| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 654 | αδάκρυτος | , η, ο [ἀδάκρυτος] α-δά-κρυ-τος επίθ. (λογοτ.) 1. που δεν δάκρυσε: ~α: μάτια. Ανέκφραστος και ~. ΑΝΤ. δακρυσμένος.|| (μτφ.) ~η ζωή (= χωρίς λύπες). 2. (σπάν.-λογοτ.) που δεν τον έχουν κλάψει: Πήγε/πέθανε ~. ΣΥΝ. άκλαυτος [< αρχ. ἀδάκρυτος] | |
| 655 | Αδάμ | [Ἀδάμ] Α-δάμ κύριο όν. (αρσ.) {άκλ.}: το όνομα του πρώτου ανθρώπου στην ΠΔ: Ο ~ και η Εύα, οι πρωτόπλαστοι. Κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: το μήλο του Αδάμ: λαρυγγικός χόνδρος σε σχήμα θυρεού, ο οποίος συνήθ. προεξέχει στους άνδρες. ΣΥΝ. θυρεοειδής χόνδρος, καρύδι (2) [< γαλλ. pomme d΄Adam] ● ΦΡ.: από τον καιρό του Νώε βλ. Νώε, στην εξορία του Αδάμ βλ. εξορία [< μτγν. Ἀδάμ] | |
| 656 | αδάμαντας | βλ. αδάμας | |
| 657 | αδαμαντίνη | [ἀδαμαντίνη] α-δα-μα-ντί-νη ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. λευκή σκληρή ουσία που προστατεύει τη μύλη από τα μικρόβια, το εξωτερικό τμήμα του δοντιού: αποτριβή/λεύκανση/υποπλασία/φθορίαση ~ης. Βλ. οδοντίνη, -ίνη. ΣΥΝ. σμάλτο (2) [< γαλλ. substance adamantine] | |
| 658 | αδαμάντινος | , η, ο [ἀδαμάντινος] α-δα-μά-ντι-νος επίθ. (λόγ.) 1. διαμαντένιος: ~ος: διάκοσμος. ~ο: περιδέραιο/στέμμα. 2. (μτφ.) καθαρός, ακέραιος: ~ος: δικαστής (ΣΥΝ. αδέκαστος)/πολιτικός. ~η: πίστη/φωνή (για τραγουδιστή). ~ο: ήθος. ● ΣΥΜΠΛ.: αδαμάντινος χαρακτήρας: για ακέραιο και άψογο άνθρωπο. [< αγγλ. sterling character] , αργυροί/χρυσοί/αδαμάντινοι γάμοι βλ. γάμος [< 1: αρχ. ἀδαμάντινος 2: αγγλ. adamantine, γαλλ. adamantin] | |
| 659 | αδαμαντοκόλλητος | , η, ο [ἀδαμαντοκόλλητος] α-δα-μα-ντο-κόλ-λη-τος επίθ. (λόγ.): στολισμένος με διαμάντια: ~ος: σταυρός. ~ο: δαχτυλίδι/ευαγγέλιο/περιδέραιο. | |
| 660 | αδαμαντοφόρος | , ος/α, ο [ἀδαμαντοφόρος] α-δα-μα-ντο-φό-ρος επίθ. 1. ΤΕΧΝΟΛ. που έχει προσαρμοσμένο πάνω του διαμάντι: ~α εργαλεία κοπής. 2. ΓΕΩΛ. (συνήθ. για τόπο) που έχει, παράγει διαμάντια: ~ο: κοίτασμα/ορυχείο. Βλ. -φόρος. [< γαλλ. diamantifère] | |
| 661 | αδαμαντωρυχείο | [ἀδαμαντωρυχεῖο] α-δα-μα-ντω-ρυ-χεί-ο ουσ. (ουδ.): ορυχείο εξόρυξης διαμαντιών. Βλ. -ωρυχείο. [< γαλλ. mine de diamants] | |
| 662 | αδαμαντωρύχος | [ἀδαμαντωρύχος] α-δα-μα-ντω-ρύ-χος ουσ. (αρσ.): εργάτης αδαμαντωρυχείου ή πρόσωπο που αναζητά διαμάντια. Βλ. -ωρύχος. | |
| 663 | αδάμας | [ἀδάμας] α-δά-μας ουσ. (αρσ.) {αδάμ-αντος, -αντα | -αντες, -άντων} (επίσ.) & αδάμαντας: διαμάντι. [< αρχ. ἀδάμας] | |
