] ε-λε-κτρίκ επίθ. {άκλ.}: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μπλε ελεκτρίκ & ηλεκτρίκ: πολύ έντονο μπλε. [< γαλλ. bleu électrique]
15555ελεκτρόνικα[ἐλεκτρόνικα] ε-λε-κτρό-νι-κα ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. κάθε είδος ηλεκτρονικής μουσικής: (κ. ως επίθ.) ~ μπάντα. Βλ. άμπιεντ, ρέιβ, τέκνο. [< αγγλ. electronica, 1980]
15556ελεκτροπόπβλ. ηλεκτροπόπ

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.