| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 15557 | ελελίφασκος | [ἐλελίφασκος] ε-λε-λί-φα-σκος ουσ. (αρσ.) & ελελίσφακος (αρχαιοπρ.): ΒΟΤ. φασκομηλιά. ΣΥΝ. αλισφακιά, σάλβια [< μτγν. ἐλελίσφακος] | |
| 15558 | ελεμές | βλ. λεμές | |
| 15559 | ελενίτ | [ἐλενίτ] ε-λε-νίτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (ως εμπορ. ονομασ. ελλενίτ): ΟΙΚΟΔ. οικοδομικό υλικό υψηλής περιεκτικότητας σε αμίαντο: κυματοειδή φύλλα ~. Στέγη από ~. Βλ. νοβοπάν. | |
| 15560 | έλεος | [ἔλεος] έ-λε-ος ουσ. (ουδ.) {ελέ-ους | -η} 1. ευσπλαχνία, συμπόνια: Δείχνω ~. Ζητώ το ~ κάποιου. Χωρίς ~ (= ανηλεώς). Συμπάθεια και ~ για τους άλλους. Πβ. ελεημοσύνη, λύπηση, οίκτος, πονοψυχία.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Η αγάπη και το ~ του Θεού. 2. (ως επιφών.) δηλώνει αγανάκτηση, διαφωνία ή δυσαρέσκεια για κάτι που γίνεται σε υπερβολικό βαθμό· φτάνει πια: ~ με το ψέμα και την κοροϊδία! ~ ρε παιδιά, ούτε ίχνος ντροπής; Η πόλη είναι γεμάτη σκουπίδια εδώ και μέρες. ~! 3. (ως επιφών.) για έκφραση βοήθειας, λύπησης, συγχώρεσης: ~, σταμάτα. ● ελέη (τα): αγαθά: τα ~ της φύσης. ● ΣΥΜΠΛ.: αδελφή του ελέους 1. μέλος ρωμαιοκαθολικής αδελφότητας που προσφέρει φιλανθρωπικό έργο: μοναστικό τάγμα/ορφανοτροφείο των ~ών ~. 2. (συνήθ. ειρων.) πρόσωπο φιλάνθρωπο ή σεμνότυφο. 3. (καταχρ.-αργκό) ομοφυλόφιλος. [< γαλλ. soeur de la charité] , άγγελος του ελέους βλ. άγγελος ● ΦΡ.: πλούσια τα ελέη: για αφθονία, συνήθ. αγαθών ή χαρισμάτων: Έχουν ~ ~, δεν τους λείπει τίποτα.|| (συνήθ. για γυναίκα με πλούσια σωματικά προσόντα) Είναι ψηλή με ~ ~., στο έλεος (κάποιου): στην απόλυτη διάθεση, υπό την επίδραση, την κυριαρχία κάποιου: Βρίσκεται/είναι ~ ~ της τύχης/της φύσης/της φωτιάς., στο έλεος του Θεού: χωρίς καμία απολύτως βοήθεια: Αφήνω/εγκαταλείπω κάποιον ~ ~., τα ελέη του Θεού: τα άφθονα αγαθά που δίνει ο Θεός στους ανθρώπους: (συχνά ως ευχή:) Μακάρι να 'χεις όλα ~ ~. Πβ. του Αβραάμ και του Ισαάκ τα αγαθά/τα καλά. [< 1: μτγν. ἔλεος] | |
| 15561 | Ελεούσα | [Ἐλεοῦσα] Ε-λε-ού-σα επίθ./ουσ.: ΕΚΚΛΗΣ. προσωνυμία της Παναγίας (: πηγή ελέους) και ο αντίστοιχος εικονογραφικός τύπος: Αγία ~. Βλ. Βρεφοκρατ-, Γλυκοφιλ-ούσα, Οδηγήτρια, Πλατυτέρα. [< μτγν. Ἐλεοῦσα] | |
