| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 15643 | Ελλάδα | [Ἑλλάδα] Ελ-λά-δα ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -ος} & (λόγ.) Ελλάς: χώρα της Ευρώπης, στο νότιο άκρο της Βαλκανικής χερσονήσου: αρχαία/νεότερη/σύγχρονη ~. ● Υποκ.: Ελλαδίτσα & Ελλαδούλα (η) ● Μεγεθ.: Ελλαδάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: η Μεγάλη Ελλάδα βλ. μεγάλος ● ΦΡ.: Ελλάς, το μεγαλείο σου!: λέγεται ως επικριτικό ή ειρωνικό σχόλιο για αρνητικές καταστάσεις που έχουν σχέση με την ελληνική νοοτροπία ή τον κρατικό μηχανισμό. [< αρχ. Ἑλλάς, μεσν. Ελλάδα] | |
| 15644 | ελλαδικός | , ή, ό [ἑλλαδικός] ελ-λα-δι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στην Ελλάδα ως χώρα ή επικράτεια (σε αντίθεση με το ελληνικός που αφορά τον ελληνισμό): ο ~ και κυπριακός/παγκόσμιος ελληνισμός. Βλ. βορειο~, ελλαδίτικος, νοτιο~, παν~. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. που σχετίζεται με την Εποχή του Χαλκού στην ηπειρωτική Ελλάδα: ~ός: πολιτισμός. ~ή: περίοδος. Βλ. πρωτο-, μεσο-, υστερο-ελλαδικός. ● ΣΥΜΠΛ.: Ελλαδική Εκκλησία: η αυτοκέφαλη ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας. [< αρχ. Ἑλλαδικός, αγγλ. helladic] | |
| 15645 | Ελλαδίτης, Ελλαδίτισσα | [Ἑλλαδίτης] Ελ-λα-δί-της ουσ. (αρσ. + θηλ.): Έλληνας που κατοικεί στην Ελλάδα, σε αντιδιαστολή με αυτούς που ζουν στο εξωτερικό και συχνά με τους Κυπρίους: ~ες και Έλληνες της διασποράς. Πβ. καλαμαράς. Βλ. Βορειο~, Νοτιο~, παλαιο~.|| (ως επίθ.) ~ες: επιχειρηματίες. Βλ. απόδημος, ομογενής. | |
| 15646 | ελλαδίτικος | , η, ο [ἑλλαδίτικος] ελ-λα-δί-τι-κος επίθ.: που είναι σχετικός με τους Ελλαδίτες ή την Ελλάδα ως κράτος: ~ος: ελληνισμός. Η ~η και η κυπριακή οικονομία. Βλ. ελλαδικός, -ίτικος. | |
| 15647 | έλλαμψη | [ἔλλαμψη] έλ-λαμ-ψη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΕΚΚΛΗΣ. εσωτερικός πνευματικός και ψυχικός φωτισμός, που πιστεύεται ότι προέρχεται από τον Θεό: θεία ~. ~ του Αγίου Πνεύματος. Ελλάμψεις θείου φωτός. ~ και θέωση. Βλ. επιφοίτηση.|| (κατ' επέκτ.) ~ της ποιητικής μεγαλοφυΐας. Βλ. αποκάλυψη, έκλαμψη, έκσταση, έμπνευση. [< μτγν. ἔλλαμψις] | |
| 15648 | ελλανοδίκης | [ἑλλανοδίκης] ελ-λα-νο-δί-κης ουσ. (αρσ.) 1. κριτής αγώνα, μέλος ελλανοδίκου επιτροπής (κυρ. σε ιπποδρομιακούς αγώνες). Βλ. αλυτάρχης. 2. ΑΡΧ. {συνήθ. στον πληθ.} ανώτατοι κριτές και δικαστές στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Βλ. -δίκης. [< αρχ. πληθ. Ἑλλανοδίκαι] | |
| 643 | ελλανοδίκης | [ἀγωνοδίκης] α-γω-νο-δί-κης ουσ. (αρσ.): ΑΘΛ. κριτής σε αθλητικό αγώνα: ~ες του ράλι. Οι ~ες διέκοψαν τον αγώνα λόγω ακραίων καιρικών φαινομένων. Βλ. αλυτάρχης, -δίκης, ελλανοδίκης, χρονομέτρης. [< μτγν. ἀγωνοδίκης, αγγλ. umpire] | |
