| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 15702 | ελληνοχριστιανισμός | [ἑλληνοχριστιανισμός] ελ-λη-νο-χρι-στια-νι-σμός ουσ. (αρσ.): σύνθεση στοιχείων του (αρχαίου) ελληνικού πολιτισμού και της χριστιανικής παράδοσης. | |
| 15703 | ελλιμενίζεται | [ἐλλιμενίζεται] ελ-λι-με-νί-ζε-ται ρ. {ελλιμενί-στηκε, -σμένος} (επίσ., για σκάφος): εισέρχεται σε λιμάνι και αγκυροβολεί. Πβ. αράζει, ναυλοχεί, προσορμίζεται. ΑΝΤ. αποπλέει.|| {σπανιότ. στην ενεργ. φωνή} ● ελλιμενίζω (μτβ.) {ελλιμένι-σε}: κατευθύνω πλεούμενο σε λιμάνι, για να ρίξει άγκυρα: ~ουν τα γιοτ τους στις μαρίνες. Πβ. αράζω, προσορμίζω. [< μτγν. ἐλλιμενίζω] | |
| 15704 | ελλιμενισμός | [ἐλλιμενισμός] ελ-λι-με-νι-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) ελλιμένιση (η) (επίσ.): είσοδος και αγκυροβόληση πλοίου σε λιμάνι: (ασφαλής) ~ αλιευτικών/θαλαμηγών. Πβ. άραγμα, προσόρμιση. Βλ. -ισμός. [< μεσν. ελλιμενισμός, μτγν. ἐλλιμένισις] | |
| 15705 | ελλιπής | , ής, ές [ἐλλιπής] ελ-λι-πής επίθ. {ελλιπ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· ελλιπέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): που έχει ελλείψεις: ~ής: έλεγχος (πβ. πλημμελής)/φωτισμός. ~ής: γνώση/ενημέρωση/προετοιμασία/προστασία/χρηματοδότηση. ~ές: προσωπικό. ~είς: πληροφορίες. ~ή: δικαιολογητικά/μέτρα/προσόντα/στοιχεία. ~ η έκθεση/έρευνα για ... ~ συμπλήρωση της αίτησης. Δίαιτα ~ σε υδατάνθρακες. Πβ. ανεπαρκής, ανολοκλήρωτος, λειψός, χωλός.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ής: πρόταση. ~ή: ρήματα (= ελλειπτικά).|| (ΜΟΥΣ.) ~ές: μέτρο. ΑΝΤ. πλήρης (2) ● επίρρ.: ελλιπώς [-ῶς] [< αρχ. ἐλλιπής] | |
| 15706 | ελλιποβαρής | , ής, ές βλ. λιποβαρής | |
| 15707 | ελλόγιμος | , η, ο [ἐλλόγιμος] ελ-λό-γι-μος επίθ. {συνήθ. υπερθ. ελλογιμ-ότατος (λόγ.) -ώτατος} (λόγ.): τιμητική προσαγόρευση διαπρεπούς λογίου, κυρ. πανεπιστημιακού, ακαδημαϊκού: ~ότατε κ. καθηγητά. [< μτγν. ἐλλόγιμος ‘υπολογίσιμος, διαπρεπής’] | |
| 15708 | έλλογος | , η/ος, ο [ἔλλογος] έλ-λο-γος επίθ. (λόγ.): λογικός: ~η: κρίση/σκέψη. ~ο: ον.|| (ως ουσ.) Το ~ο και το παράλογο. Βλ. -λογος. ΑΝΤ. άλογος (1) ● επίρρ.: ελλόγως (αρχαιοπρ.) [< αρχ. ἔλλογος] | |
| 15709 | ελλοχεύει | [ἐλλοχεύει] ελ-λο-χεύ-ει ρ. (αμτβ.) {στο ενεστ. θ.} (απαιτ. λεξιλόγ.-αρνητ. συνυποδ.): καραδοκεί, παραμονεύει: ~ ο κίνδυνος πολέμου/ο κίνδυνος να έρθουν σε ρήξη (= ενεδρεύει, καιροφυλακτεί· πβ. εμφιλοχωρεί, εμφωλεύει). [< αρχ. ἐλλοχῶ] | |
| 15710 | ΕΛΜΕ | (η): Ένωση Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης. Βλ. ΟΛΜΕ. | |
| 15711 | έλμινθες | [ἕλμινθες] έλ-μιν-θες ουσ. (θηλ.) (οι): ΖΩΟΛ. γενική ονομασία των εντερικών παρασίτων. Βλ. πλατυ~. ΣΥΝ. λεβίθες [< αρχ. ἕλμινς, γαλλ. helminthe, αγγλ. helminth] | |
| 15712 | ελμινθίαση | [ἑλμινθίαση] ελ-μιν-θί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παρασίτωση. Βλ. -ίαση. [< γαλλ. helminthiase, αγγλ. helminthiasis] | |
| 15713 | ελντοράντο | [ἐλντοράντο] ελ-ντο-ρά-ντο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (μτφ.): τόπος και γενικότ. καθετί που πιστεύεται ότι θα αποφέρει αμύθητα κέρδη: Η χώρα εξελίχθηκε σε επενδυτικό ~/~ ενεργειακής ανάπτυξης. Ανακάλυψαν/βρήκαν το νέο ~. Πβ. γη της επαγγελίας, Εδέμ, παράδεισος, χρυσωρυχείο. [< αγγλ.-γαλλ. eldorado < ισπ. el Dorado] | |
