Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [16580-16600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
15726ελπίζω[ἐλπίζω] ελ-πί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ήλπι-ζα, -σα, ελπί-σει, ελπίζ-εται, -οντας} 1. έχω την ελπίδα: ~ει ότι/πως θα υπάρξει συμβιβαστική λύση. Νίκησε και ~ει (ενν. ότι θα προκριθεί). ΣΥΝ. αισιοδοξώ, ευελπιστώ, προσδοκώ.|| Ποτέ δεν ~ζα (= περίμενα, πίστευα) ότι/πως ... || ~ να τελειώσω νωρίς. ~ουμε να μην/ότι δεν θα υπάρξουν αντιδράσεις. ΣΥΝ. εύχομαι. (εμφατ.) ~ και εύχομαι να … || ~εται ότι θα/να αυξηθούν τα έσοδα. Πβ. αναμένεται. 2. (+ σε) βασίζομαι, στηρίζω τις ελπίδες μου: ~ει σε κάποια υποτροφία. ~ουν σ' ένα καλύτερο αύριο/μέλλον. Δεν ~ πια σε τίποτα. ΣΥΝ. υπολογίζω.|| ~ουμε στον άνθρωπο/στον Θεό. [< αρχ. ἐλπίζω]
15727ΕΛΣ(η): Εθνική Λυρική Σκηνή.
15730ελύθηβλ. λύω
15731έλυτρο[ἔλυτρο] έ-λυ-τρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ύτρου} 1. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. μεμβράνη που καλύπτει διάφορους σχηματισμούς (νεύρα, μυς): μυελώδες ~/~ μυελίνης. Το ~ της ρίζας της τρίχας (= θύλακας). 2. ΖΩΟΛ. {συνήθ. στον πληθ.} (στα κολεόπτερα και ορθόπτερα) σκληρό κεράτινο κάλυμμα των φτερών που χρησιμεύει για την προστασία τους, όταν το έντομο δεν πετά. 3. (γενικότ.-λόγ.) θήκη, περίβλημα. Βλ. -τρο. [< αρχ. ἔλυτρον, γαλλ. élytre, αγγλ. elytron]
15732ελώδης, ης, ες [ἑλώδης] ε-λώ-δης επίθ. {ελώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (επιστ.): που είναι γεμάτος έλη: ~ης: περιοχή. ~ες: έδαφος. ~εις: εκτάσεις.|| ~ης: λίμνη (: που μοιάζει με έλος). Πβ. τελματ-, τεναγ-ώδης. ΣΥΝ. βαλτώδης ● ΣΥΜΠΛ.: ελώδης πυρετός: ελονοσία. [< αρχ. ἑλώδης]
15734εμ ες εν[ἐμ ἐς ἐν] ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. λογισμικό που υποστηρίζει τη γραπτή ή προφορική συνομιλία μεταξύ δύο ή περισσοτέρων χρηστών ηλεκτρονικών υπολογιστών, καθώς και βιντεοκλήσεις. Βλ. σκάιπ, τσατ. [< αγγλ. Μ(icro)S(oft) N(etwork), 1995]
15798εμ ες εν βλ. εμ
15733εμ-βλ. εν-
15827εμ-ντι-έφουσ. (ουδ.) {άκλ.}: υποπροϊόν και υποκατάστατο του ξύλου, από υπολείμματα υλοτομίας και πριονιστηρίων· αλλιώς ινοσανίδα μέσης πυκνότητας: ντουλάπια από ~ επενδεδυμένο (: με καπλαμά).|| (ως επίθ.) Πόρτα/φύλλα ~. Βλ. κόντρα πλακέ, μελαμίνη, νοβοπάν. [< αγγλ. Medium Density Fibres (MDF)]
