Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [16480-16500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
15623ελιτιστής[ἐλιτιστής] ε-λι-τι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ελιτίστρια} & ελιτίστας: πρόσωπο με ελιτίστικη νοοτροπία και συμπεριφορά: ~ές του πνεύματος. Βλ. λαϊκιστής. [< ιταλ. elitista, 1973]
15624ελιτίστικος, η, ο [ἐλιτίστικος] ε-λι-τί-στι-κος επίθ. & ελιτιστικός, ή, ό (προφ.-ειρων.): που σχετίζεται με τον ελιτισμό ή την ελίτ: ~η: αντίληψη/άποψη. ~ο: ύφος. ~ χώρος προνομιούχων. Πβ. αριστοκρατικός. Βλ. λαϊκιστικός, σνομπ, -ίστικος. ● επίρρ.: ελιτίστικα [< γαλλ. élitiste, περ. 1968, ιταλ. elitistico, 1983]
15625ΕΛΚ(το): Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα.
15626ΕΛΚΕ(ο): Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων Έρευνας (κυρ. στα ΑΕΙ και AΤΕΙ). Βλ. ΕΛΕ.
15627έλκεταιβλ. έλκω
15628έλκηθρο[ἕλκηθρο] έλ-κη-θρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ήθρου}: μικρό όχημα χωρίς τροχούς που σύρεται ή έλκεται πάνω σε χιόνι ή πάγο και το αντίστοιχο χειμερινό άθλημα: το ~ του Αϊ Βασίλη. Μηχανοκίνητα ~α για τα χιόνια (: με χιονοπέδιλα και ερπύστριες). Βλ. τάρανδος, χάσκι.|| (ΑΘΛ.) Αγωνιστικό ~ (= μπόμπσλεϊ). Πρώτευσε στο διθέσιο/τετραθέσιο ~ (= λουτζ). Χόκεϊ με ~. Βλ. -θρο. [< μτγν. ἕλκηθρον ‘λαβή (του αρότρου)’, γαλλ. traîneau]
15629ελκόμενος, η, ο [ἑλκόμενος] ελ-κό-με-νος επίθ. 1. που έλκεται, σύρεται: ~ο: όχημα. Πβ. ρυμουλκού-, συρό-μενος. Βλ. παρελκ-, φερ-όμενος.|| (ΦΥΣ.) ~ες: μαγνητικές βελόνες. ~α: ηλεκτρόνια. 2. (σπανιότ.-μτφ.) που ελκύεται, προσελκύεται: ~οι από απατηλές υποσχέσεις/από τη γοητεία του. ● ΣΥΜΠΛ.: ο Ελκόμενος (Χριστός): ΕΚΚΛΗΣ. αγιογραφικό θέμα στο οποίο εικονίζεται ο Χριστός να σύρεται προς τον Σταυρό και η αντίστοιχη παράσταση (εικόνα, τοιχογραφία). [< μεσν. Ελκόμενος Χριστός] ● βλ. έλκω [< αρχ. ἑλκόμενος]
15630ελκοπαθής, ής, ές [ἑλκοπαθής] ελ-κο-πα-θής επίθ./ουσ.: ΙΑΤΡ. που υποφέρει από έλκος στομάχου ή δωδεκαδακτύλου: ~είς: ασθενείς.|| (ως ουσ.) Διατροφή ~ούς. Βλ. -παθής. [< γαλλ. ulcéreux]
15631έλκος[ἕλκος] έλ-κος ουσ. (ουδ.) {έλκ-ους | -η} 1. ΙΑΤΡ. απώλεια ιστού (δέρματος ή βλεννογόνου) με μορφή πληγής που δεν επουλώνεται, αλλά έχει χρόνια εξέλιξη: δερματικό/πεπτικό/φλεβικό ~. ~ (του) δωδεκαδακτύλου/οισοφάγου/στομάχου ή στο στομάχι (= γαστρικό ~). Διάτρηση ~ους. Άτονα/διαβητικά/επώδυνα/στοματικά ~η. ~η των γεννητικών οργάνων. Πβ. κατακλίσεις. Βλ. (εξ)έλκωση, φλεγμονή.|| (ΒΟΤ.) ~ της αμυγδαλιάς/καστανιάς. 2. (μτφ.) αρρωστημένη κατάσταση: το ~ της κρατικής μηχανής/της ψυχής. Πβ. νοσηρότητα, πληγή. ● ΣΥΜΠΛ.: μαλακό έλκος βλ. μαλακός [< αρχ. ἕλκος, γαλλ. ulcère]