| 15714 | έλξη | [ἕλξη] έλ-ξη ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣ. {σπάν. στον πληθ.} δύναμη, κάτω από την επίδραση της οποίας τα αντικείμενα τείνουν να κινούνται το ένα προς το άλλο, με αποτέλεσμα τη μείωση της μεταξύ τους απόστασης: ηλεκτρική/ηλεκτροστατική/μαγνητική/μοριακή ~. Η βαρυτική ~ της Γης/Σελήνης. Ο νόμος της παγκόσμιας ~ης του Νεύτωνα. Ασκείται ~ μεταξύ των ουράνιων σωμάτων. Βλ. παλίρροια. ΑΝΤ. άπωση (1) 2. (μτφ.) έντονο ενδιαφέρον που δημιουργεί κάποιος ή κάτι σε κάποιον· γοητεία: ακαταμάχητη/ανεξήγητη/μοιραία/πνευματική/σαρκική/σεξουαλική/ψυχική ~. (εμφατ.) Ασκεί ~ και γοητεία. Η (φυσική) ~ αρσενικού και θηλυκού. Η ~ των αντιθέτων (πβ. τα ετερώνυμα έλκονται). Μεταξύ τους αναπτύχθηκε έντονη ~. Αισθάνονται αμοιβαία ερωτική ~ (πβ. χημεία). Νιώθω ~ για κάποιον. Πβ. ελκυστικότητα, μαγεία. Βλ. μαγνήτης.|| Οι τέχνες τής ασκούσαν πάντα μια ακατανίκητη/μυστηριώδη ~. ΑΝΤ. απέχθεια, αποστροφή1 3. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του έλκω· τράβηγμα: ~ οχήματος/πλοίου (= ρυμούλκηση). ΑΝΤ. σπρώξιμο, ώθηση.|| (ΙΑΤΡ.) Κρανιακή ~. ~ της κάτω γνάθου. 4. ΓΛΩΣΣ. σχήμα κατά το οποίο όρος πρότασης συμφωνεί γραμματικά προς όρο άλλης πρότασης (της ίδιας περιόδου), εξαιτίας της συντακτικής επίδρασης που υφίσταται από αυτόν. π.χ. ευχαριστώ όλους όσους, αντί όλους όσοι (~ του αναφορικού). ● έλξεις (οι) 1. ΓΥΜΝ. άσκηση ανύψωσης του σώματος με τα χέρια από οριζόντια δοκό ή κρίκους: κατακόρυφες/πλευρικές/σπονδυλικές ~. ~ σε μονόζυγο. Κάνω ~εις. Βλ. κάμψεις. 2. (στη βυζαντινή μουσική) σημεία αλλοίωσης. [< 1: αγγλ. pull-ups, 1960] ● ΣΥΜΠΛ.: πόλος έλξης: τόπος ή χώρος που προσελκύει κάποιον ή κάτι: Η περιοχή λειτουργεί ως πολιτιστικός/τουριστικός ~ ~. Η χώρα μετατράπηκε σε ~ο ~ο για επενδύσεις/τις ξένες τράπεζες. Το ίδρυμα έχει αναδειχτεί σε ~ο ~ έρευνας/πολλών επιστημόνων. Πβ. ατραξιόν. [< γαλλ. pôle d'attraction, αγγλ. attraction pole] [< αρχ. ἕλξις, γαλλ.-αγγλ. attraction] | |
| 15715 | έλο | [ἔλο] έ-λο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ΈΛΟ: σύστημα βαθμολόγησης και κατάταξης παικτών κυρ. στο σκάκι· συνεκδ. η αντίστοιχη θέση ενός παίκτη: βαθμοί ~.|| Σκακιστές με διεθνές ~ ... [< αμερικ. Elo, αμερικ. ανθρ. A. Elo] | |
| 15716 | ελο- & ελό- | (κυρ. επιστ.): α' συνθετικό ουσιαστικών και επιθέτων που αναφέρονται στο έλος: ελο-νοσία. Ελό-βιος. | |
| 15717 | ελόβιος | , α, ο [ἑλόβιος] ε-λό-βι-ος επίθ. (επιστ.): που ζει ή/και αναπτύσσεται σε έλη: ~α: βλάστηση (: βούρλα, καλάμια). ~α: πτηνά (βλ. ερωδιός, πάπια). Βλ. -βιος. | |
| 15718 | ελόγου | [ἐλόγου] ε-λό-γου (λαϊκό): κυρ. στη ● ΦΡ.: του λόγου/(κι) ελόγου μου/σου/του ... βλ. λόγος [< μεσν. ελόγου] | |
| 15719 | ελονοσία | [ἑλονοσία] ε-λο-νο-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. λοιμώδες νόσημα, ενδημικό σε (υπο)τροπικές περιοχές, που προκαλείται από το παράσιτο πλασμώδιο, το οποίο μεταδίδεται στον άνθρωπο με τσίμπημα του κώνωπα του ανωφελούς: Η ~ εκδηλώνεται τυπικά με πυρετό και ρίγη. Βλ. κινίνη, τριταίος πυρετός. ΣΥΝ. ελώδης πυρετός, μαλάρια [< γαλλ. paludisme, 1869] | |
| 15720 | έλος | [ἕλος] έ-λος ουσ. (ουδ.) {έλους | έλη, ελών}: ΓΕΩΛ. υγρότοπος που καλύπτεται από ρηχά λιμνάζοντα νερά: ~ γεμάτο βούρλα/κουνούπια. Αλμυρά/παραθαλάσσια/παράκτια/υφάλμυρα έλη. Έλη γλυκού νερού. Αποξήρανση ελών. Πβ. βούρκος, τέλμα, τέναγος, τυρφώνας. ΣΥΝ. βάλτος (1) [< αρχ. ἕλος] | |
| 15722 | ΕΛΠΑ | (η): Ελληνική Λέσχη Περιήγησης και Αυτοκινήτου. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