| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 15662 | ελληνάδικο | [ἑλληνάδικο] ελ-λη-νά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κέντρο νυχτερινής διασκέδασης με ελληνική λαϊκή, συνήθ. χορευτική, μουσική. Βλ. -άδικο, μπουζούκια, σκυλάδικο. | |
| 15663 | Ελληνάρας & Ελληναράς | [Ἑλληνάρας] Ελ-λη-νά-ρας ουσ. (αρσ.) {Ελληναράδες} (επιτατ.): υπερεθνικιστής Έλληνας. Βλ. υπερπατριώτης. | |
| 15664 | Έλληνας, Ελληνίδα | [Ἕλληνας] Έλ-λη-νας επίθ./ουσ. {(λόγ. αρσ.) Έλλην, γεν. -ος}: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Ελλάδα ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει την ελληνική υπηκοότητα: οι αρχαίοι ~ες. Οι σύγχρονοι ~ες (= Νεοέλληνες). Οι ~ες της διασποράς/του εξωτερικού (βλ. ομογένεια). (ΙΣΤ.) Το γένος των Ελλήνων. Πβ. Γραικός, Ρωμιός.|| (ως επίθ.) ~ες: πολίτες. Βλ. ανθ~, μισ~, συν~, φιλ~. ● ΦΡ.: ίτε παίδες Ελλήνων (αρχαιοπρ.): εμπρός παιδιά των Ελλήνων· ως προτροπή, ενθάρρυνση για την επίτευξη υψηλού στόχου, συνήθ. εθνικής σημασίας., του Έλληνος/του Έλληνα ο τράχηλος ζυγό(ν) δεν υποφέρει/δεν υπομένει: οι Έλληνες δεν υποτάσσονται. [< αρχ. Ἕλλην, μεσν. Έλληνας, γαλλ. Hellène, αγγλ. Hellene] | |
| 15665 | ελληνίζω | [ἑλληνίζω] ελ-λη-νί-ζω ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ., μτχ. (λόγ.) ελληνίζων, -ουσα, -ον}: μιμούμαι τον ελληνικό πολιτισμό ή τρόπο ζωής ή την ελληνική γλώσσα. Βλ. αφ~, εξ~. [< αρχ. ἑλληνίζω ‘εκφράζομαι στα Ελληνικά, μιλώ την ελληνιστική κοινή’] | |
| 15666 | Ελληνικά | βλ. ελληνικός | |
| 15667 | ελληνικός | , ή, ό [ἑλληνικός] ελ-λη-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Ελλάδα ή/και τους Έλληνες: ο ~ πολιτισμός/η ~ή αρχαιότητα (βλ. αρχα-, μυκηνα-ϊκός, γεωμετρ-, κλασ-, κυκλαδ-, μινω-ικός). ~ή: εκπομπή (= ελληνό-γλωσση, -φωνη)/σαλάτα (= χωριάτικη). Το ~ό δαιμόνιο/φιλότιμο. Τα ~ά νησιά. Βλ. ανθ~, αρχαιο~, μισ~, προ~, πρωτο~, φιλ~.|| (εμφατ., συχνά ειρων.) ~ότατο: όνομα. ● Ουσ.: Ελληνικά (τα) & (επίσ.) Ελληνική (η): η ελληνική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα: η αρχαία/μεσαιωνική/(κοινή) νέα Ελληνική. Διδασκαλία της ~ής (= Νεοελληνικής) ως δεύτερης/ξένης γλώσσας. Βλ. απλοελληνική. ● ΣΥΜΠΛ.: η Ελληνική Επανάσταση/η Επανάσταση του (18)21: ΙΣΤ. η εθνεγερσία για την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό. ΣΥΝ. Αγώνας, Εικοσιένα, ξεσηκωμός του Γένους, ελληνικός καφές βλ. καφές, η εθνική/η ελληνική