| 15566 | ελευθερία | [ἐλευθερία] ε-λευ-θε-ρί-α ουσ. (θηλ.) {ελευθεριών} & (λαϊκό-λογοτ.) λευτεριά & ελευτεριά: η ιδιότητα του ελεύθερου· η απουσία ελέγχου, περιορισμών, δεσμεύσεων: απόλυτη/δημιουργική/εσωτερική/ηθική/πλήρης ~. Η ~ της δράσης/εργασίας/ιδιοκτησίας. Το ιδανικό/η κατάκτηση/η προάσπιση/η προστασία/η στέρηση/η υπονόμευση/το ύψιστο αγαθό/το φρόνημα της ~ας. Σεβασμός της ~ας των άλλων. Έχω την ~ (: το δικαίωμα) να ... Χιλιάδες άνθρωποι έχουν θυσιαστεί στο όνομα της ~ας. Αφαιρώ/στερώ την ~ από κάποιον (πβ. φυλακίζω, υποδουλώνω). Δίνω την ~ σε κάποιον. Ανακτώ την ~ μου (= απελευθερώνομαι). Βλ. ημι~.|| (για έθνος, κράτος, τόπο: η απουσία ξένης κατοχής ή επικυριαρχίας) Εθνική/πολιτική ~. Αγώνας για την ~ της πατρίδας. ~ ή θάνατος (: το σύνθημα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821). ΑΝΤ. αν~, δουλεία, σκλαβιά. ● ελευθερίες (οι): τα διάφορα είδη ελευθερίας που συνήθ. κατοχυρώνονται συνταγματικά: ατομικές/δημοκρατικές/θρησκευτικές/λαϊκές/στοιχειώδεις/συλλογικές ~. Κοινοτικές ~ (: οι τέσσερις βασικές ~, δηλ. η ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων/εμπορευμάτων/προσώπων/υπηρεσιών). Άσκηση/καταστρατήγηση των ~ών. ~ και ανθρώπινα δικαιώματα. ● ΣΥΜΠΛ.: βαθμός/βαθμοί ελευθερίας 1. ΦΥΣ. καθεμία από τις παραμέτρους που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον ακριβή προσδιορισμό της κίνησης ενός μηχανικού συστήματος ή των αλλαγών που υφίσταται ένα θερμοδυναμικό σύστημα. 2. ΣΤΑΤΙΣΤ. καθεμία από τις ανεξάρτητες τυχαίες μεταβλητές σε στατιστική μέτρηση ή κατανομή συχνοτήτων., γενετήσια ελευθερία: ΝΟΜ. το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής ερωτικού συντρόφου (χωρίς εξαναγκασμό, οικονομικά ανταλλάγματα ή άλλου είδους εξαρτήσεις): εγκλήματα κατά της ~ας ~ας (βλ. ασέλγεια, βιασμός, σεξουαλική κακοποίηση, σωματεμπορία)., ελευθερία (της) γνώμης/(της) έκφρασης/(των) ιδεών/(του) λόγου: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα κάποιου να εκφράζει τις απόψεις, τις ιδέες ή τις σκέψεις του δημοσίως, χωρίς να εμποδίζεται ή να τιμωρείται. Βλ. ισηγορία, παρρησία., ελευθερία (της) εγκατάστασης/(της) μετακίνησης/(της) μετανάστευσης: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του πολίτη να αλλάζει κατά βούληση χώρο διαμονής και εργασίας είτε μέσα στην ίδια του τη χώρα είτε έξω από αυτή(ν)., ελευθερία (της) θρησκευτικής συνείδησης: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της επιλογής, διατήρησης, εγκατάλειψης ή αλλαγής συγκεκριμένης θρησκείας, καθώς και επιλογής ή απόρριψης της αθεΐας. Βλ. ανεξιθρησκία., ελευθερία (της) λατρείας: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της άσκησης των λατρευτικών καθηκόντων., ελευθερία (της) πληροφόρησης: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ανεμπόδιστης διάδοσης ή αναζήτησης πληροφοριών., ελευθερία (της) σκέψης/(της) συνείδησης: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα κάθε ανθρώπου να έχει τις δικές του απόψεις ανεξάρτητα από τις θέσεις των άλλων., ελευθερία του πνεύματος/πνευματική ελευθερία: η απουσία κάθε παράγοντα που εμποδίζει ή περιορίζει την ανάπτυξη της σκέψης και την έκφραση., ελευθερία/άνεση κινήσεων/κινήσεως: ευχέρεια κινήσεων: απόλυτη ~ ~. Το ασύρματο τηλέφωνο προσφέρει μεγαλύτερη ~ ~ σε σχέση με το σταθερό.|| Χώρος εργασίας που προσφέρει ~ ~., η ελευθερία του Τύπου: ελευθεροτυπία., ακαδημαϊκή ελευθερία βλ. ακαδημαϊκός, ελευθερία της αδιαφορίας βλ. αδιαφορία, ελευθερία της βούλησης βλ. βούληση, η ελευθερία/το δικαίωμα του συνδικαλίζεσθαι βλ. συνδικαλίζομαι, η ελευθερία/το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι βλ. συνεταιρίζομαι, οικονομική ελευθερία βλ. οικονομικός, πολιτικά δικαιώματα βλ. δικαίωμα, προσωπική ελευθερία βλ. προσωπικός, συνδικαλιστική ελευθερία βλ. συνδικαλιστικός, το δικαίωμα/η ελευθερία του συνέρχεσθαι βλ. συνέρχομαι, φυσική ελευθερία βλ. φυσικός [< αρχ. ἐλευθερία, γαλλ. liberté, αγγλ. liberty] | |
| 15567 | ελευθεριάζων | , ουσα, ον [ἐλευθεριάζων] ε-λευ-θε-ρι-ά-ζων επίθ. (λόγ.): που αδιαφορεί για τις δεσμεύσεις ή τις συμβάσεις της κοινωνικής ηθικής ή είναι αντίθετος προς αυτές: ~ουσα: γλώσσα (= άσεμνη). ~οντα: ήθη. Χαλαρή και ~ουσα συμπεριφορά. Πβ. ελευθέριος. [< μτχ. εν. του ρ. ἐλευθεριάζω ‘μιλώ ή ενεργώ ελεύθερα’, γαλλ. libertin] | |
| 15568 | ελευθεριακός | , ή, ό [ἐλευθεριακός] ε-λευ-θε-ρι-α-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που δεν αναγνωρίζει κανέναν περιορισμό της ατομικής ελευθερίας σε επίπεδο κοινωνικό, πολιτικό: ~ός: κομμουνισμός/σοσιαλισμός. ~ή: κουλτούρα/σκέψη. ~ό: κίνημα. Βλ. αναρχικός. [< αγγλ. libertarian] | |
| 15569 | ελευθέριος | , α, ο [ἐλευθέριος] ε-λευ-θέ-ρι-ος επίθ. (λόγ.): ελευθεριάζων. Πβ. ακόλαστος, έκλυτος. ● ΣΥΜΠΛ.: ελευθέριες τέχνες βλ. τέχνη, ελεύθερο επάγγελμα βλ. επάγγελμα, ελευθέρων ηθών βλ. ήθος [< αρχ. ἐλευθέριος ‘που μιλά ή ενεργεί ως ελεύθερος άνθρωπος’, γαλλ. libertin] | |
| 15570 | ελευθεριότητα | [ἐλευθεριότητα] ε-λευ-θε-ρι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αδιαφορία προς τους ηθικούς κανόνες, παραβίαση των συμβάσεων: ερωτική/σεξουαλική ~. ~ στην έκφραση/των ηθών.|| (συνεκδ. στον πληθ.) Γλέντια και ~ες. Πβ. ακολασία, ασωτία, κραιπάλη, παραλυσία. Βλ. -ότητα.|| (ΝΟΜ.) Παροχές που χορηγούνται από ~ του εργοδότη. [< αρχ. ἐλευθεριότης 'γενναιοδωρία', γαλλ. libertinage] | |