| 664 | αδάμαστος | , η, ο [ἀδάμαστος] α-δά-μα-στος επίθ. 1. (μτφ.) που δεν έχει ή δεν μπορεί να καμφθεί, να νικηθεί: ~ος: αγωνιστής/έρωτας/λαός (= αήττητος, ακατανίκητος, ανυπότακτος). ~η: θέληση/φαντασία/ψυχή (= αλύγιστη, άκαμπτη, ακατάβλητη). ~ο: θάρρος/πνεύμα/φρόνημα (= ακλόνητο). ~οι: ήρωες. ~α: νιάτα/πάθη. Σαν ~ο (= ανήμερο) θηρίο. 2. (για ζώο) που δεν έχει ή δεν μπορεί να δαμαστεί, να τιθασευτεί. ΣΥΝ. άγριος, ατίθασος. ΑΝΤ. δαμασμένος. [< αρχ. ἀδάμαστος] | |
| 665 | αδαμιαίος | , α, ο [ἀδαμιαῖος] α-δα-μι-αί-ος επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τον Αδάμ: (ΘΕΟΛ.) ~ος: θάνατος (: η απώλεια του Παραδείσου)/θρήνος (: για την απώλεια της θεωρίας του Θεού). Βλ. -ιαίος. Κυρ. στη ● ΦΡ.: με αδαμιαία περιβολή (λόγ.): γυμνός σαν τον πρωτόπλαστο Αδάμ, ολόγυμνος: Βγήκε έξω/εμφανίστηκε ~ ~ (= τσιτσίδι). Βλ. φύλλο συκής. [< γαλλ. vêtement d'Adam] [< μτγν. Ἀδαμιαῖος] | |
| 666 | αδαπάνητος | , η, ο [ἀδαπάνητος] α-δα-πά-νη-τος επίθ.: που δεν έχει δαπανηθεί, ξοδευτεί, εξαντληθεί: ~η: περιουσία. ~ο: κεφάλαιο. ~α: κονδύλια.|| (μτφ.-λόγ.) Θησαυρός ~ η κλασική γραμματεία. Πβ. ανεξάντλητος, αστείρευτος. ΣΥΝ. αξόδευτος [< μτγν. ἀδαπάνητος] | |
| 667 | αδάπανος | , η, ο [ἀδάπανος] α-δά-πα-νος επίθ.: που γίνεται χωρίς δαπάνη, έξοδα, κόστος: ~η: διαφήμιση/λύση (ΑΝΤ. δαπανηρή). Η ηλιακή ακτινοβολία προσφέρει ~η θέρμανση. Βλ. ολιγο-, πολυ-δάπανος.|| (μτφ.) ~ος: λαϊκισμός. ~η: κριτική. ΣΥΝ. ανέξοδος. ● επίρρ.: αδαπάνως (λόγ.) & αδάπανα: ~ για το Δημόσιο.|| (μτφ.) Δημαγωγεί/κατηγορεί ~ (: χωρίς πολιτικό κόστος). [< αρχ. ἀδάπανος] | |
| 668 | αδασμολόγητος | , η, ο [ἀδασμολόγητος] α-δα-σμο-λό-γη-τος επίθ.: (κυρ. για προϊόντα) που δεν υπόκεινται σε δασμούς, δεν φορολογούνται: ~ο: αλκοόλ/όχημα/πετρέλαιο. ~ες: πρώτες ύλες. ΣΥΝ. αφορολόγητος. ΑΝΤ. δασμολογημένος. ● Ουσ.: αδασμολόγητα (τα): τα είδη που πωλούνται χωρίς δασμούς σε καταστήματα (κυρ. αεροδρομίων, λιμανιών, πλοίων) και καταχρ. τα ίδια τα καταστήματα: Κατάσχεση ~ων.|| (προφ.) Υπάλληλος στα ~. ΣΥΝ. αφορολόγητα (τα), ντιούτι φρι [< μεσν. αδασμολόγητος] | |
| 669 | ΑΔΕΔΥ | (η): Ανώτατη Διοίκηση Ενώσεων Δημοσίων Υπαλλήλων. | |
| 670 | άδεια | [ἄδεια] ά-δει-α ουσ. (θηλ.) {άδειας (λόγ.) -είας | -ειών} 1. δικαίωμα που παραχωρείται σε κάποιον για δράση, συγκατάθεση· ειδικότ. πράξη χορήγησης αυτού του δικαιώματος από αρμόδια Αρχή και συνεκδ. το επίσημο έγγραφο που το πιστοποιεί: Έχω/ζητώ/παίρνω/χρειάζομαι ~ από .../για να ... Αρνήθηκαν να του δώσουν/παραχωρήσουν ~ προκειμένου να ... Παρακολούθηση πολιτών χωρίς ~ (= παράνομα).|| Έγγραφη/ειδική/μόνιμη/προσωρινή/τεχνική/τηλεοπτική/υποχρεωτική ~. ~ αορίστου χρόνου/(εξ)ασκήσεως επαγγέλματος (ΣΥΝ. επαγγελματική)/γάμου/εισόδου/εργασίας/καταλληλότητας/κατοχής (λ.