| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 15724 | ελπίδα | [ἐλπίδα] ελ-πί-δα ουσ. (θηλ.): πεποίθηση, προσδοκία ότι κάτι καλό θα συμβεί τελικά ή ότι δεν θα γίνει κάτι κακό· η αντίστοιχη πιθανότητα· συνεκδ. όποιος ή ό,τι προκαλεί το σχετικό συναίσθημα: αμυδρή/απατηλή/άσβεστη/γλυκιά/κρυφή/πολυπόθητη ~. (ως παραθετικό σύνθ.) Θεραπεία-~. Μήνυμα (βλ. ελπιδοφόρο)/σημάδι/σύμβολο ~ας. (μτφ.) Ακτίνα/ανάσα/άνεμος/πηγή/φάρος/χαραμάδα ~ας. Η δύναμη/φλόγα της ~ας. Διάψευση των ~ων (βλ. απογοήτευση). Η ~ (παρα)μένει ζωντανή/πεθαίνει (πάντα) τελευταία! Εξέφρασε την ~ ότι η κατάσταση θα βελτιωθεί. Ζει με την ~ ότι θα/να γίνει καλά. Είχε την ~ (= ήλπιζε) ότι/πως όλα θα γίνονταν όπως πρώτα. Αναθερμάνθηκαν/ανανεώθηκαν/αναπτερώθηκαν/έσβησαν/ναυάγησαν/σκορπίστηκαν οι ~ες για εύρεση επιζώντων. Μην τρέφεις ~ες (= αυταπάτες)! Μην του γεννάς/δημιουργείς/δίνεις/καλλιεργείς (μάταιες/φρούδες/ψεύτικες) ~ες (βλ. εμπαίζω, ξεγελώ)! Διατηρεί (ακέραιες)/έχασε τις ~ες του. Βασίζει/εναποθέτει τις ~ες του (για βοήθεια) στον ... Πβ. όνειρο, όραμα. Βλ. αισιοδοξία.|| Υπάρχουν βάσιμες/σημαντικές ~ες ανάκαμψης/για ένα καλύτερο αύριο/να ζήσει. Με καλές ~. Οι ~ες σωτηρίας αυξάνονται/μειώνονται. Δεν έχει ~ες διάκρισης/για μετάλλιο.|| Μόνη/τελευταία μας ~ τα παιδιά (πβ. απαντοχή, στήριγμα)/το σχέδιό του! ● Ελπίδες (οι): ΑΘΛ. Βλ. Νεάνιδες. ● ΣΥΜΠΛ.: μαθηματική ελπίδα 1. {κυρ. στον πληθ.} ελάχιστες πιθανότητες: Η ομάδα έχει μόνο ~ές ~ες για πρόκριση/τίτλο. 2. ΟΙΚΟΝ. -ΣΤΑΤΙΣΤ. αναμενόμενη/προσδοκώμενη τιμή. [< 1: αγγλ. mathematical chance 2: αγγλ. mathematical expectation] , εμπόριο ελπίδας/ελπίδων βλ. εμπόριο ● ΦΡ.: παρ' ελπίδα & (σπάν.-λόγ.) παρά πάσαν ελπίδα: αντίθετα απ΄ ό,τι προσδοκά, αναμένει κάποιος: Τι θα γίνει αν/σε περίπτωση που, ~, πάει κάτι στραβά; ΣΥΝ. απροσδόκητα [< γαλλ. contre toute attente] , στηρίζω τις ελπίδες μου σε κάποιον/κάτι βλ. στηρίζω, στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα βλ. βάρκα [< μεσν. ελπίδα < αρχ. ἐλπίς] | |
| 15725 | ελπιδοφόρος | , α/ος, ο [ἐλπιδοφόρος] ελ-πι-δο-φό-ρος επίθ. (λόγ.): που δημιουργεί ελπίδες: ~α: είδηση/θεραπεία/προοπτική/προσπάθεια/συνεργασία. ~ο: βήμα/μέλλον/μήνυμα/ξεκίνημα. ~α: αποτελέσματα. ~α νέα για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι ~ο ότι ... Πβ. ευοίωνος.|| ~ος: νέος/παίχτης (= πολλά υποσχόμενος, φέρελπις). Βλ. -φόρος. [< μτγν. ἐλπιδοφόρος] | |
