Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [16460-16480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
15601έλθω/έλθειβλ. έρχομαι
15603ελιά[ἐλιά] ε-λιά ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. αειθαλές αιωνόβιο μεσογειακό δέντρο (επιστ. ονομασ. Olea europaea, οικογ. Oleaceae) και συνεκδ. ο καρπός του από τον οποίο παράγεται το ελαιόλαδο: άγρια (= αγρι~)/γέρικη/ήμερη ~. ~ και λάδι. Κτήμα με ελιές (= ελαιώνας). Ραβδίζουν/τινάζουν τις ελιές. ΣΥΝ. ελαία, ελαιόδεντρο.|| Βρώσιμες/επιτραπέζιες/μαύρες/πράσινες/τσακιστές ελιές. Ελιές θρούμπες/ξιδάτες. Πάστα/πατέ/πολτός ελιάς. Κουκούτσια από ελιές. Έβαλε τις ελιές στο νερό, για να ξεπικρίσουν. Πβ. ελαιόκαρπος. Βλ. χονδρο~. 2. ΙΑΤΡ. καφέ ή μαύρη κηλίδα στο δέρμα: ελιές με δείγματα δυσπλασίας. Πβ. σπίλος. Βλ. κρεατο~. 3. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κομμάτι βοδινού κρέατος από τον αυχένα του ζώου: ~ χωρίς κόκαλο. Βλ. λαιμός, σπάλα. ● Υποκ.: ελίτσα (η): στις σημ. 1 και 2. ● ΣΥΜΠΛ.: δάκος της ελιάς βλ. δάκος, κλάδος ελαίας/κλαδί ελιάς βλ. ελαία ● ΦΡ.: ψωμί κι ελιά/ελιές (μτφ.-προφ.): φτωχική, λιτή διαβίωση: Τη βγάζει με ~ ~., Νοέμβρη οργώματα κι ελιές/από το θέρος ως τις ελιές, δεν απολείπουν οι δουλειές βλ. απολείπει [< μεσν. ελιά, γαλλ.-αγγλ. olive]
15604ΕΛΙΑ(το): Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο.
15605ελιγμός[ἑλιγμός] ε-λιγ-μός ουσ. (αρσ.) 1. κίνηση χαρακτηριζόμενη από συνεχή αλλαγή κατεύθυνσης: αντικανονικός/απότομος/γρήγορος ~ κατά την οδήγηση. ~ στάθμευσης.|| (ΝΑΥΤ.) Σκάφη με απεριόριστες δυνατότητες ~ών. Προπέλα ~ών.|| Αεροπορικοί ~οί. ~οί αποφυγής (σύγκρουσης). Το αεροσκάφος έκανε/εκτέλεσε/πραγματοποίησε (επιδέξιους/επικίνδυνους/θεαματικούς) ~ούς (πβ. ελίσσομαι).|| (ΑΘΛ.) ~οί σκιέρ.|| (ΣΤΡΑΤ., συντονισμένες ενέργειες στο πλαίσιο πολεμικής τακτικής:) Στρατιωτικοί ~οί. Πβ. μανούβρα. 2. {συνηθέστ. στον πληθ.} (μτφ.) ενέργεια με την οποία επιδιώκεται να παραμεριστούν τα εμπόδια (συχνά με πλάγιο τρόπο), ώστε να επιτευχθεί ο επιθυμητός στόχος: αιφνιδιαστικός/τακτικός ~. Διαπραγματευτικοί/έξυπνοι/επιχειρηματικοί/παραπλανητικοί/πολιτικοί/στρατηγικοί ~οί. Δεν υπάρχουν περιθώρια ~ών. Η κυβέρνηση προχώρησε σε διπλωματικούς ~ούς, για να διευθετήσει το ζήτημα. Μίλησέ μου στα ίσα, χωρίς ~ούς (πβ. περιστροφές, υπεκφυγές). [< 1: αρχ. ἑλιγμός 2: γαλλ. circonvolution]
15607έλικας[ἕλικας] έ-λι-κας ουσ. (αρσ.) & έλικα (η) 1. ΤΕΧΝΟΛ. εξάρτημα μηχανής για προώθηση, έλξη ή δυναμική άνωση, που αποτελείται από πτερύγια τα οποία απλώνονται ακτινωτά γύρω από κεντρικό σημείο και τίθεται σε λειτουργία με κινητήρα: ~ αεροπλάνου. Ελικόπτερο με δύο ~ες. Οι ~ες (= προπέλες) του πλοίου.|| ~ ανεμιστήρα/ανεμογεννήτριας. 2. ΒΟΤ. λεπτό και ευλύγιστο είδος βλαστού, που τυλίγεται γύρω από στήριγμα και βοηθά το φυτό να αναρριχηθεί. Πβ. ψαλίδα. 3. σπειροειδής σχηματισμός: (ΑΝΑΤ.) οι ~ες του εγκεφάλου/του (λεπτού) εντέρου/της νήστιδας.|| (ΒΙΟΧ.) Η διπλή ~ του Ντι-Εν-Έι (DNA).|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Οι ~ες του ιωνικού κιονόκρανου. [< αρχ. ἕλιξ, γαλλ. hélice, αγγλ. helix]
15608ελικοβακτηρίδιο[ἑλικοβακτηρίδιο] ε-λι-κο-βα-κτη-ρί-δι-ο ουσ. (ουδ.) & ελικοβακτήριο: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. γένος παθογόνων βακτηρίων με σπειροειδές σχήμα που προσβάλλει το ανώτερο γαστρεντερικό σύστημα των θηλαστικών, προκαλώντας διάφορες παθήσεις: το ~ του πυλωρού. Βλ. γαστρίτιδα, έλκος. [< αγγλ. helicobacter, 1989]
15609ελικοδρόμιο[ἑλικοδρόμιο] ε-λι-κο-δρό-μι-ο ουσ. (ουδ.): ανοιχτός και ελεύθερος χώρος για την απογείωση και προσγείωση ελικοπτέρων: τα ~α των νησιών. Βλ. -δρόμιο.