χ. αρχαίων αντικειμένων)/κυνηγιού (= κυνηγετική)/μικροπωλητή/οικοδομής (= οικοδομική)/οπλοφορίας/προσγείωσης (αεροσκάφους)/ταξί/χρήσης (π.χ. πεζοδρομίου). Αίτηση/ακύρωση/ανανέωση/απόκτηση/έγκριση/έκδοση/εκχώρηση/θεώρηση/κάτοχος/μεταβίβαση/παραχώρηση/χορήγηση (της) ~ας. Ανανεώνω/αποκτώ/αφαιρώ/βγάζω/εκδίδω/εξασφαλίζω/παραχωρώ ~. Ανακαλείται/έληξε/παρατείνεται η ~ παραμονής. Η ~ ισχύει για δύο μήνες. Λειτουργεί χωρίς ~. Άνευ/κατόπιν ~είας. Βλ. απαγόρευση.|| Ελέγχω την ~ κυκλοφορίας και οδήγησης (πβ. δίπλωμα). 2. το νόμιμο δικαίωμα απουσίας από την εργασία, την υπηρεσία και συνεκδ. το αντίστοιχο χρονικό διάστημα: ειδική/ετήσια/καλοκαιρινή/κανονική/προβλεπόμενη/προσωπική/προφορική ~. ~ με/χωρίς αποδοχές κ. (λόγ.) ~ άνευ/μετ' αποδοχών. ~ ανατροφής/διαρκείας/εξετάσεων/θηλασμού/κύησης/για μετεκπαίδευση/μητρότητας (: τοκετού και λοχείας)/για οικογενειακούς λόγους/ενός έτους/Χριστουγέννων. Επίδομα ~είας. Απουσιάζει με ~. Βρίσκεται/είναι/λείπει/τελεί σε ~ (= είναι αδειούχος). Ετοιμάζεται να φύγει για ~. Εξαντλώ την ~ά μου. Πήρε ~ μια εβδομάδα (βλ. διακοπές).|| (ΣΤΡΑΤ.) Αγροτική/κανονική/σαρανταοκτάωρη/τιμητική/φοιτητική ~. ~ διανυκτέρευσης/εξόδου.|| Τελείωσε η ~ά μου. ● Υποκ.: αδειούλα (η): στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: εκπαιδευτική άδεια & άδεια υπηρεσιακής εκπαίδευσης: που χορηγείται για εκπαιδευτικούς λόγους: ~ ~ για διδακτορικό/έρευνα/μεταπτυχιακές σπουδές. ~ές ~ες σε δασκάλους/καθηγητές/πανεπιστημιακούς., ποιητική αδεία & ποιητική άδεια {επιρρ. χρήση}: ελευθερία έκφρασης βασιζόμενη στο δικαίωμα του ποιητή να παραβιάζει γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες, κυρ. χάριν του μέτρου ή της ομοιοκαταληξίας· συχνότ. κατ' επέκτ. για οποιαδήποτε παρέκκλιση από τη γλωσσική νόρμα ή την πραγματικότητα: Τα ζώα στο έργο μιλούν ~ ~. [< γαλλ. licence poétique] , άδεια απουσίας βλ. απουσία, αναρρωτική άδεια βλ. αναρρωτικός, γονική άδεια βλ. γονικός, μηχανογραφική άδεια βλ. μηχανογραφικός ● ΦΡ.: έχω άδεια: μου αναγνωρίζεται δικαίωμα αδείας ή βρίσκομαι σε άδεια: Είμαι καινούργιος στη δουλειά και δεν ~ ~.|| Δεν βρίσκεται στο γραφείο, ~ει ~., με την άδειά σας: (ως ευγενική διατύπωση ή συχνά ειρων.) εφόσον μου το επιτρέπετε: Κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα, ~ ~, να κάνω κάποιες παρατηρήσεις. Πβ. συγκατάθεση, συναίνεση., παίρνω άδεια από τη σημαία βλ. σημαία [< αρχ. ἄδεια, γαλλ. permission, permis, licence] | |
