| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 15743 | εμβαδόν | [ἐμβαδόν] εμ-βα-δόν ουσ. (ουδ.) & (προφ.) εμβαδό: ΓΕΩΜ. συνολική έκταση επιφάνειας δισδιάστατων ή τρισδιάστατων σχημάτων: ~ κύκλου/τετραπλεύρου/πολυγώνου. ~ κυλίνδρου/σφαίρας. ~ και όγκος. Βλ. περίμετρος.|| Μέτρηση/υπολογισμός του ~ού. Οικόπεδο με ~ ... στρέμματα. Το καθαρό/μικτό (: και με τους εξωτερικούς τοίχους) ~ της κατοικίας είναι ... τετραγωνικά μέτρα. Βλ. εκτάριο. [< μτγν. ἐμβαδόν] | |
| 15744 | εμβάζω | [ἐμβάζω] εμ-βά-ζω ρ. (μτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): στέλνω χρήματα με έμβασμα: Το ποσό ~εται σε προσωπικό λογαριασμό. [< μτγν. ἐμβιβάζω, μεσν. εμβάζω] | |
| 15745 | εμβάθυνση | [ἐμβάθυνση] εμ-βά-θυν-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εμβαθύνω: ~ στη γλώσσα/στο γνωστικό αντικείμενο (της πληροφορικής)/στο έργο ενός συγγραφέα. Ερωτήσεις ~ης (στη θεωρία).|| (μτφ.) ~ της δημοκρατίας/του διαλόγου. Βλ. διεύρυνση. [< γαλλ. approfondissement] | |
| 15746 | εμβαθύνω | [ἐμβαθύνω] εμ-βα-θύ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {εμβάθυνα, εμβαθύν-οντας} (λόγ.): μελετώ και κατανοώ ή καλλιεργώ κάτι σε βάθος: (+ σε) ~ στο κείμενο. Έχει ~ει στον τομέα του. Για όποιον θέλει να ~ει (στο θέμα), παρέχεται σχετική βιβλιογραφία. Πβ. ενδιατρίβω, εντρυφώ.|| (μτφ.) ~ουν τη συνεργασία/τις σχέσεις τους με ... Εμβάθυνε τις γνώσεις της. [< μτγν. ἐμβαθύνω, γαλλ. approfondir] | |
| 15747 | εμβάλλω | [ἐμβάλλω] εμ-βάλ-λω ρ. (μτβ.) {παρατ. ενέβαλλε, αόρ. ενέβαλε, εμβάλει} (λόγ., κυρ. μτφ.-αρνητ. συνυποδ.): προκαλώ συγκεκριμένα συναισθήματα ή σκέψεις σε κάποιον: Τον ενέβαλε σε αγωνία/αμφιβολίες/στον πειρασμό να .../σε υπόνοιες/υποψίες (= έβαλε). Ποιος σας έχει εμβάλει την ιδέα αυτή; Βλ. παρ~. ΣΥΝ. υποβάλλω (3) [< αρχ. ἐμβάλλω ‘βάζω’] | |
| 15748 | εμβαλωματικός | , ή, ό [ἐμβαλωματικός] εμ-βα-λω-μα-τι-κός επίθ. (λόγ.): πρόχειρος, προσωρινός: ~ές: λύσεις (= αποσπασματικές, μπαλώματα). ~ά: μέτρα. | |
| 15749 | εμβαπτίζω | [ἐμβαπτίζω] εμ-βα-πτί-ζω ρ. (μτβ.) {εμβάπτι-σε, εμβαπτί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος} (λόγ.): βυθίζω μέσα σε υγρό: Ο δοκιμαστικός σωλήνας ~στηκε στο διάλυμα.|| (μτφ.) ~σμένος στα νάματα της λαϊκής παράδοσης. [< μτγν. ἐμβαπτίζω] | |
| 15750 | εμβάπτιση | [ἐμβάπτιση] εμ-βά-πτι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εμβαπτίζω: ~ σε οινόπνευμα. ~ εν θερμώ (βλ. γαλβανισμός). | |
