| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 15581 | ελευθεροφροσύνη | [ἐλευθεροφροσύνη] ε-λευ-θε-ρο-φρο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το γνώρισμα του ανθρώπου που στοχάζεται και δρα ελεύθερα: ~ και ανεξαρτησία του πνεύματος. Βλ. -οσύνη. ΑΝΤ. δουλοφροσύνη, εθελοδουλία | |
| 15582 | ελευθερόφρων | [ἐλευθερόφρων] ε-λευ-θε-ρό-φρων επίθ./ουσ. (λόγ.) & ελευθερόφρονας: πρόσωπο που έχει ελεύθερο φρόνημα χωρίς φανατισμό, προκαταλήψεις: ~ονες: πολίτες. Πβ. φιλελεύθερος. Βλ. -φρων. ΑΝΤ. δουλόφρων, εθελόδουλος | |
| 15583 | ελευθέρωμα | [ἐλευθέρωμα] ε-λευ-θέ-ρω-μα ουσ. (ουδ.) {χωρ. πληθ.} (λόγ.): ελευθέρωση: ~ σκλάβων.|| (μτφ.) ~ της συγκίνησης. [< μτγν. ἐλευθέρωμα ‘απελευθέρωση’] | |
| 15584 | ελευθερώνω | [ἐλευθερώνω] ε-λευ-θε-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {ελευθέρω-σα, ελευθερώ-σω, -θηκα, -μένος, ελευθερών-οντας} & (λαϊκό-λογοτ.) λευτερώνω & λευθερώνω (για τις σημ. 1 κ. 2) 1. χαρίζω την ελευθερία σε κάποιον (που την είχε στερηθεί): Ο στρατός ~σε την πατρίδα/πόλη (από τους κατακτητές, πβ. λυτρώνω). Ο λαός/η χώρα ~θηκε (οριστικά) από τις δυνάμεις κατοχής/τους εισβολείς (ΑΝΤ. σκλαβώθηκε, υποδουλώθηκε). Οι αιχμάλωτοι/όμηροι ~θηκαν. Οι κατάδικοι/κρατούμενοι ~θηκαν (πβ. απολύω, αποφυλακίζω). Έχουν ~θεί από τη δουλεία (πβ. ξεσκλαβώνω).|| ~ ζώο/πτηνό (: το αφήνω να επιστρέψει στο φυσικό του περιβάλλον). ~σαν μπαλόνια (στον ουρανό· πβ. αμολώ, λύνω). ΣΥΝ. απελευθερώνω (1) 2. (μτφ.) αποδεσμεύω, απαλλάσσω, απομακρύνω κάποιον ή κάτι (από κάτι δυσάρεστο, περιοριστικό ή επιβαρυντικό): Η γνώση ~ει το μυαλό/τη σκέψη (ΑΝΤ. δεσμεύω). ~ομαι από το άγχος/τα πάθη/τους φόβους μου. ~θηκε από τα καθήκοντά/τις οφειλές/τα χρέη του. ~μένος από τις αμαρτίες/τα βάρη. ~θηκα επιτέλους από δαύτον!|| ~στε (: αδειάστε) τον διάδρομο/την είσοδο να περάσουμε. Θέσεις που ~θηκαν (λόγω συνταξιοδότησης). Περιμένω να ~θεί η (τηλεφωνική) γραμμή (: γιατί είναι κατειλημμένη). Πβ. ξεμπλοκάρω. ΑΝΤ. εμποδίζω, μπλοκάρω.|| (ΟΙΚΟΝ., για κρατική παρέμβαση) Οι τιμές ~θηκαν. ~μένες: αγορές (πβ. ελεύθερη αγορά).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ χώρο (στον σκληρό δίσκο, διαγράφοντας αρχεία). 3. {στο γ' πρόσ.} εκλύω: Ενέργεια/θερμότητα που ~εται (στο περιβάλλον) από μια αντίδραση. Τοξικές ουσίες ~θηκαν από την έκρηξη. Πβ. εκπέμπει. ● Παθ.: ελευθερώθηκε (λαϊκό): (για έγκυο) γέννησε. Βλ. καλή λευτεριά! ● ΦΡ.: ελευθερώνω τα χέρια (κάποιου) (κυριολ. κ. συνηθέστ. μτφ.): αποδεσμεύω κάποιον· του λύνω τα χέρια: Συσκευές που ~ουν τα χέρια της νοικοκυράς (: την ξεκουράζουν, την απαλλάσσουν από κοπιαστικές κινήσεις). [< αρχ. ἐλευθερῶ, γαλλ. libérer, αγγλ. free up] | |
