Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [16540-16560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
15682ελληνόκτητος, η, ο [ἑλληνόκτητος] ελ-λη-νό-κτη-τος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): ελληνικής ιδιοκτησίας: ~ος: εμπορικός στόλος. ~η: ναυτιλία. ~α: πλοία.
15683ελληνοκυπριακός, ή, ό [ἑλληνοκυπριακός] ελ-λη-νο-κυ-πρι-α-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τους Ελληνοκύπριους. Βλ. τουρκοκυπριακός. 2. που αναφέρεται στην Ελλάδα και την Κύπρο: ~ή: συμφωνία/συνεργασία.
15684Ελληνοκύπριος, Ελληνοκύπρια[Ἑλληνοκύπριος] Ελ-λη-νο-κύ-πρι-ος επίθ./ουσ. {-ιου (λόγ.) -ίου | θηλ. (λόγ.) Ελληνοκυπρία}: Έλληνας, Ελληνίδα της Κύπρου. Βλ. Τουρκοκύπριος.
15685ελληνολάτρης[ἑλληνολάτρης,] ελ-λη-νο-λά-τρης ουσ. 1. λάτρης της Ελλάδας και του ελληνικού πολιτισμού. Πβ. φιλέλληνας. 2. αρχαιολάτρης. Βλ. -λάτρης.
15686ελληνολατρία[ἑλληνολατρία] ελ-λη-νο-λα-τρί-α ουσ. (θηλ.): υπέρμετρη αγάπη για τον αρχαιοελληνικό κυρ. πολιτισμό. Πβ. αρχαιολατρία. Βλ. ελληνοκεντρισμός, -λατρία.
15687ελληνομάθεια[ἑλληνομάθεια] ελ-λη-νο-μά-θει-α ουσ. (θηλ.): γνώση της Νέας Ελληνικής ή παλαιότ. της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και γραμματείας: η ~ των ομογενών. Επίπεδα ~ας (Α1: στοιχειώδης γνώση, Α2: βασική, Β1: μέτρια, Β2: καλή, Γ1: πολύ καλή, Γ2: άριστη). Βλ. -μάθεια. ● ΣΥΜΠΛ.: πιστοποιητικό ελληνομάθειας: κρατικό πτυχίο που αποδεικνύει το επίπεδο επάρκειας της νεοελληνικής ως δεύτερης ή ξένης γλώσσας.
15688ελληνομαθής, ής, ές [ἑλληνομαθής] ελ-λη-νο-μα-θής επίθ./ουσ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από ελληνομάθεια: αλλοδαποί ~είς επιστήμονες/φοιτητές. Βλ. γλωσσομαθής.|| ~ και φιλέλληνας. Έλληνες και ~είς λόγιοι. Βλ. -μαθής.
15689ελληνόπαιδες[ἑλληνόπαιδες] ελ-λη-νό-παι-δες ουσ. (αρσ. + θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. ελληνόπαις} (λόγ.) & (προφ.) ελληνόπαιδα (τα): ελληνόπουλα: πρόγραμμα φιλοξενίας ~παίδων της διασποράς.
15690ελληνοποίηση[ἑλληνοποίηση] ελ-λη-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ελληνοποιώ: μαζικές/παράνομες ~ήσεις αθλητών/μεταναστών.|| ~ λογισμικού (πβ. εξελληνισμός). Κύκλωμα ~ης κρεάτων. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. hellénisation, αγγλ. Hellenization]
15691ελληνοποιώ[ἑλληνοποιῶ] ελ-λη-νο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ελληνοποι-εί, -ώντας | ελληνοποί-ησε, -ήσει, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: δίνω την ελληνική υπηκοότητα σε αλλοδαπό· προσαρμόζω κάτι στην ελληνική γλώσσα ή στα ελληνικά δεδομένα ή προωθώ εισαγόμενο προϊόν στην αγορά ως ελληνικό: ~ησαν ξένους παίκτες.|| Το τοπωνύμιο/τραγούδι ~θηκε (πβ. εξελληνίζω). ~μένα: σφάγια. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. helléniser, αγγλ. Hellenize]
15692Ελληνοπόντιος, Ελληνοπόντια[Ἑλληνοπόντιος] Ελ-λη-νο-πό-ντι-ος επίθ./ουσ. {-ιων (λόγ.) -ίων, οι λόγ. τ. κυρ. ως ουσ.}: Έλληνας, Ελληνίδα του Πόντου: ~οι: παλιννοστούντες. [< μτγν. Ἑλληνοπόντιος]
15693ελληνόπουλο, ελληνοπούλα[ἑλληνόπουλο] ελ-λη-νό-που-λο ουσ. (ουδ. + θηλ.) {πληθ. ελληνόπουλα κ. για τα δύο γένη} (οικ.): Έλληνας, Ελληνίδα παιδικής ή εφηβικής ηλικίας: τα ~α της διασποράς. ΣΥΝ. ελληνόπαιδες. Βλ. -οπούλα.
15694ελληνοπρέπεια[ἑλληνοπρέπεια] ελ-λη-νο-πρέ-πει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ελληνοπρεπούς.
15695ελληνοπρεπής, ής, ές [ἑλληνοπρεπής] ελ-λη-νο-πρε-πής επίθ. {ελληνοπρεπέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): που αρμόζει στους Έλληνες, τις αξίες και τον πολιτισμό τους: ~ής: παιδεία. Βλ. -πρεπής. ● επίρρ.: ελληνοπρεπώς [-ῶς]
15696ελληνορθόδοξος, η, ο [ἑλληνορθόδοξος] ελ-λη-νορ-θό-δο-ξος επίθ. (συνήθ. με κεφαλ. Ε): που αναφέρεται στους Ορθοδόξους Έλληνες: ~η: Εκκλησία. ~ο: Πατριαρχείο. Το ~ο Πάσχα.|| (ως ουσ.) Οι ~οι (ενν. χριστιανοί). Πβ. ελληνοχριστιανικός.
15697ελληνορωμαϊκός, ή, ό [ἑλληνορωμαϊκός] ελ-λη-νο-ρω-μα-ϊ-κός επίθ.: που αναφέρεται στους αρχαίους Έλληνες και Ρωμαίους: ~ός: κόσμος/πολιτισμός. ~ή: αρχαιότητα/τέχνη. ● ΣΥΜΠΛ.: ελληνορωμαϊκή πάλη βλ. πάλη
15698ελληνορωσικός, ή, ό [ἑλληνορωσικός] ελ-λη-νο-ρω-σι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον ελληνικό και τον ρωσικό λαό και στις σχέσεις ανάμεσα στα δύο κράτη: ~ός: διάλογος. ~ό: λεξικό.
15699ελληνοτουρκικός, ή, ό [ἑλληνοτουρκικός] ελ-λη-νο-τουρ-κι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Ελλάδα και την Τουρκία ή με τους Έλληνες και τους Τούρκους: ~ός: διάλογος. ~ή: συνεργασία/φιλία. ~ές: σχέσεις.
15700ελληνόφωνος, η, ο βλ. -φωνοςΣ
15701ελληνοχριστιανικός, ή, ό [ἑλληνοχριστιανικός] ελ-λη-νο-χρι-στια-νι-κός επίθ.: (αρχαίος) ελληνικός και χριστιανικός: ~ός: πολιτισμός. ~ή: παιδεία/παράδοση. ~ό: πνεύμα. ~ές: αξίες. ~ά: ιδεώδη. Πβ. ελληνορθόδοξος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.