| 15649 | ελλανόδικος | , ος/η, ο [ἑλλανόδικος] ελ-λα-νό-δι-κος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ελλανόδικος επιτροπή (επίσ.): που έχει ως αποστολή την εποπτεία αγώνων ή διαγωνισμών και τη βράβευση των νικητών. | |
| 15650 | Ελλάς | βλ. Ελλάδα | |
| 15651 | ελλέβορος | [ἑλλέβορος] ελ-λέ-βο-ρος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -όρου}: ΒΟΤ. ποώδες δηλητηριώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Helleborus officinalis) με μεγάλα λογχοειδή φύλλα και φαρμακευτική χρήση κυρ. στην αρχαιότητα. [< αρχ. ἑλλέβορος, γαλλ. (h)ellébore, αγγλ. hellebore] | |
| 15652 | έλλειμμα | [ἔλλειμα] έλ-λειμ-μα ουσ. (ουδ.) {ελλείμμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΟΙΚΟΝ. χρηματικό ποσό που λείπει συγκριτικά με αυτό που θα έπρεπε να υπάρχει (κυρ. όταν οι δαπάνες είναι μεγαλύτερες από τα έσοδα): δημόσιο/εμπορικό/πρωτογενές/ταμειακό ~. Κρατικά/λογιστικά ~ατα. Διόγκωση των ~άτων (των ασφαλιστικών ταμείων). ~ στις εμπορικές συναλλαγές. Διευρύνθηκε/μειώθηκε/περιορίστηκε το ~ του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Το ~ αυξήθηκε/διαμορφώθηκε στο ... % του ΑΕΠ. Το ~ δεν θα υπερβεί το όριο του 3%. Ο ισολογισμός παρουσιάζει ~ ... ευρώ. Καλύπτει το ~ του λογαριασμού (με δάνειο). Ελέγχει τα ~ατα με μέτρα που αυξάνουν τα έσοδα του κράτους. Βλ. τρύπα, χρέος.|| (κατ' επέκτ., για κάθε είδος ή αγαθό:) ~ βιομηχανικής παραγωγής/ηλεκτρικής ενέργειας. ~ατα υλικών.|| (ΙΑΤΡ.) Οστικά ~ατα. ΑΝΤ. πλεόνασμα (1) 2. {σπάν. στον πληθ.} (μτφ.) έλλειψη, ανεπάρκεια: γνωστικό ~. ~ αγάπης/αλληλεγγύης/ανθρωπιάς/δημοκρατίας/διαφάνειας/επικοινωνίας (: δεν είναι επαρκής)/ισότητας/πολιτισμού/υπευθυνότητας. ~ αρχών και αξιών. ~ ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Υπάρχει ~ ανθρώπινου δυναμικού/ενημέρωσης. Βλ. κενό, υστέρηση. ● ΣΥΜΠΛ.: έλλειμμα (του) προϋπολογισμού: ΟΙΚΟΝ. το ποσό που λείπει, όταν οι κρατικές δαπάνες είναι μεγαλύτερες από τη φορολογία και τις άλλες εισπράξεις του Δημοσίου: ~ ~ και δημόσιο χρέος. [< γαλλ. déficit budgétaire] , έλλειμμα εμπορικού ισοζυγίου: ΟΙΚΟΝ. αυτό που προκύπτει, όταν οι εξαγωγές (ενός κράτους) είναι λιγότερες από τις εισαγωγές., δημοσιονομικό έλλειμμα βλ. δημοσιονομικός [< αρχ. ἔλλειμμα, ιταλ. manco, γερμ. Manko, γαλλ. déficit] | |
| 15653 | ελλειμματικός | , ή, ό [ἐλλειμματικός] ελ-λειμ-μα-τι-κός επίθ. 1. ΟΙΚΟΝ. που παρουσιάζει έλλειμμα: ~ός: προϋπολογισμός. ~ό: ισοζύγιο. ~ές: επιχειρήσεις. ~ά: ασφαλιστικά ταμεία. Βλ. παθητικό. ΑΝΤ. πλεονασματικός (1) 2. (μτφ.) ελλιπής, ανεπαρκής: ~ή: δημοκρατία/εφαρμογή (νομοθεσίας, οδηγιών)/χρηματοδότηση. ● επίρρ.: ελλειμματικά ● ΣΥΜΠΛ.: διαταραχή ελλειμματικής προσοχής: ΨΥΧΙΑΤΡ. παιδοψυχιατρική διαταραχή με κύρια συμπτώματα την απροσεξία, την υπερκινητικότητα και την παρορμητικότητα. Βλ. ΔΕΠ-Υ. Πβ. διάσπαση/απόσπαση (της) προσοχής.[< αγγλ. attention deficit disorder, 1978] | |