15632ελκτικός, ή, ό [ἑλκτικός] ελ-κτι-κός επίθ. 1. που έλκει, σύρει ή που ασκεί έλξη: ~ά-ανυψωτικά μηχανήματα (βλ. γερανός). ~ή ικανότητα οχήματος.|| (ΦΥΣ.) ~ή: βαρύτητα/ισχύς/πρόσφυση (κινητήριων τροχών). ~ό: κέντρο/πεδίο. Ασκείται ~ή δύναμη. ~ή αλληλεπίδραση μεταξύ ηλεκτρονίων. ΑΝΤ. απωθητικός (4), απωστικός 2. (σπάν.-μτφ.) που προσελκύει, ελκυστικός. Πβ. θελκτικός. [< 2: αρχ. ἑλκτικός]
15633έλκυση[ἕλκυση] έλ-κυ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. τράβηγμα: ~ ρυμουλκούμενου (οχήματος). Βλ. αν~, καθ~. 2. (μτφ.) έλξη, προσέλκυση: ~ ξένων επενδύσεων/κεφαλαίων. [< 1: αρχ. ἕλκυσις]
15634ελκυσμός[ἑλκυσμός] ελ-κυ-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. ΜΗΧΑΝ. δύναμη που έλκει τα αέρια που παράγονται από καύση προς την έξοδο αεραγωγού: τεχνητός/φυσικός ~. ~ καμινάδας/καπνοδόχου/λέβητα. 2. (σπάν.) έλξη. Πβ. τράβηγμα. [< 1: γαλλ. tirage 2: μτγν. ἑλκυσμός]
15635ελκυστήρας[ἑλκυστήρας] ελ-κυ-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανοκίνητο όχημα ειδικά σχεδιασμένο για να έλκει ή να θέτει σε κίνηση εργαλεία, μηχανές ή ρυμουλκούμενα: δασικός/ερπυστριοφόρος/οδικός ~. Πβ. ρυμουλκό, τράκτορας. Βλ. αν~, επικαθήμενο, -τήρας. ● ΣΥΜΠΛ.: γεωργικός ελκυστήρας: τρακτέρ. [< αρχ. ἑλκυστήρ ‘εμβρυουλκός’, γαλλ. tracteur]
15636ελκυστής[ἑλκυστής] ελ-κυ-στής ουσ. (αρσ.): ΦΥΣ.-ΜΑΘ. (στη θεωρία του χάους) ορισμένο σημείο ή κατάσταση ισορροπίας από τα οποία έλκεται η συμπεριφορά ενός συστήματος, τείνοντας να τα μιμηθεί· γενικότ. κατάσταση στην οποία καταλήγει ένα δυναμικό σύστημα: παράξενος/σημειακός ~. [< αγγλ. attractor]
15637ελκυστικός, ή, ό [ἑλκυστικός] ελ-κυ-στι-κός επίθ.: που προσελκύει, δελεάζει, γοητεύει: ~ός: άνδρας/(τουριστικός) προορισμός. ~ή: γυναίκα/διδασκαλία/εμφάνιση/όψη. ~ό: βιβλίο/βλέμμα. ~ά: χρώματα. Τον βρίσκεις ~ό; Πβ. γοητευτ-, θελκτ-ικός.|| ελκυστική ~. Αγορά ~ή για επενδύσεις. ~ή οικονομική προσφορά/πρόταση (πβ. ενδιαφέρουσα). ~ό και αποδοτικό μοντέλο ανάπτυξης. ~ά χρηματοδοτικά προγράμματα. Πβ. δελεαστικός. ΑΝΤ. αποκρουστικός, απωθητικός (1) ● επίρρ.: ελκυστικά [< μτγν. ἑλκυστικός ‘αυτός που τραβά, ελκύει’, γαλλ. attractif]
15638ελκυστικότητα[ἑλκυστικότητα] ελ-κυ-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ελκυστικού: σεξουαλική ~ (= σεξαπίλ). Η ~ μιας γυναίκας (= θελκτικότητα).|| Η ~ ενός προϊόντος/των τιμών. Βλ. -ότητα.