| 15571 | ελευθεροεπαγγελματίας | [ἐλευθεροεπαγγελματίας] ε-λευ-θε-ρο-ε-παγ-γελ-μα-τί-ας επίθ./ουσ.: ελεύθερος επαγγελματίας: (ως επίθ.) Ένωση/Σύλλογος ~ών Ιατρών. | |
| 15572 | ελευθεροποίηση | [ἐλευθεροποίηση] ε-λευ-θε-ρο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): αποδέσμευση από νομικούς και άλλους περιορισμούς ή από κρατικές κυρ. παρεμβάσεις: ~ του εμπορίου. ~ των επιτοκίων/τηλεπικοινωνιών. Πβ. απελευθέρωση, φιλ~. Βλ. -ποίηση. ● ΣΥΜΠΛ.: απελευθέρωση της αγοράς/των αγορών βλ. απελευθέρωση | |
| 15573 | ελευθεροπρέπεια | [ἐλευθεροπρέπεια] ε-λευ-θε-ρο-πρέ-πει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ήθος, συμπεριφορά που ταιριάζει σε ελεύθερο άνθρωπο: ~ και αξιοπρέπεια/παρρησία. ΑΝΤ. δουλοπρέπεια, δουλοφροσύνη | |
| 15574 | ελεύθερος | , η, ο [ἐλεύθερος] ε-λεύ-θε-ρος επίθ. {κ. (λόγ.) θηλ. ελευθέρα} & (λαϊκό-λογοτ.) λεύτερος & ελεύτερος 1. που δεν δεσμεύεται, δεν υπόκειται σε εξωτερικούς ή εσωτερικούς περιορισμούς, δεσμεύσεις, εξαρτήσεις, ρυθμίσεις, υποχρεώσεις ή έλεγχο: ~ος: κόσμος/λαός. ~η: ενημέρωση/χώρα. ~ο: έθνος/κράτος (πβ. αυτόνομος, ΑΝΤ. υπόδουλος, σκλαβωμένος). ~οι: πολίτες. ~ες: εκλογές. ~α: εδάφη. Όλοι είναι/γεννιούνται ίσοι και ~οι. Ανοιχτή και ~η κοινωνία. Ο κρατούμενος αφέθηκε ~ (ΑΝΤ. αιχμάλωτος, φυλακισμένος). Είδη/ζώα που ζουν ~α στη φύση. (ως ουσ.) ~οι και δούλοι.|| ~ος: λόγος. ~η: επιλογή/κίνηση/βούληση/σκέψη (: χωρίς προκαταλήψεις και στερεότυπα). ~ο: πνεύμα/φρόνημα. Είσαι ~ να κάνεις ό,τι θέλεις (πβ. ανεξάρτητος). Νιώθει ~η (πβ. αυτεξούσιος). ~ κι ωραίος. ~οι από το άγχος/φοβίες (πβ. απαλλαγμένος, απελευθερωμένος· ΑΝΤ. δέσμιος). Είναι ~οι να αποφασίσουν/δράσουν/φύγουν ... (: έχουν το δικαίωμα). Άσε/άφησε τον εαυτό σου ~ο (βλ. χαλαρός)/τη φαντασία σου ~η.|| ~ος: έρωτας. ~η: σχέση.|| ~ος: αυτοσχεδιασμός. ~η: διασκευή/συζήτηση. ~ο: θέμα/πρόγραμμα. ΑΝΤ. επιβεβλημένος.|| ~ος: ακροατής (: που δεν έχει κάνει εγγραφή). (ΟΙΚΟΝ.) ~ες: συναλλαγές/τιμές. (+ γεν.) Εισόδημα/ποσό ~ο φόρου. (ΣΤΡΑΤ.) ~ αρβυλών/ασκήσεων/υπηρεσίας (: για λόγους υγείας). Βλ. ημι~, φιλ~. 2. που δεν έχει καταληφθεί, διαθέσιμος: ~ος: χώρος. ~η: δίοδος/θέση (= άδεια, κενή· ΑΝΤ. κατειλημμένη)/μέρα/(τηλεφωνική) γραμμή (ΑΝΤ. απασχολημένη). ~ο: ακίνητο (: μη υποθηκευμένο ή διεκδικούμενο)/διαμέρισμα (ΑΝΤ. νοικιασμένο)/δωμάτιο/πεδίο (δράσης)/ταξί/τραπέζι (ΑΝΤ. αγκαζέ, πιασμένο, ρεζερβέ). Πέρνα, ο δρόμος είναι ~ (ΑΝΤ. κλειστός). (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ο τμήμα δίσκου/μνήμης.