| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 15762 | εμβολιασμός | [ἐμβολιασμός] εμ-βο-λι-α-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. ενεργητική ανοσοποίηση οργανισμού σε συγκεκριμένη ασθένεια με χορήγηση εμβολίου: αντιγριπικός ~. Γενικός/μαζικός ~ πληθυσμού. Ενισχυτικός/ετήσιος/προληπτικός/υποχρεωτικός ~ ευπαθών ομάδων/παιδιών. ~ (= εμβόλιο) εναντίον του ιού .../κατά του τετάνου. Βλ. δαμαλισμός.|| ~ πουλερικών. Βλ. επαν~. 2. (επίσ.) μπόλιασμα. [< 1: γαλλ. vaccination] | |
| 15763 | εμβολιαστής | , εμβολιάστρια [ἐμβολιαστής] εμ-βο-λι-α-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {εμβολιαστ-ών}: αυτός που εμβολιάζει. Βλ. αντι~. | |
| 15764 | εμβολιαστικός | , ή, ό [ἐμβολιαστικός] εμ-βο-λι-α-στι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στον εμβολιασμό: ~ή: κάλυψη. ~ά: Κέντρα. [< γαλλ. vaccinal] | |
| 15765 | εμβολίζω | [ἐμβολίζω] εμ-βο-λί-ζω ρ. (αμτβ.) {εμβόλι-σε, εμβολί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος} (απαιτ. λεξιλόγ.): χτυπώ με το μπροστινό μέρος πλοίου ή οχήματος άλλο πλεούμενο ή όχημα στα πλάγια: ~σαν σκάφος. Φορτηγό πλοίο ~σε αλιευτικό (και το βύθισε). Λεωφορείο ~στηκε από αμαξοστοιχία.|| (μτφ.) Διαπραγματεύσεις που ~ουν (= κλονίζουν) την ανεξαρτησία της χώρας. [< μεσν. εμβολίζω] | |
| 15766 | εμβόλιμος | , η, ο [ἐμβόλιμος] εμ-βό-λι-μος επίθ./ουσ.: που παρεμβάλλεται, προστίθεται εκτάκτως ή κατ’ εξαίρεση: ~η: αγωνιστική/εξεταστική/συνεδρίαση. ~ο: μάθημα.|| ~η: μέρα (: η 29η Φεβρουαρίου).|| (ΦΙΛΟΛ., που εντάχθηκε στο κείμενο αργότερα και όχι από τον ίδιο τον δημιουργό) ~οι: στίχοι. ~ες: λέξεις. Πβ. νόθος, (παρ)ένθετος.|| (σε τραγωδία ή θεατρικό έργο) ~α: άσματα/χορικά (κ. ως ουσ. ~α, πβ. ιντερμέτζο). ΣΥΝ. παρέμβλητος ● επίρρ.: εμβόλιμα [< αρχ. ἐμβόλιμος] | |
| 15767 | εμβόλιο | [ἐμβόλιο] εμ-βό-λι-ο ουσ. (ουδ.) {εμβολί-ου} 1. ΙΑΤΡ. ενέσιμη χορήγηση υλικού που περιέχει εξασθενημένα ή χημικά τροποποιημένα μικρόβια ή ιούς, ώστε ο οργανισμός να αρχίσει να παράγει αντισώματα για να τους καταπολεμήσει και να αποκτήσει ανοσία στη λοιμώδη νόσο που προκαλούν· συνεκδ. εμβολιασμός ή σπανιότ. το σχετικό σημάδι που αφήνει στο δέρμα: αντιγριπικό/αντιφυματικό ~. Πολλαπλά/πολυδύναμα ~α (: σε μία ένεση περιλαμβάνονται αντιγόνα πολλών ασθενειών). (κυρ. για παιδί) Έκανε (= εμβολιάστηκε)/του έκαναν το ~ της ηπατίτιδας Α και Β/ιλαράς, ερυθράς και παρωτίτιδας/μηνιγγίτιδας/πολιομυελίτιδας. ~ κατά του κορονοϊού. || ~ για τον καρκίνο της μήτρας. Βλ. μαντού, ορός, τοξοειδές. 2. ΓΕΩΠ. (σπάν.-επίσ.) μπόλι ή μπόλιασμα. ● ΣΥΜΠΛ.: τριπλό εμβόλιο βλ. τριπλός [< πβ. μτγν. ἐμβόλιον ‘λόγχη, αυτό που εντίθεται’ 1: γαλλ. vaccin] | |