15639ελκύω[ἑλκύω] ελ-κύ-ω ρ. (μτβ.) {συνήθ. στον ενεστ. | έλκυε, έλκυσε (λόγ.) είλκυσε (συχνά εσφαλμ. ήλκυσε), ελκύσει, ελκύστηκε, ελκυστεί, ελκύ-οντας} (μτφ.-λόγ.): έλκω, προσελκύω, γοητεύω: ~ει (= τραβά) τα βλέμματα/το ενδιαφέρον/την προσοχή των άλλων. ~ουν επενδυτές/επισκέπτες/πελάτες. Με ~ει ερωτικά (= θέλγει, σαγηνεύει). [< μεσν. ελκύω, γαλλ. attraire, attirer]
15640έλκω[ἕλκω] έλ-κω ρ. (μτβ.) {παρατ. είλκε, έλκοντας, συνήθ. στο ενεστ. θ.} (λόγ.) 1. (για άνθρωπο) τραβώ κάτι προς το μέρος μου ή (για όχημα) ρυμουλκώ: Έλξατε (: επιγραφή σε είσοδο, ενν. την πόρτα. ΑΝΤ. ωθήσατε).|| Αυτοκίνητο που ~ει σκάφος/τροχόσπιτο (βλ. ρυμουλκούμενο). ΑΝΤ. σπρώχνω (1) 2. (μτφ.) προσελκύω, γοητεύω: Τι σε ~ει (= ελκύει) στο αντίθετο φύλο; Τους ~ουν οι μεγάλες ιδέες. ~εται ερωτικά από … ~ονται από την επιθυμία να ... Πβ. θέλγω, μαγνητίζω, σαγηνεύω. ΑΝΤ. απωθώ (2) 3. ΦΥΣ. {στο γ' πρόσ.} (για σώμα) ασκώ έλξη σε κάτι: Ο μαγνήτης ~ει τα ρινίσματα. Η Σελήνη ~εται από τη Γη. ΑΝΤ. απωθώ (4) ● ΦΡ.: έλκω το γένος/την καταγωγή/τις ρίζες (επίσ.): κατάγομαι, προέρχομαι (από κάπου): ~ει ~ του από τη ... Η μουσική του ~ει τις ρίζες της από την παράδοση., τα ετερώνυμα έλκονται (τα ομώνυμα απωθούνται) 1. ΦΥΣ. αρχή σύμφωνα με την οποία το θετικό ηλεκτρικό φορτίο ασκεί έλξη στο αρνητικό, ενώ απωθεί το όμοιό του (και αντίστροφα). 2. & τα αντίθετα έλκονται: (μτφ.) αμοιβαία έλξη αναπτύσσεται μεταξύ ανθρώπων που έχουν διαφορετικούς χαρακτήρες και άλλα ενδιαφέροντα. ● βλ. ελκόμενος [< αρχ. ἕλκω]
15641ελκώδης, ης, ες [ἑλκώδης] ελ-κώ-δης επίθ. {ελκώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με έλκη: ~ης: ουλίτιδα. Βλ. -ώδης. ● ΣΥΜΠΛ.: ελκώδης κολίτιδα: ΙΑΤΡ. χρόνια φλεγμονώδης πάθηση του παχέος εντέρου, που προκαλεί έλκη στον βλεννογόνο του. [< αρχ. ἑλκώδης, γαλλ. ulcéreux]
15642έλκωση[ἕλκωση] έλ-κω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ανάπτυξη έλκους: ~ του βλεννογόνου/των ούλων. ~ και διάτρηση. Πβ. εξ~.|| Επώδυνες ~ώσεις (= έλκη). [< αρχ. ἕλκωσις, γαλλ. ulcération]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.