| 15585 | ελευθέρωση | [ἐλευθέρωση] ε-λευ-θέ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): απελευθέρωση. Πβ. απαλλαγή, αποδέσμευση, ξεσκλάβωμα, λύτρωση. [< αρχ. ἐλευθέρωσις, γαλλ. libération] | |
| 15586 | ελευθερωτής | [ἐλευθερωτής] ε-λευ-θε-ρω-τής ουσ. (αρσ.) , ελευθερώτρια (η): πρόσωπο που ελευθερώνει, κυρ. από δουλεία, δεσμά, κατοχή: ~ των αιχμαλώτων/των καταπιεσμένων/των υπόδουλων λαών.|| (ως επίθ.) ~ στρατός.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Ο Χριστός ως ~ (των ψυχών). Παναγία η ~τρια (: χαρακτηρισμός της Θεοτόκου και ο αντίστοιχος εικονογραφικός τύπος). Πβ. απ~, λυτρωτής, σωτήρας. [< μτγν. ἐλευθερωτής] | |
| 15587 | έλευση | [ἔλευση] έ-λευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ερχομός: η ~ των μεταναστών/(ΕΚΚΛΗΣ.) του Χριστού (πβ. ενανθρώπηση).|| (μτφ.) Η ~ της άνοιξης/της ψηφιακής εποχής. Με την ~ του νέου έτους. Πβ. άφιξη, φτάσιμο. Βλ. επ~, παρ~, προ~, προσ~, υπεισ~. ΑΝΤ. αναχώρηση (1) [< μτγν. ἔλευσις] | |
| 15588 | ελευσίνιος | , α, ο [ἐλευσίνιος] ε-λευ-σί-νι-ος επίθ. & ελευσινιακός, ή, ό: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: Ελευσίνια Μυστήρια: ΑΡΧ. μυστηριακές λατρευτικές γιορτές, με κέντρο την Ελευσίνα, προς τιμή της Δήμητρας και της κόρης της Περσεφόνης: η πομπή των ~ίων ~ίων. Μικρά και Μεγάλα ~ ~. [< αρχ. Ἐλευσίνιος] | |
| 15589 | ελευτεριά | βλ. ελευθερία | |
| 15590 | ελεύτερος | , η, ο βλ. ελεύθερος | |
| 15591 | ελέφαντας | [ἐλέφαντας] ε-λέ-φα-ντας ουσ. (αρσ.) {θηλ. (προφ.) ελεφαντίνα} & (λόγ.) ελέφας 1. ΖΩΟΛ. μεγαλόσωμο φυτοφάγο θηλαστικό, που ζει σε κοπάδια (οικογ. Elephantidae), με προβοσκίδα, χαυλιόδοντες, παχύ δέρμα, μεγάλα και πλατιά αυτιά: αρσενικός/ασιατικός/αφρικανικός/θηλυκός/ινδικός/λευκός ~. Άγριοι/εξημερωμένοι ~ες. Αγέλη ~ων. Απολιθωμένα οστά νάνων ~ων. Βλ. μαμούθ, παχύδερμος, προβοσκιδωτά. 2. (μτφ.-μειωτ.) πολύ παχύς άνθρωπος, υπέρβαρος. Πβ. ιπποπόταμος. 3. (σπάν.) ελεφαντόδοντο, φίλντισι: έργα από ~α και χρυσό. ● ελέφαντες (οι): φασόλια γίγαντες. ● Υποκ.: ελεφαντάκι (το): στις σημ. 1,2. ● ΣΥΜΠΛ.: θαλάσσιος ελέφαντας: ΖΩΟΛ. είδος μεγαλόσωμης φώκιας (επιστ. ονομασ. Mirounga leonina)., νεκροταφείο ελεφάντων 1. το μέρος στο οποίο θεωρείται ότι πηγαίνουν οι ελέφαντες, όταν καταλάβουν ότι θα πεθάνουν. 2. (μτφ.) τόπος εκτοπισμού ή χώρος περιθωριοποίησης. Βλ. σκοτώνουν τα άλογα, όταν γεράσουν. [< γαλλ. le cimetière des éléphants] ● ΦΡ.: (έχει) μνήμη ελέφαντα: ισχυρή μνήμη. Βλ. καμήλα. ΑΝΤ. (έχει) μνήμη χρυσόψαρου [< γαλλ. (avoir) une mémoire d΄ éléphant] , άντε να αποδείξεις ότι/πως δεν είσαι ελέφαντας (χιουμορ.): για να δηλωθεί ότι κάτι ολοφάνερο ή αυτονόητο, δεν γίνεται αμέσως αντιληπτό ή κατανοητό. [< αρχ. ἐλέφας, γαλλ. éléphant, αγγλ. elephant] | |