| 15654 | ελλειμματικότητα | [ἐλλειμματικότητα] ελ-λειμ-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ύπαρξη ελλείμματος: ~ του προϋπολογισμού.|| (μτφ.) Η ανεπάρκεια και ~ των νησιών σε υδάτινους πόρους. ~ στην παρεχόμενη γνώση. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. déficience, 1907] | |
| 15655 | ελλείπει | [ἐλλείπει] ελ-λεί-πει ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ., μτχ. (λόγ.) ελλείπων, -ουσα, -ον} (επίσ.): λείπει, απουσιάζει: ~ουν δικαιολογητικά/οι νόμιμες προϋποθέσεις. ~οντα: έγγραφα/στοιχεία.|| ~οντα: δόντια. ● ΣΥΜΠΛ.: ελλείπων κρίκος 1. ΒΙΟΛ.-ΠΑΛΑΙΟΝΤ. ο υποθετικός πρόγονος του ανθρώπου που θεωρείται ότι αποτελεί την ενδιάμεση εξελικτική βαθμίδα ανάμεσα στο ανθρώπινο είδος και τους πιθήκους: ο ~ ~ στον δαρβινισμό/στην εξέλιξη. 2. (μτφ.) κάθε στοιχείο που λείπει από μια αλληλουχία ή σειρά γεγονότων, συλλογισμών, διαδικασιών και το οποίο είναι απαραίτητο για την ολοκλήρωσή της: ο ~ ~ στη διαχρονική πορεία της ελληνικής παιδείας. Ο ~ ~ ανάμεσα στην ανάπτυξη και την ευημερία. [< αγγλ. missing link] [< αρχ. ἐλλείπω]Ι | |
| 15656 | ελλειπτικός | , ή, ό [ἐλλειπτικός] ελ-λει-πτι-κός επίθ. 1. που έχει το σχήμα της έλλειψης: (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ός: γαλαξίας. Διαστημόπλοιο/πλανήτες σε ~ή κίνηση/τροχιά. Πβ. ελλειψοειδής.|| (ΜΑΘ.) ~ές: εξισώσεις/καμπύλες/συναρτήσεις. ~ά: ολοκληρώματα. Βλ. διαφορ-, παραβολ-ικός.|| (ΓΕΩΜ.) ~ός: κύλινδρος. ~ή: Γεωμετρία (: μη ευκλείδεια). 2. που παρουσιάζει ελλείψεις: ~ή: αφήγηση/γραφή/διατύπωση (βλ. βραχυλογία). ~ό: ύφος. Πβ. αποσπασματ-, αφαιρετ-, λακων-, τηλεγραφ-ικός.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ός: υποθετικός λόγος (: παραλείπεται το ένα σκέλος του). ~ή: πρόταση (: απουσιάζουν ένας ή περισσότεροι βασικοί συντακτικοί όροι ως ευκόλως εννοούμενοι). ~ό: (= ελλιπές) ρήμα (: ως προς τους χρόνους του). ~ά: ονόματα (: ως προς τις πτώσεις τους). ● επίρρ.: ελλειπτικά (σπάν.) & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ελλειπτικό (μηχάνημα/όργανο): ΓΥΜΝ. σύνθετο όργανο γυμναστικής που συνδυάζει το ποδήλατο, το στεπ και άλλες αερόβιες ασκήσεις, επιβαρύνοντας ελάχιστα τις αρθρώσεις. Βλ. αεροβική, κωπηλατικό. [< αγγλ. elliptical machine, 1996] [< 1: γαλλ. elliptique, αγγλ. elliptical 2: μτγν. ἐλλειπτικός] | |
| 15657 | ελλειπτικότητα | [ἐλλειπτικότητα] ελ-λει-πτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ελλειπτικού: ~ του λόγου. Λιτότητα/πυκνότητα και ~ (στην έκφραση). Πβ. αποσπασματικ-, αφαιρετικ-, λακωνικ-ότητα.|| (ΓΕΩΜ.-ΑΣΤΡΟΝ.) ~ της τροχιάς της Γης. Βλ. -ότητα. [< πβ. αγγλ. ellipticity] | |