| 15768 | εμβολισμός | [ἐμβολισμός] εμ-βο-λι-σμός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): μετωπική ή πλευρική πρόσκρουση πλοίου ή οχήματος συνήθ. στο πλαϊνό τμήμα άλλου: ~ αυτοκινήτου από τρένο/σκάφους από ταχύπλοο. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. εμβολή (2) [< πβ. μεσν. εμβολισμός 'εμβόλιμη μέρα'] | |
| 15769 | έμβολο | [ἔμβολο] έμ-βο-λο ουσ. (ουδ.) {εμβόλ-ου}: ΜΗΧΑΝΟΛ. βασικό εξάρτημα μηχανών ή αντλιών που κινείται παλινδρομικά εμπρός και πίσω μέσα σε κύλινδρο: υδραυλικό ~. Πβ. πιστόνι. Βλ. μπιέλα.|| Το ~ της σύριγγας. [< αρχ. ἔμβολον, γαλλ. piston, αγγλ. embolus] | |
| 15770 | εμβολοφόρος | , ος, ο [ἐμβολοφόρος] εμ-βο-λο-φό-ρος επίθ.: ΜΗΧΑΝΟΛ. που φέρει έμβολο: ~ος: κινητήρας. ~ος: αντλία. Βλ. -φόρος. [< γαλλ. à piston] | |
| 15771 | εμβρίθεια | [ἐμβρίθεια] εμ-βρί-θει-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): βάθος σκέψης και γνώσης: επιστημονική ~. Εξετάζω/ερευνώ/μελετώ ένα θέμα με ~. Πβ. διεισδυτικότητα. [< μτγν. ἐμβρίθεια ‘βαρύτητα, σοβαρότητα’] | |
| 15772 | εμβριθής | , ής, ές [ἐμβριθής] εμ-βρι-θής επίθ. {εμβριθ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· εμβριθέστ-ερος, -ατος} (απαιτ. λεξιλόγ.): που χαρακτηρίζεται από εμβρίθεια: ~ής: κριτικός/μελετητής.|| ~ής: ανάλυση/εξέταση. Άρτιο και ~ές δοκίμιο. Πβ. βαθυστόχαστος, εμπεριστατωμένος, περισπούδαστος. ● επίρρ.: εμβριθώς [-ῶς] (λόγ.) [< αρχ. ἐμβριθής ‘βαρύς, σοβαρός’] | |
| 15773 | εμβροντησία | [ἐμβροντησία] εμ-βρο-ντη-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. διαταραχή που χαρακτηρίζεται από ακινησία, μειωμένη αντίληψη, απώλεια συνείδησης και ομιλίας: κατατονική ~. 2. (σπάν.-μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) κατάπληξη, σοκάρισμα. [< μτγν. ἐμβροντησία ‘σάστισμα, παραφροσύνη’, γαλλ. stupeur] | |
| 15774 | εμβρόντητος | , η, ο [ἐμβρόντητος] εμ-βρό-ντη-τος επίθ.: άναυδος, κατάπληκτος: Έμεινε ~ από το θέαμα (πβ. έμεινε κόκαλο, στήλη άλατος). Παρακολουθούσε ~ (= αποσβολωμένος). ~η πληροφορήθηκε ότι ... Η αποκάλυψη του σκανδάλου άφησε ~η την κοινή γνώμη. ΣΥΝ. άφωνος. Πβ. σαστισμένος. Βλ. έκθαμβος. [< αρχ. ἐμβρόντητος ‘αποβλακωμένος’, μτγν. ~, ‘παράφρων’] | |