παλιγγενεσία βλ. παλιγγενεσία, Κοινή Νεοελληνική/Κοινή Νέα Ελληνική βλ. κοινός, υγρό πυρ βλ. πυρ ● ΦΡ.: (δεν) καταλαβαίνεις ελληνικά; (προφ.): σε κάποιον που δεν κατανοεί κάτι αυτονόητο: Τι άλλο θέλεις να σου πω, ~ ~;, ελληνικά (σου) μιλάω (όχι κινέζικα) (προφ.): όταν κάποιος δυσκολεύεται ή δεν θέλει να καταλάβει κάτι: Καλά, χαζός είσαι; ~ ~!, στις ελληνικές καλένδες βλ. καλένδες, χρωστάω σε όποιον μιλάει ελληνικά βλ. χρωστώ [< αρχ. ἑλληνικός, γαλλ. hellénique, αγγλ. hellenic] | |
| 15668 | ελληνικότητα | [ἑλληνικότητα] ελ-λη-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το σύνολο των ιδιοτήτων και γνωρισμάτων που καθιστούν κάτι ελληνικό: η ~ στην τέχνη. Πβ. ρωμιοσύνη. Βλ. ελληνοκεντρισμός, -ότητα. [< γαλλ. grécité, 1800] | |
| 15669 | ελληνικούρα | [ἑλληνικούρα] ελ-λη-νι-κού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.-ειρων.): επιτηδευμένη αρχαιοπρεπής λέξη ή έκφραση. Βλ. ξενισμός, -ούρα2. | |
| 15670 | ελληνισμός | [ἑλληνισμός] ελ-λη-νι-σμός ουσ. (αρσ.) (συνήθ. με κεφαλ. Ε): το ελληνικό έθνος, οι Έλληνες σε όλον τον κόσμο και ειδικότ. οι ομογενείς: ο αρχαίος/μικρασιατικός/νέος/ποντιακός ~. Ο ~ της διασποράς. Πβ. ρωμιοσύνη.|| (Ακαδημία Αθηνών:) Κέντρον Ερεύνης του Μεσαιωνικού και Νέου ~ού. Κέντρον Ερεύνης της Ιστορίας του Νεωτέρου ~ού. Βλ. ανθ~, εξ~, -ισμός, φιλ~. ● ΣΥΜΠΛ.: απόδημος ελληνισμός: οι Έλληνες που διαμένουν μόνιμα εκτός της ελληνικής επικράτειας. Βλ. ΓΓΑΕ, ΣΑΕ., αλύτρωτος ελληνισμός βλ. αλύτρωτος [< πβ. μτγν. ἑλληνισμός ‘η σωστή χρήση της ελληνικής γλώσσας’, γερμ. Hellenismus, γαλλ. hellénisme, αγγλ. Hellenism] | |
| 15671 | ελληνιστής | [ἑλληνιστής] ελ-λη-νι-στής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. ελληνίστρια}: επιστήμονας, κυρ. ξένος, ειδικός στην ελληνική γλώσσα και γραμματεία. Βλ. λατινιστής, νεο~. [< πβ. μτγν. ἑλληνιστής ‘ελληνόφωνος ειδωλολάτρης’, γαλλ. helléniste, αγγλ. hellenist] | |
| 15672 | ελληνιστί | [ἑλληνιστί] ελ-λη-νι-στί επίρρ. (λόγ.): στην ελληνική γλώσσα: μπλογκ, ~ ιστολόγιο. Βλ. -ιστί. [< αρχ. ἑλληνιστί] | |
| 15673 | ελληνιστικός | , ή, ό [ἑλληνιστικός] ελ-λη-νι-στι-κός επίθ. (κ. με κεφαλ. Ε): ΙΣΤ. που σχετίζεται με την ελληνιστική εποχή: ~ή: γραμματεία/τέχνη. Βλ. -ιστικός1. ● ΣΥΜΠΛ.: ελληνιστική (/αλεξανδρινή) εποχή/περίοδος & ελληνιστικά χρόνια: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. το χρονικό διάστημα από τον θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου (323 π.Χ.) μέχρι την επικράτηση των Ρωμαίων στη Μεσόγειο (31 π.Χ.)., (Αλεξανδρινή/Ελληνιστική) Κοινή βλ. κοινός [< γερμ. hellenistisch, γαλλ. hellénistique, αγγλ. hellenistic] | |