15865εμ-πι-θριουσ. (ουδ.) {άκλ.} & MP3: ΤΕΧΝΟΛ. -ΠΛΗΡΟΦ. τύπος αρχείου ηλεκτρονικού υπολογιστή που αποθηκεύει ήχο υψηλής ποιότητας, συμπιεσμένο σε μικρό χώρο· η σχετική τεχνολογία: ακυκλοφόρητα/δωρεάν ~. Μουσική/τραγούδια (σε μορφή) ~. Κατέβασα/μετέτρεψα όλο το άλμπουμ του συγκροτήματος σε ~.|| Το στερεοφωνικό του παίζει ~. Βλ. ντιβιντί, σιντί. ● ΣΥΜΠΛ.: εμ-πι-θρι (πλέιερ) & MP3 (player): ηλεκτρονική συσκευή αναπαραγωγής μουσικών αρχείων σε μορφή MP3. [< αγγλ. MP3 player, 1997] [< αμερικ. MP3, 1994, γαλλ. ~, 1997]
15735εμ1[ἐμ] επιφών. (προφ.) 1. (συνήθ. σε ερωτήσεις) για να εκφραστεί κάτι που θεωρείται εύλογο, δικαιολογημένο, δεδομένο, φυσικό: ~, πώς θα γινόταν αλλιώς; ~ τι, δεν θα 'ρχότανε; ~, με τέτοια επιτυχία, είναι να μην έχουν χαρά;|| ~, αν δεν ρωτήσετε, πώς θα μάθετε; (: πρέπει να ρωτήσετε). ~, αν δεν συναντηθούμε εκεί, πού αλλού θα βρεθούμε; (: μόνο εκεί μπορούμε). 2. σε παρατήρηση ή σχόλιο που διατυπώνεται με δυσανασχέτηση: ~, κι εσύ δεν πρόσεχες λίγο; ~, αυτά παθαίνεις, αν πίνεις πολύ. 3. σε περιπτώσεις όπου ζητείται η κατανόηση του συνομιλητή: ~, τι να σου κάνω; Ας πρόσεχες (: δεν μπορούσα να κάνω τίποτα). ● ΦΡ.: ε/εμ βέβαια βλ. βέβαια, ε/εμ τότε βλ. τότε ● βλ. ε [< φρ. ε μα ... ]
15736εμ2[ἐμ] σύνδ. (προφ.): και ... και, όχι μόνο ... αλλά και: ~ δεν ξέρεις τίποτα, ~ κάνεις τον έξυπνο (: δεν φτάνει που ...). [< τουρκ. hem ... hem]
15737εμαγιέ[ἐμαγιέ] ε-μα-γιέ επίθ./ουσ. {άκλ.} & εμαγέ: (για σκεύος ή επιφάνεια) που είναι επιχρισμένος/η με υαλώδες υλικό (σμάλτο): επίστρωση/κουζίνα ~.|| (ως ουσ.) Τα ~. Βλ. εφυαλώνω. [< γαλλ. émaillé]
15738έμαθαβλ. μαθαίνω
15739ΕΜΑΚ(η): Ειδική Μονάδα Αντιμετώπισης Καταστροφών.
15740εμάςβλ. εγώ
15741έμασαέ-μα-σα {μάσω} (διαλεκτ.): μάζεψα.
15742εμβαδομέτρηση[ἐμβαδομέτρηση] εμ-βα-δο-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΟΠΟΓΡ. υπολογισμός του εμβαδού: ~ κτιρίου/οικοπέδου. Βλ. ογκομέτρηση, -μέτρηση.
15743εμβαδόν[ἐμβαδόν] εμ-βα-δόν ουσ. (ουδ.) & (προφ.) εμβαδό: ΓΕΩΜ. συνολική έκταση επιφάνειας δισδιάστατων ή τρισδιάστατων σχημάτων: ~ κύκλου/τετραπλεύρου/πολυγώνου. ~ κυλίνδρου/σφαίρας. ~ και όγκος. Βλ. περίμετρος.|| Μέτρηση/υπολογισμός του ~ού. Οικόπεδο με ~ ... στρέμματα. Το καθαρό/μικτό (: και με τους εξωτερικούς τοίχους) ~ της κατοικίας είναι ... τετραγωνικά μέτρα. Βλ. εκτάριο. [< μτγν. ἐμβαδόν]
15744εμβάζω[ἐμβάζω] εμ-βά-ζω ρ. (μτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): στέλνω χρήματα με έμβασμα: Το ποσό ~εται σε προσωπικό λογαριασμό. [< μτγν. ἐμβιβάζω, μεσν. εμβάζω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.