|| (για πρόσ.) Έχω ~ο το απόγευμα. Είσαι ~ για έναν καφέ (πβ. εύκαιρος); || Τι κάνεις στις ~ες ώρες σου; 3. ανύπαντρος ή που δεν έχει δεσμό: ~ ή παντρεμένος; Πβ. άγαμος, αδέσμευτος, εργένης. Βλ. δεσμευμένος. ΑΝΤ. έγγαμος (1) 4. που γίνεται αυτόματα ή ανεμπόδιστα· (ειδικότ., για δραστηριότητα) που γίνεται χωρίς σύνθετο εξοπλισμό ή που δεν απαγορεύεται: ~ος: συνειρμός. ~η: αναπνοή. ~η ροή ενέργειας/πληροφορίας (πβ. ακώλυτος). (σε αθλήματα με μπάλα) ~η: βολή. ~ο: βολέ/σουτ (ως ουσ.) Εκτέλεσε το ~ο.|| ~η: αναρρίχηση/πτήση (με αλεξίπτωτο πλαγιάς).|| ~η: στάθμευση (ΑΝΤ. ελεγχόμενη). ~ο: κυνήγι. 5. που δεν είναι δεμένος, μπορεί να κινηθεί ανενόχλητα: ~ος: τροχός. ~α: μαλλιά (: λυτά). (Κλήση) με ~α χέρια. ~η άκρη ελατηρίου/σχοινιού.|| (ΧΗΜ.) ~ος: σίδηρος. ~ο: ασβέστιο. ● Ουσ.: ελεύθερο (το) 1. άδεια, δικαίωμα, έγκριση: το ~ της επιλογής. Της έδωσε το ~ να ... (: της επέτρεψε). Έχει το ~ να ... (: μπορεί, του επιτρέπεται). Πβ. ελευθέρας, πράσινο φως. 2. ΑΘΛ. στιλ κολύμβησης με το σώμα μπρούμυτα, τα χέρια να βυθίζονται στο νερό, διαγράφοντας εναλλάξ κυκλική τροχιά και τα πόδια να κινούνται γρήγορα πάνω κάτω: ~ ανδρών/γυναικών. Βλ. πεταλούδα, πρόσθιο, ύπτιο. ΣΥΝ. κρόουλ (1) [< 2: αγγλ. free-style, περ. 1934] ● επίρρ.: ελεύθερα & (λόγ.) -έρως ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερα αγαθά: ΟΙΚΟΝ. που είναι διαθέσιμα χωρίς (ή με ελάχιστο) κόστος και υπάρχουν σε αφθονία σε σχέση με τις ανάγκες που καλύπτουν: ~ ~ είναι, π.χ., ο ατμοσφαιρικός αέρας, το ηλιακό φως, το νερό της πηγής και της θάλασσας (φυσικοί πόροι εν γένει). Βλ. οικονομικά αγαθά. , ελεύθερη πρόσβαση: (+ σε) που γίνεται χωρίς περιορισμούς: Έχουν ~ ~ στο διαδίκτυο/στις πληροφορίες. Βάσεις δεδομένων ~ης ~ης., ελεύθερο κάμπινγκ: που δεν είναι οργανωμένο, γίνεται με πρωτοβουλία των κατασκηνωτών, χωρίς πληρωμή., ελευθέρας/ελεύθερης βοσκής βλ. βοσκή, ελεύθερες ρίζες βλ. ρίζα, ελεύθερη αγορά βλ. αγορά, ελεύθερη είσοδος βλ. είσοδος, ελεύθερη ενέργεια (συστήματος) βλ. ενέργεια, ελεύθερη ένωση βλ. ένωση, ελεύθερη ζώνη βλ. ζώνη, ελεύθερη κατάδυση βλ. κατάδυση, ελεύθερη κυκλοφορία βλ. κυκλοφορία, ελεύθερη μετάφραση/απόδοση βλ. μετάφραση, ελεύθερη οικονομία βλ. οικονομία, ελεύθερη πτώση βλ. πτώση, ελεύθερη ραδιοφωνία/τηλεόραση βλ. ραδιοφωνία, ελεύθερο εμπόριο βλ. εμπόριο, ελεύθερο επάγγελμα βλ. επάγγελμα, ελεύθερο λάκτισμα