| 15674 | ελληνο- & ελληνό- | & ελλην-: α' συνθετικό επιθέτων και ουσιαστικών με αναφορά στην Ελλάδα ή/και τους Έλληνες ή σε ό,τι σχετίζεται με την ελληνική γλώσσα και τον ελληνικό πολιτισμό: ελληνο-αγγλικός/~μαθής. Ελληνό-γλωσσος/~φωνος (βλ. αλλό-). Ελλην-ορθόδοξος.|| Ελληνο-κεντρισμός. | |
| 15675 | ελληνοαμερικανικός | , ή, ό [ἑλληνοαμερικανικός] ελ-λη-νο-α-με-ρι-κα-νι-κός επίθ. & (προφ.) ελληνοαμερικάνικος, η, ο 1. που σχετίζεται με τους Ελληνοαμερικανούς: ~ή: κοινότητα. ~ό Εμπορικό Επιμελητήριο. 2. που αναφέρεται στον ελληνικό και τον αμερικανικό λαό και στις σχέσεις ανάμεσα στα δύο κράτη: ~ό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα. | |
| 15676 | Ελληνοαμερικανός, Ελληνοαμερικανίδα | [Ἑλληνοαμερικανός] Ελ-λη-νο-α-με-ρι-κα-νός επίθ./ουσ. {σπανιότ. θηλ. Ελληνοαμερικανή} & (προφ.) Ελληνοαμερικάνος, Ελληνοαμερικάνα: υπήκοος των ΗΠΑ με ελληνική καταγωγή. Βλ. ομογένεια. | |
| 15677 | ελληνογενής | , ής, ές [ἑλληνογενής] ελ-λη-νο-γε-νής επίθ. (λόγ.): που έχει ελληνική προέλευση ή καταγωγή: ~ής: ξένος όρος (π.χ. μικρόβιο· βλ. αντιδάνειο)/πληθυσμός. Βλ. -γενής. | |
| 15678 | ελληνόγλωσσος | , η, ο [ἑλληνόγλωσσος] ελ-λη-νό-γλωσ-σος επίθ. 1. γραμμένος ή γενικότ. διατυπωμένος στην Ελληνική: ~η: βιβλιογραφία/έκδοση. ~ο: εγχειρίδιο. Πβ. ελληνικός. ΑΝΤ. ξενόγλωσσος 2. που είναι μητρικός ομιλητής της Ελληνικής ή τη χρησιμοποιεί ως επίσημη γλώσσα: ~οι: πληθυσμοί (= ελληνόφωνοι).|| ~η: εκπαίδευση. ~ο: κοινό/σχολείο. Βλ. -γλωσσος. [< μεσν. ελληνόγλωσσος] | |
| 15679 | ελληνοκεντρικός | , ή, ό [ἑλληνοκεντρικός] ελ-λη-νο-κε-ντρι-κός επίθ.: που έχει σημείο αναφοράς την Ελλάδα, το ελληνικό έθνος, την ιστορία και τον πολιτισμό του: ~ή: αντίληψη/παιδεία. Βλ. -κεντρικός. | |
| 15680 | ελληνοκεντρικότητα | [ἑλληνοκεντρικότητα] ελ-λη-νο-κε-ντρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ελληνοκεντρικού. | |
| 15681 | ελληνοκεντρισμός | [ἑλληνοκεντρισμός] ελ-λη-νο-κε-ντρι-σμός ουσ. (αρσ.): ιδεολογία που υποστηρίζει την ανωτερότητα του ελληνικού πολιτισμού, θεωρώντας ότι αποτέλεσε τη βάση για όλους τους υπόλοιπους. Βλ. εθνοκεντρισμός, ελληνολατρία, -ισμός. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