| 15592 | ελεφαντίαση | [ἐλεφαντίαση] ε-λε-φα-ντί-α-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. νόσος του λεμφικού συστήματος με χαρακτηριστικά συμπτώματα την παθολογική υπερτροφία και πάχυνση συνήθ. του δέρματος των άκρων και των έξω γεννητικών οργάνων: ~ του όσχεου. Βλ. -ίαση. 2. (σπάν.-μτφ.) γιγαντισμός, υδροκεφαλισμός. [< μτγν. ἐλεφαντίασις, γαλλ. éléphantiasis, αγγλ. elephantiasis] | |
| 15593 | ελεφάντινος | , η, ο [ἐλεφάντινος] ε-λε-φά-ντι-νος επίθ. & ελεφαντένιος, ια, ιο 1. που έχει φτιαχτεί από ελεφαντόδοντο: (συνήθ. ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ος: θρόνος. ~η: λαβή. Πβ. φιλντισένιος. Βλ. χρυσ~. 2. που σχετίζεται με τον ελέφαντα. [< αρχ. ἐλεφάντινος] | |
| 15594 | ελεφαντόδοντο | [ἐλεφαντόδοντο] ε-λε-φα-ντό-δο-ντο ουσ. (ουδ.) 1. υπόλευκο σκληρό οδοντικό υλικό από τους χαυλιόδοντες των ελεφάντων που χρησιμοποιείται για την κατασκευή διαφόρων αντικειμένων και συνεκδ. το ίδιο το αντικείμενο: βραχιόλι/κομπολόι/σκάκι από ~. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Άγαλμα από ~ και χρυσάφι (= χρυσελεφάντινο). Πβ. φίλντισι. Βλ. ιβουάρ.|| Σκαλιστά ~α. ΣΥΝ. ελεφαντοστό 2. χαυλιόδοντας του ελέφαντα. | |
| 15595 | ελεφαντοστό | [ἐλεφαντοστό] ε-λε-φα-ντο-στό ουσ. (ουδ.) & (λόγ.) ελεφαντοστούν: ελεφαντόδοντο. | |
| 15596 | ελεφαντουργία | [ἐλεφαντουργία] ε-λε-φα-ντουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) & ελεφαντουργική (κυρ. παλαιότ.): η τέχνη της δημιουργίας αντικειμένων από ελεφαντόδοντο. Βλ. -ουργία. [< μτγν. ἐλεφαντουργία] | |
| 15597 | ελέφας | βλ. ελέφαντας | |
| 15598 | ελέω | [ἐλέῳ] ε-λέ-ω επίρρ. (+ γεν.) (λόγ.): χάρη σε κάποιον ή εξαιτίας μιας αρνητικής κατάστασης, συγκυρίας: Οι τιμές έπεσαν ~ (= λόγω) μειωμένης ζήτησης. ● ΦΡ.: ελέω Θεού βλ. θεός [< μεσν. φρ. ελέω Θεού] | |
| 15599 | ελεώ | [ἐλεῶ] ε-λε-ώ ρ. (μτβ.) {ελε-εί ... | ελέ-ησε, ελε-είται, -ήθηκε, (μτχ. ελεών, -ούσα), -ημένος} (λόγ.): (συνήθ. για τον Θεό) νιώθω και δείχνω έλεος, συμπονώ, ευσπλαχνίζομαι: Κύριε, ~ησέ με. Πβ. λυπάμαι. Βλ. ελέησον, Ελεούσα. ● ελεήστε (παλαιότ.): δώστε ελεημοσύνη: ~ να σωθεί η ψυχή σας/το φτωχό/Χριστιανοί! [< αρχ. ἐλεῶ] | |
| 15600 | ελήφθη | βλ. λαμβάνω |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