| 15775 | εμβροχή | [ἐμβροχή] εμ-βρο-χή ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ.-ΦΑΡΜΑΚ. μέθοδος εξαγωγής συστατικών από φυτικά προϊόντα με βύθισή τους σε υγρό: συσκευή ~ής. Το αιθέριο έλαιο λεμονιού λαμβάνεται με ~ της νωπής φλούδας του. 2. ΙΑΤΡ. το σύνολο των αλλοιώσεων που υφίσταται το δέρμα ή ένας υποδόριος ιστός υπό την επίδραση υγρών. 3. (γενικότ.-επιστ.) εμποτισμός, μούσκεμα: ~ των μαλλιών (με λοσιόν). Πβ. βρέξιμο, διαποτισμός. Βλ. διαβροχή, ύγρανση. [< πβ. μτγν. ἐμβροχή ‘υγρό σκεύασμα, έγχυμα’, γαλλ. macération] | |
| 15776 | εμβρυϊκός | , ή, ό εμ-βρυ-ϊ-κός επίθ. & εμβρυακός 1. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. & (σπάν.) εμβρυονικός: που αναφέρεται στο έμβρυο: ~ός: σάκος/ύδρωπας. ~ή: ανάπτυξη (βλ. εμβρυογένεση)/μεμβράνη (βλ. χόριο). ~οί: υμένες. ~ά: (βλαστο)κύτταρα. 2. (μτφ.) που βρίσκεται σε αρχική, πρώιμη φάση: Η προσπάθεια είναι ακόμα σε ~ή κατάσταση/~ό στάδιο. Πβ. στοιχει-, υποτυπ-ώδης. ΣΥΝ. εμβρυώδης, νηπιακός [< γαλλ. embryonnaire, αγγλ. embryonic] | |
| 15777 | έμβρυο | [ἔμβρυο] έμ-βρυ-ο ουσ. (ουδ.) {εμβρύ-ου | -ων} 1. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. κάθε ζωντανός οργανισμός στα πρώτα στάδια της ανάπτυξης και διαφοροποίησής του, που χαρακτηρίζεται από τη διαμόρφωση των βασικών ιστών, οργάνων και οργανικών συστημάτων· (ειδικότ. για τον άνθρωπο) το γονιμοποιημένο ωάριο από τη στιγμή της σύλληψης ή της εμφύτευσής του μέχρι τον τοκετό: ανθρώπινο/κατεψυγμένο ~. Υπερηχογράφημα ~ου. Γονιδιακές θεραπείες σε ~α. Μεταφορά ~ων (: εμβρυομεταφορά). Πβ. κύημα. Βλ. εγκυμοσύνη, εξωσωματική γονιμοποίηση, κλωνοποίηση, κύηση. 2. ΒΟΤ. το σύνολο των κυττάρων που δημιουργούν ένα υποτυπώδες φυτό μέσα στον σπόρο. Πβ. φύτρο. Βλ. βλαστίδιο, κοτυληδόνα, ριζίδιο. [< 1: αρχ. ἔμβρυον, γαλλ. embryon, αγγλ. embryo] | |
| 15778 | εμβρυογένεση | [ἐμβρυογένεση] εμ-βρυ-ο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.) & εμβρυογονία: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. τα διαδοχικά στάδια σχηματισμού του εμβρύου. Βλ. αυλάκωση, οργανογένεση, -γένεση. [< γαλλ. embryogenèse, 1905, αγγλ. embryogenesis] | |
| 15779 | εμβρυογενής | , ής, ές [ἐμβρυογενής] εμ-βρυ-ο-γε-νής επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στην εμβρυογένεση: ~είς: υμένες (: λεκιθικός σάκος, χόριο). Βλ. -γενής. [< γαλλ. embryogénique, αγγλ. embryogenic] | |
| 15780 | εμβρυογονία | βλ. εμβρυογένεση | |
| 15781 | εμβρυολογία | [ἐμβρυολογία] εμ-βρυ-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. κλάδος που μελετά το έμβρυο και τα διαδοχικά στάδια σχηματισμού του: ανθρώπινη/κλινική/μοριακή/πειραματική/περιγραφική/συγκριτική ~. Ιστολογία-~. Βλ. -λογία. [< γαλλ. embryologie, αγγλ. embryology] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