βλ. λάκτισμα, Ελεύθερο Πανεπιστήμιο βλ. πανεπιστήμιο, ελεύθερο σχέδιο βλ. σχέδιο, ελεύθερο χτύπημα βλ. χτύπημα, ελεύθερο ωράριο βλ. ωράριο, ελεύθερο/ανοιχτό λογισμικό βλ. λογισμικό, ελεύθερος ανταγωνισμός βλ. ανταγωνισμός, ελεύθερος επαγγελματίας βλ. επαγγελματίας, ελεύθερος σκοπευτής βλ. σκοπευτής, ελεύθερος στίχος βλ. στίχος, ελεύθερος χρόνος βλ. χρόνος, ελευθέρων ηθών βλ. ήθος, ζώνη ελεύθερων συναλλαγών βλ. ζώνη, σύμφωνο (ελεύθερης) συμβίωσης βλ. συμβίωση ● ΦΡ.: (αφήνω/μένει) το πεδίο/το έδαφος ελεύθερο: δημιουργώ ευνοϊκές συνθήκες για κάποιον ή κάτι: ~ ~ στους ανταγωνιστές/στον αντίπαλο/στους σφετεριστές. Τους αφήνει το πεδίο ~ να δράσουν., (το) ελευθέρας (προφ.) 1. (ειρων.) το ελεύθερο: Έχουν ~ ~ να κάνουν το δικό τους. 2. κάρτα που επιτρέπει τη δωρεάν είσοδο κυρ. σε μουσεία, αρχαιολογικούς χώρους, μέσα συγκοινωνίας και κατ' επέκτ. η ίδια η δωρεάν είσοδος: Λήγει ~ ~ μου., ελεύθερο πουλί βλ. πουλί [< αρχ. ἐλεύθερος, γαλλ. libre, αγγλ. free] | |
| 15575 | ελευθεροστομία | [ἐλευθεροστομία] ε-λευ-θε-ρο-στο-μί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. αθυροστομία. Πβ. αυθάδεια, βωμολοχία, αισχρο-, χυδαιο-λογία. 2. θάρρος γνώμης, παρρησία: ~ και ελευθεροτυπία. Με τόλμη και ~. Πβ. ειλικρίνεια, ντομπροσύνη. [< 1: κατά την πρώτη σημ. του ελευθερόστομος 2: μτγν. ἐλευθεροστομία] | |
| 15576 | ελευθερόστομος | , η, ο [ἐλευθερόστομος] ε-λευ-θε-ρό-στο-μος επίθ. (λόγ.) 1. αθυρόστομος: ~η: κωμωδία. Πβ. βωμολόχος, χυδαιολόγος. ΣΥΝ. βρομόστομος 2. που μιλά χωρίς φόβο και περιστροφές, που εκφράζεται με παρρησία ή χαρακτηρίζεται από αυτή. Πβ. ειλικρινής, ντόμπρος. [< 2: αρχ. ἐλευθερόστομος] | |
| 15577 | ελευθεροτέκτονας | [ἐλευθεροτέκτονας] ε-λευ-θε-ρο-τέ-κτο-νας ουσ. (αρσ.): τέκτονας. ΣΥΝ. μασόνος (1) [< γαλλ. franc-maçon] | |
| 15578 | ελευθεροτεκτονισμός | [ἐλευθεροτεκτονισμός] ε-λευ-θε-ρο-τε-κτο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): μασονία. Πβ. στοά. ΣΥΝ. τεκτονισμός [< αγγλ. freemasonry] | |
| 15579 | ελευθεροτυπία | [ἐλευθεροτυπία] ε-λευ-θε-ρο-τυ-πί-α ουσ. (θηλ.): το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα κάθε πολίτη να δημοσιεύει ελεύθερα τις απόψεις του στα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας: Η ~ είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της δημοκρατίας. Βλ. -τυπία. ΣΥΝ. η ελευθερία του Τύπου [< γαλλ. liberté de la presse] | |
| 15580 | ελευθερόφρονας | βλ. ελευθερόφρων |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