| 15751 | έμβασμα | [ἔμβασμα] έμ-βα-σμα ουσ. (ουδ.) {εμβάσμ-ατος | -ατα} : ΟΙΚΟΝ. μεταβίβαση ή αποστολή χρημάτων· συνεκδ. το αντίστοιχο μεταφερόμενο ποσό: ταχυδρομικό/τραπεζικό ~ (: μέσω ταχυδρομείου/τράπεζας). Εισερχόμενο (βλ. πίστωση)/εξερχόμενο (βλ. χρέωση) ~. Πληρωμή με ~/μέσω ~ατος. ~ατα (εξωτερικού/εσωτερικού). ~ατα από/προς χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στέλνω ~ (= εμβάζω). Βλ. προ~.|| ~ ... χιλιάδων ευρώ. Πβ. επιταγή. [< γαλλ. remise, αγγλ. remittance] | |
| 15752 | εμβαστικός | , ή, ό [ἐμβαστικός] εμ-βα-στι-κός επίθ./ουσ.: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. σχετικός με έμβασμα: ~ά: έξοδα.|| (ως ουσ., προφ.) Πληρώνω ~ά | |
| 15753 | εμβατήριο | [ἐμβατήριο] εμ-βα-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: μουσική σύνθεση με χαρακτηριστικό ρυθμό που προορίζεται για να συγχρονίσει τον βηματισμό παραταγμένης ομάδας: ~ απόδοσης τιμών. Πατριωτικά/στρατιωτικά ~α. Παιανίζει το ~ της σημαίας. Τραγουδούσαν ~α. Βλ. θούριος, μαρς, παιάνας.|| Γαμήλιο/πένθιμο ~. [< μτγν. ἐμβατήριον ‘τραγούδι για στρατιωτική πορεία’, γαλλ. marche] | |
| 15754 | εμβέλεια | [ἐμβέλεια] εμ-βέ-λει-α ουσ. (θηλ.) 1. ΤΗΛΕΠ. η μέγιστη απόσταση στην οποία μπορεί να εκπέμψει ένας πομπός (ραδιο)σημάτων: ~ δικτύου/κεραίας/ραντάρ. Ραδιοφωνικοί/τηλεοπτικοί σταθμοί εθνικής/πανελλαδικής/τοπικής ~ας. Συσκευές μεγάλης/μικρής ~ας (ανίχνευσης/επικοινωνίας/κάλυψης/λειτουργίας). 2. (μτφ.) απήχηση: προσωπικότητες διεθνούς ~ας (= ακτινοβολίας, διαμετρήματος, κύρους).|| Γεγονός μεγάλης/παγκόσμιας ~ας (= σπουδαιότητας). Επιχείρηση με ~ (: δραστηριοποίηση, γραφεία ή καταστήματα) σε όλον τον κόσμο/όλη τη χώρα. 3. βεληνεκές: (ΣΤΡΑΤ.) ~ βλήματος/οπλικών συστημάτων/πυραύλων/πυροβόλων.|| (μτφ.) Βρίσκεται έξω από την ~ της κάμερας. [< πβ. μτγν. ἐμβελής ‘που βρίσκεται μέσα στο βεληνεκές βέλους’, γαλλ. portée] | |
| 15755 | εμβιομηχανική | [ἐμβιομηχανική] εμ-βι-ο-μη-χα-νι-κή ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.-ΦΥΣ. κλάδος της βιοφυσικής με αντικείμενο την εφαρμογή των αρχών και μεθόδων της μηχανικής στη βιολογία και την ιατρική (π.χ. στον σχεδιασμό οργάνων μέτρησης, ιατρικών συσκευών, τεχνητών αρθρώσεων ή στη μοντελοποίηση ανθρώπινων οργάνων). Βλ. αρθροπλαστική, βιοδυναμική, βιοκινητική, βιοπληροφορική, βιοτεχνολογία, βιοϋλικά, τηλεϊατρική. ΣΥΝ. βιομηχανική [< αγγλ. biomechanics, 1933, γαλλ. biomécanique] | |
| 15756 | εμβιομηχανικός | , ή, ό [ἐμβιομηχανικός] εμ-βι-ο-μη-χα-νι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.-ΦΥΣ. που αναφέρεται στην εμβιομηχανική: ~ή: μελέτη (της βάδισης) ~ή συμπεριφορά βιοϋλικών. ~ές ιδιότητες των οστών. [< αγγλ. biomechanical, 1941, γαλλ. biomécanique] | |