| 671 | αδειάζω | [ἀδειάζω] α-δειά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {άδεια-σα, -σει, -στηκε, -στεί, αδειάζ-οντας, αδεια-σμένος} 1. βγάζω από κάτι το περιεχόμενό του, το καταναλώνω ή το μεταφέρω, το ξεφορτώνω κάπου αλλού: ~ τη βαλίτσα/τη δεξαμενή/τον κάδο/το περίστροφο (στον αέρα/στο σώμα κάποιου, πβ. πυροβολώ)/το συρτάρι/το τασάκι/την τσάντα. Ο σπιτονοικοκύρης μού ζήτησε ν' ~σω το σπίτι (= να το ξενοικιάσω, να φύγω).|| (προφ.) ~σε ένα ταψί μόνος του (= έφαγε)/το μισό μπουκάλι (= ήπιε)/όλο του το πιάτο.|| ~ τα απορρίμματα/τους επιβάτες (πβ. αποβιβάζω)/το λάδι (πβ. χύνω)/τα λύματα/το φορτίο. ~ το νερό στα ποτήρια (από την κανάτα, πβ. ρίχνω). ΑΝΤ. γεμίζω (1) 2. (μτφ.-προφ.) αφήνω κάποιον (συνήθ. υφιστάμενο) εκτεθειμένο, ακάλυπτο, δεν τον υποστηρίζω: ~σε τον συνεργάτη/τον φίλο του. Την κρίσιμη στιγμή που τον είχα ανάγκη, με ~σε (: με εγκατέλειψε, κρέμασε, πούλησε).|| (στο ποδόσφαιρο) Πέτυχε γκολ, αφού πρώτα ~σε όλη την άμυνα (: απέφυγε τους αμυντικούς με προσποίηση). Βλ. καλύπτω. 3. (προφ.) έχω ελεύθερο χρόνο για κάτι: Θα σου τηλεφωνήσω μόλις ~σω. Δεν ~ (= δεν έχω χρόνο) να σε δω σήμερα. Χθες δεν ~σα (= δεν μου έμεινε καθόλου χρόνος) ούτε για φαΐ! Πβ. προλαβαίνω. ΣΥΝ. ευκαιρώ ● αδειάζει: (συνήθ. για χώρο) μένει άδειος, εκκενώνεται: ~ η αίθουσα (από μαθητές)/η γειτονιά/το γήπεδο/ο δρόμος/το νησί (: ερημώνει)/η παραλία/η πόλη (: εγκαταλείπεται)/το σπίτι/ο τόπος (ΑΝΤ. γεμίζει). ~σε η μπαταρία (= αποφορτίστηκε)/το ντεπόζιτο/το πορτοφόλι(/το ταμείο/η τσέπη μου (: έμεινα χωρίς λεφτά)/το στομάχι μου (: πεινάω). ~σε η θέση του διευθυντή/ένα τραπέζι (σε εστιατόριο).|| (μτφ.) ~σε η ζωή/ο νους/η ψυχή μου (από σκέψεις, ιδέες, συναισθήματα). Οι λέξεις ~σαν από νόημα. ● ΦΡ.: αδειάζω τη γωνιά/τον τόπο (μτφ.-προφ.): (συνήθ. στην προστ.) φεύγω από κάπου όπου είμαι ανεπιθύμητος: Μάζεψε τα πράγματά σου και άδειασέ μας ~! Άδειασέ μου ~ και μη σε ξαναδώ στα μάτια μου! Δεν μας αδειάζεις ~; Πβ. κοπάνα τη, ξεκουμπίσου, σπάσε, στα τσακίδια, στρίβε, τσακίσου, φύγε. [< μεσν. αδειάζω] | |
| 672 | αδειανός | , ή, ό [ἀδειανός] α-δεια-νός επίθ. (οικ.-λογοτ.): άδειος, κενός. ΑΝΤ. γεμάτος (1) [< μεσν. αδειανός] | |
| 673 | άδειασμα | [ἄδειασμα] ά-δεια-σμα ουσ. (ουδ.) 1. αφαίρεση του περιεχομένου, εκκένωση: ~ βόθρου/κάδου/μπαταρίας (πβ. απο-, εκ-φόρτιση)/σακούλας/σκληρού δίσκου/σπιτιού από έπιπλα/της τσέπης (: ξόδεμα όλων των χρημάτων). ~ των χωριών λόγω της αστυφιλίας.|| (μτφ.) ~ του μυαλού από σκέψεις. ΑΝΤ. γέμισμα (1), τιγκάρισμα 2. (προφ.) η μη κάλυψη, στήριξη, συνήθ. υψηλά ιστάμενου προσώπου από τον ιεραρχικά ανώτερο: δημόσιο/πολιτικό ~. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