| 15726 | ελπίζω | [ἐλπίζω] ελ-πί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ήλπι-ζα, -σα, ελπί-σει, ελπίζ-εται, -οντας} 1. έχω την ελπίδα: ~ει ότι/πως θα υπάρξει συμβιβαστική λύση. Νίκησε και ~ει (ενν. ότι θα προκριθεί). ΣΥΝ. αισιοδοξώ, ευελπιστώ, προσδοκώ.|| Ποτέ δεν ~ζα (= περίμενα, πίστευα) ότι/πως ... || ~ να τελειώσω νωρίς. ~ουμε να μην/ότι δεν θα υπάρξουν αντιδράσεις. ΣΥΝ. εύχομαι. (εμφατ.) ~ και εύχομαι να … || ~εται ότι θα/να αυξηθούν τα έσοδα. Πβ. αναμένεται. 2. (+ σε) βασίζομαι, στηρίζω τις ελπίδες μου: ~ει σε κάποια υποτροφία. ~ουν σ' ένα καλύτερο αύριο/μέλλον. Δεν ~ πια σε τίποτα. ΣΥΝ. υπολογίζω.|| ~ουμε στον άνθρωπο/στον Θεό. [< αρχ. ἐλπίζω] | |
| 15727 | ΕΛΣ | (η): Εθνική Λυρική Σκηνή. | |
| 15730 | ελύθη | βλ. λύω | |
| 15731 | έλυτρο | [ἔλυτρο] έ-λυ-τρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ύτρου} 1. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. μεμβράνη που καλύπτει διάφορους σχηματισμούς (νεύρα, μυς): μυελώδες ~/~ μυελίνης. Το ~ της ρίζας της τρίχας (= θύλακας). 2. ΖΩΟΛ. {συνήθ. στον πληθ.} (στα κολεόπτερα και ορθόπτερα) σκληρό κεράτινο κάλυμμα των φτερών που χρησιμεύει για την προστασία τους, όταν το έντομο δεν πετά. 3. (γενικότ.-λόγ.) θήκη, περίβλημα. Βλ. -τρο. [< αρχ. ἔλυτρον, γαλλ. élytre, αγγλ. elytron] | |
| 15732 | ελώδης | , ης, ες [ἑλώδης] ε-λώ-δης επίθ. {ελώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (επιστ.): που είναι γεμάτος έλη: ~ης: περιοχή. ~ες: έδαφος. ~εις: εκτάσεις.|| ~ης: λίμνη (: που μοιάζει με έλος). Πβ. τελματ-, τεναγ-ώδης. ΣΥΝ. βαλτώδης ● ΣΥΜΠΛ.: ελώδης πυρετός: ελονοσία. [< αρχ. ἑλώδης] | |
| 15734 | εμ ες εν | [ἐμ ἐς ἐν] ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. λογισμικό που υποστηρίζει τη γραπτή ή προφορική συνομιλία μεταξύ δύο ή περισσοτέρων χρηστών ηλεκτρονικών υπολογιστών, καθώς και βιντεοκλήσεις. Βλ. σκάιπ, τσατ. [< αγγλ. Μ(icro)S(oft) N(etwork), 1995] | |
| 15798 | εμ ες εν | βλ. εμ | |
| 15733 | εμ- | βλ. εν- | |
| 15827 | εμ-ντι-έφ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: υποπροϊόν και υποκατάστατο του ξύλου, από υπολείμματα υλοτομίας και πριονιστηρίων· αλλιώς ινοσανίδα μέσης πυκνότητας: ντουλάπια από ~ επενδεδυμένο (: με καπλαμά).|| (ως επίθ.) Πόρτα/φύλλα ~. Βλ. κόντρα πλακέ, μελαμίνη, νοβοπάν. [< αγγλ. Medium Density Fibres (MDF)] | |