15610ελικοειδής, ής, ές [ἑλικοειδής] ε-λι-κο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που έχει σπειροειδές σχήμα ή την κίνηση έλικα: ~ής: σωλήνας. ~ής: αξονική τομογραφία/γραμμή/σκάλα. ~ές: γρανάζι/μονοπάτι/τρυπάνι. ~ή: ελατήρια. Πβ. ελικωτός. Βλ. -ειδής. ● επίρρ.: ελικοειδώς [-ῶς] [< μτγν. ἑλικοειδής, γαλλ. hélicoïdal, αγγλ. helical]
15611ελικόνια[ἑλικόνια] ε-λι-κό-νι-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. τροπικό καλλωπιστικό φυτό της κεντρικής και νότιας Αμερικής (οικογ. Heliconiaceae, γένος Heliconia). [< αγγλ. heliconia, 1838 < αρχ. ἑλικώνιος ‘σχετικός με το όρος Ἑλικών]
15612ελικοπτεράς[ἑλικοπτεράς] ε-λι-κο-πτε-ράς ουσ. (αρσ.) (προφ.): πιλότος ή σπανιότ. ιπτάμενος μηχανικός ελικοπτέρου. Βλ. -άς.
15613ελικόπτερο[ἑλικόπτερο] ε-λι-κό-πτε-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -έρου}: ΑΕΡΟΝ. αεροσκάφος με έναν ή περισσότερους έλικες, που περιστρέφονται σε κατακόρυφο άξονα, το οποίο μπορεί να πετά προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, να απογειώνεται και να προσγειώνεται κάθετα: αστυνομικό/ιδιωτικό/στρατιωτικό ~. ~ διάσωσης/παντός καιρού. ~ του ΕΚΑΒ/του Λιμενικού Σώματος/της Πολεμικής Αεροπορίας. Έλικες/πιλότος/χειριστής (του) ~ου. Βλ. ελικοδρόμιο, σούπερ πούμα.|| Τηλεκατευθυνόμενο ~ (βλ. αερομοντελισμός). ● Υποκ.: ελικοπτεράκι (το): παιδικό παιχνίδι ή αερομοντέλο. Βλ. αεροπλανάκι. [< γαλλ. hélicoptère, αγγλ. helicopter]
15614ελικοπτεροφόρο[ἑλικοπτεροφόρο] ε-λι-κο-πτε-ρο-φό-ρο ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. σύγχρονο πολεμικό πλοίο που ναυπηγείται για τη μεταφορά, επισκευή, απονήωση και προσνήωση ελικοπτέρων. Βλ. αεροπλανοφόρο. [< αγγλ. helicopter-carrier, 1958, γαλλ. porte-hélicoptère(s), 1956]
15615ελικοφόρος, α, ο [ἑλικοφόρος] ε-λι-κο-φό-ρος επίθ.: που φέρει ή συνηθέστ. κινείται με έλικες: ~ος: άξονας.|| ~α: αεροπλάνα/αεροσκάφη.|| (ως ουσ.) Πτήσεις ~ων (ΑΝΤ. αεριωθούμενα, τζετ). Βλ. -φόρος.