| 15757 | έμβιος | , α, ο [ἔμβιος] έμ-βι-ος επίθ. (επιστ.): ζωντανός: ~α: ύλη/φύση. ~οι: οργανισμοί. ~α: όντα/συστήματα. Αλληλεπίδραση των ~ων και μη ~ων στοιχείων των οικοσυστημάτων. Πβ. έμψυχος. Βλ. -βιος. ΑΝΤ. άβιος [< μτγν. ἔμβιος] | |
| 15758 | έμβλημα | [ἔμβλημα] έμ-βλη-μα ουσ. (ουδ.) 1. επίσημο διακριτικό με τη μορφή αλληγορικού σχεδίου, που συνοδεύεται συνήθ. από κάποιο ρητό· σύμβολο: ο δικέφαλος αετός, ~ του Βυζαντίου. Το αστέρι/ο ήλιος της Βεργίνας, ~ των Μακεδόνων βασιλέων. Το ~ μιας εταιρείας (= λογότυπο, σήμα κατατεθέν)/ενός κόμματος/μιας ομάδας/πόλης/Σχολής/ενός σωματείου. Βασιλικά (= θυρεοί, οικόσημα)/στρατιωτικά ~ατα. Έχει/φέρει ως ~ τον σταυρό. Βλ. εθνό-, παρά-σημο.|| (κατ' επέκτ.) Ο κρίνος ως ~ της αγνότητας. 2. απόφθεγμα ή λέξη που αποκρυσταλλώνει στάση ζωής ή κατευθυντήρια γραμμή: Είχε κάνει ~ τη φράση: "ο τολμών νικά".|| Με ~ την πειθαρχία. Πβ. διακήρυξη, σημαία, σύνθημα. [< μτγν. ἔμβλημα ‘ένθετο πράγμα’, γαλλ. emblème, αγγλ. emblem] | |
| 15759 | εμβληματικός | , ή, ό [ἐμβληματικός] εμ-βλη-μα-τι-κός επίθ.: που αποτελεί πρότυπο, σύμβολο· αντιπροσωπευτικός, χαρισματικός: (για πρόσ.) ~ή: μορφή/προσωπικότητα/φυσιογνωμία (: πρότυπο ανθρώπου).|| ~ή ταινία ενός σκηνοθέτη (= σήμα κατατεθέν). ~ά: κτίρια. [< γαλλ. emblématique, αγγλ. emblematic] | |
| 15760 | εμβοή | [ἐμβοή] εμ-βο-ή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. βουητό στα αυτιά: ~ές ώτων. [< γαλλ. tintement (d'oreilles)] | |
| 15761 | εμβολή | [ἐμβολή] εμ-βο-λή ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. αιφνίδια απόφραξη αιμοφόρου αγγείου κυρ. από θρόμβο: λιπώδης ~. Αρτηριακή ~ καρδιογενούς αιτιολογίας. Αιμοδυναμικές διαταραχές πνευμονικής ~ής. Πέθανε από εγκεφαλική/καρδιακή ~. Πβ. θρομβο~, θρόμβωση. 2. (λόγ.-παλαιότ.) εμβολισμός πλοίου από άλλο εχθρικό. Πβ. ρεσάλτο. [< 1: γαλλ. embolie, αγγλ. embolism, 1902, 2: αρχ. ἐμβολή] | |
| 58729 | εμβολιάζω | [ἐμβολιάζω] εμ-βο-λι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {εμβολία-σε, εμβολιά-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, εβολιάζ-οντας, -όμενος, εμβολια-σμένος} 1. ΙΑΤΡ. κάνω εμβόλιο: ~στηκε για τέτανο/κατά της ηπατίτιδας. ~σμένοι: ταξιδιώτες. ~σμένα: παιδιά.|| Ο σκύλος στειρώθηκε και ~στηκε. 2. (επίσ.) μπολιάζω. [< 1: γαλλ. vacciner] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