| 15865 | εμ-πι-θρι | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & MP3: ΤΕΧΝΟΛ. -ΠΛΗΡΟΦ. τύπος αρχείου ηλεκτρονικού υπολογιστή που αποθηκεύει ήχο υψηλής ποιότητας, συμπιεσμένο σε μικρό χώρο· η σχετική τεχνολογία: ακυκλοφόρητα/δωρεάν ~. Μουσική/τραγούδια (σε μορφή) ~. Κατέβασα/μετέτρεψα όλο το άλμπουμ του συγκροτήματος σε ~.|| Το στερεοφωνικό του παίζει ~. Βλ. ντιβιντί, σιντί. ● ΣΥΜΠΛ.: εμ-πι-θρι (πλέιερ) & MP3 (player): ηλεκτρονική συσκευή αναπαραγωγής μουσικών αρχείων σε μορφή MP3. [< αγγλ. MP3 player, 1997] [< αμερικ. MP3, 1994, γαλλ. ~, 1997] | |
| 15735 | εμ1 | [ἐμ] επιφών. (προφ.) 1. (συνήθ. σε ερωτήσεις) για να εκφραστεί κάτι που θεωρείται εύλογο, δικαιολογημένο, δεδομένο, φυσικό: ~, πώς θα γινόταν αλλιώς; ~ τι, δεν θα 'ρχότανε; ~, με τέτοια επιτυχία, είναι να μην έχουν χαρά;|| ~, αν δεν ρωτήσετε, πώς θα μάθετε; (: πρέπει να ρωτήσετε). ~, αν δεν συναντηθούμε εκεί, πού αλλού θα βρεθούμε; (: μόνο εκεί μπορούμε). 2. σε παρατήρηση ή σχόλιο που διατυπώνεται με δυσανασχέτηση: ~, κι εσύ δεν πρόσεχες λίγο; ~, αυτά παθαίνεις, αν πίνεις πολύ. 3. σε περιπτώσεις όπου ζητείται η κατανόηση του συνομιλητή: ~, τι να σου κάνω; Ας πρόσεχες (: δεν μπορούσα να κάνω τίποτα). ● ΦΡ.: ε/εμ βέβαια βλ. βέβαια, ε/εμ τότε βλ. τότε ● βλ. ε [< φρ. ε μα ... ] | |
| 15736 | εμ2 | [ἐμ] σύνδ. (προφ.): και ... και, όχι μόνο ... αλλά και: ~ δεν ξέρεις τίποτα, ~ κάνεις τον έξυπνο (: δεν φτάνει που ...). [< τουρκ. hem ... hem] | |
| 15737 | εμαγιέ | [ἐμαγιέ] ε-μα-γιέ επίθ./ουσ. {άκλ.} & εμαγέ: (για σκεύος ή επιφάνεια) που είναι επιχρισμένος/η με υαλώδες υλικό (σμάλτο): επίστρωση/κουζίνα ~.|| (ως ουσ.) Τα ~. Βλ. εφυαλώνω. [< γαλλ. émaillé] | |
| 15738 | έμαθα | βλ. μαθαίνω | |
| 15739 | ΕΜΑΚ | (η): Ειδική Μονάδα Αντιμετώπισης Καταστροφών. | |
| 15740 | εμάς | βλ. εγώ | |
| 15741 | έμασα | έ-μα-σα {μάσω} (διαλεκτ.): μάζεψα. | |
| 15742 | εμβαδομέτρηση | [ἐμβαδομέτρηση] εμ-βα-δο-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΟΠΟΓΡ. υπολογισμός του εμβαδού: ~ κτιρίου/οικοπέδου. Βλ. ογκομέτρηση, -μέτρηση. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