15616ελικωτός, ή, ό [ἑλικωτός] ε-λι-κω-τός επίθ. (λόγ.): που έχει σχήμα έλικα, ελικοειδής. Πβ. κοχλιωτός, φιδωτός. ● επίρρ.: ελικωτά [< μτγν. ἑλικωτός]
15617ελιξίριο[ἐλιξίριο] ε-λι-ξί-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. (μτφ.) οτιδήποτε θεωρείται ότι οδηγεί με θαυματουργό τρόπο σε επιθυμητό αποτέλεσμα: μαγικό ~. Το ~ της επιτυχίας/του έρωτα/της ευτυχίας/της νεότητας. Πβ. φίλτρο.|| (κατ' επέκτ.) ~ ζωής/υγείας η μεσογειακή διατροφή. 2. (σπανιότ.) υγρό φαρμακευτικό παρασκεύασμα, με βάση το οινόπνευμα και το σιρόπι και κατ' επέκτ. κάθε φαρμακοτεχνικό σκεύασμα: μάσκες και ~α από φυτικά εκχυλίσματα. [< γαλλ. élixir, αγγλ. elixir < μεσν. λατ. elixir < αραβ. al-iksîr < μτγν. ξηρίον ‘αποξηραντική σκόνη’]
15618ελιόπιτα[ἐλιόπιτα] ε-λιό-πι-τα ουσ. (θηλ.) & (σπανιότ.) λιόπιτα & ελιωτή (στην Κύπρο): ΜΑΓΕΙΡ. πίτα με κύριο συστατικό τις ελιές: κυπριακή/νηστήσιμη ~. Αλάδωτη ~ με ταχίνι. Βλ. -πιτα. ● Υποκ.: ελιοπιτάκι (το) [< πβ. αρχ. ἐλαιωτός]
15619ελιόψωμο[ἐλιόψωμο] ε-λιό-ψω-μο ουσ. (ουδ.) & (λόγ.) ελαιόψωμο & (προφ.) λιόψωμο: ψωμί που περιέχει ελιές χωρίς τα κουκούτσια τους. Βλ. σταφιδό-, τυρό-ψωμο.
15620ελίσσομαι[ἑλίσσομαι] ε-λίσ-σο-μαι ρ. (αμτβ.) {ελί-χθηκε, -χθεί, ελισσ-όμενος} 1. (μτφ.) προσπαθώ, με λεπτούς χειρισμούς και πλάγια μέσα, να αποφύγω δυσκολίες και διενέξεις και να πετύχω τους στόχους μου: ~εται αποτελεσματικά/διπλωματικά/έξυπνα/επιδέξια. Προσπαθεί να ~χθεί ανάμεσα στις εσωκομματικές τάσεις. Πβ. μανουβράρω. 2. κινούμαι, αλλάζοντας συνεχώς κατεύθυνση: ~εται γρήγορα. Ο ποδοσφαιριστής ~χθηκε έξω από την/μέσα στην περιοχή. ~όταν (: έκανε ζιγκ-ζαγκ) ανάμεσα στα τραπεζάκια.|| (μτφ.) Ο δρόμος/το μονοπάτι ~εται μέσα σε πυκνό δάσος. ~εται σαν αίλουρος/σαν φίδι.|| (ΣΤΡΑΤ.) Οι αντάρτες ~ονται (= κάνουν ελιγμούς) προς ... Το μαχητικό ~χθηκε με μια κλειστή στροφή, αποφεύγοντας τα πυρά. Βλ. εξ~. [< αρχ. ἑλίσσομαι ‘περιστρέφομαι’, γαλλ. manœuvrer]
15621ελίτ[ἐλίτ] ε-λίτ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ομάδα προσώπων που θεωρείται το καλύτερο, το εκλεκτότερο τμήμα συνόλου και κατ' επέκτ. καθετί εξαιρετικό, ξεχωριστό, ποιοτικά ανώτερο στον χώρο του: δημοσιογραφική/επιχειρηματική/καλλιτεχνική/κοινωνική/οικονομική/πνευματική/πολιτική/υπερεθνική ~. Βρίσκεται/μπήκε στην ~. Η άρχουσα ~ της κοινωνίας (: τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, η υψηλή κοινωνία). Συγκαταλέγεται στην παγκόσμια ~ (: στους άριστους, στους κορυφαίους) του αθλήματος. Πβ. ανφάν γκατέ, αριστοκρατία, αφρόκρεμα, τζετ σετ.|| Πανεπιστήμια ~. [< γαλλ. élite]
15622ελιτισμός[ἐλιτισμός] ε-λι-τι-σμός ουσ. (αρσ.): τακτική, νοοτροπία ή συμπεριφορά που ευνοεί και διακρίνει την ελίτ, απαξιώνοντας τη μεγάλη πλειοψηφία: ~ και υπεροψία. Βλ. λαϊκ-, σνομπ-ισμός. [< ιταλ. elitismo, 1965, γαλλ. élitisme, περ. 1967]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.