| 15658 | ελλείψει | [ἐλλείψει] ελ-λεί-ψει επίρρ. (+ γεν., λόγ.): εξαιτίας της έλλειψης: ελεύθερος ~ αποδείξεων/στοιχείων. Αναβολή της Γενικής Συνέλευσης ~ απαρτίας. Καθυστερούν τα έργα ~ κονδυλίων/χρημάτων. Το Τμήμα δεν λειτουργεί ~ προσωπικού.|| (προφ.) ~ (= λόγω έλλειψης) χρόνου, δεν θα έρθουμε. [< αρχ. ἐλλείψει, δοτ. του ουσ. ἔλλειψις, γαλλ. manque de] | |
| 15659 | έλλειψη | [ἔλλειψη] έλ-λει-ψη ουσ. (θηλ.) 1. απουσία, ανεπάρκεια (απαραίτητου ή σημαντικού στοιχείου): γενική/παντελής/πλήρης/χρόνια ~. ~ νερού (= λειψυδρία)/προσωπικού/τροφής/υποδομών/χρημάτων (= αφραγκία. Βλ. ανέχεια)/χρόνου (= στενότητα)/χώρου. Τεχνητή ~ ειδών πρώτης ανάγκης. Διαπιστώθηκε/παρατηρείται/παρουσιάστηκε/υπάρχει ~ φαρμάκων/στα καύσιμα. ΣΥΝ. ανυπαρξία, ένδεια.|| ~ βιταμινών (= αβιταμίνωση)/θρεπτικών ουσιών/οξυγόνου (βλ. ασφυξία)/σιδήρου (: αναιμία)/ύπνου (βλ. αϋπνία).|| ~ γνώσεων (= άγνοια)/επικοινωνίας/κινήτρων/μέτρου (= υπερβολή)/οργάνωσης (= ανοργανωσιά)/παιδείας (= αμορφωσιά, απαιδευσία)/πληροφόρησης/προτάσεων/στόχων/στρατηγικής/συντονισμού/σχεδιασμού.|| ~ αγάπης/ασφάλειας (= ανασφάλεια)/αυτοπεποίθησης/εμπιστοσύνης/ενδιαφέροντος (= αδιαφορία)/ευαισθησίας/πολιτικής βούλησης/σεβασμού (= ασέβεια)/σοβαρότητας/τακτ (= αδιακρισία). ΣΥΝ. έλλειμμα. ΑΝΤ. αφθονία, περίσσεια, ύπαρξη (1) 2. ΓΕΩΜ. επίπεδη καμπύλη, γεωμετρικός τόπος των σημείων επιπέδου, που το άθροισμα των αποστάσεών τους από δύο δεδομένα σημεία (εστίες) είναι σταθερό: κύκλος, ~, υπερβολή και παραβολή. Η εκκεντρότητα της ~ης. Σε σχήμα ~ης (= ελλειπτικό, ελλειψοειδές). Βλ. κώνος. 3. ΦΙΛΟΛ. παράλειψη βασικού συντακτικού όρου ως ευκόλως εννοούμενου· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο σχήμα λόγου: ~ του αντικειμένου/ρήματος/υποκειμένου. Βλ. βραχυλογία, ζεύγμα, πλεονασμός, σχήμα εξ αναλόγου. ● ελλείψεις (οι): οτιδήποτε λείπει· αδυναμίες, κενά: ασήμαντες (πβ. μικρο~)/κραυγαλέες/σοβαρές ~ (στην αγορά). Διατροφικές ~. Πληθώρα ελλείψεων. Αντιμετώπιση/εντοπισμός/καταγραφή των ελλείψεων.|| Κείμενο/μαθητής με πολλές ~. ● ΣΥΜΠΛ.: έλλειψη βαρύτητας βλ. βαρύτητα ● ΦΡ.: έλλειψη χρημάτων, στάση εμπορίου βλ. στάση [< 1: αρχ. ἔλλειψις, γαλλ. manque 2,3: μτγν. ~, γαλλ.-αγγλ. ellipse] | |
| 15660 | ελλειψοειδής | , ής, ές [ἐλλειψοειδής] ελ-λει-ψο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που έχει ελλειπτικό σχήμα: ~ής: κίνηση/τροχιά. ~ές: κάτοπτρο. Βλ. -ειδής. ● Ουσ.: ελλειψοειδές (το): ΜΑΘ. στερεό του οποίου οι εγκάρσιες τομές είναι ελλείψεις: ~ εκ περιστροφής. Γήινο ~ (: παράγεται από την περιστροφή της Γης γύρω από τον άξονά της). Βλ. γεωειδές. [< γαλλ. ellipsoïde, αγγλ. ellipsoid] [< γαλλ. ellipsoïdal, αγγλ. ellipsoidal] | |
| 15661 | ελλην- | βλ. ελληνο- |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