| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 15782 | εμβρυολογικός | , ή, ό [ἐμβρυολογικός] εμ-βρυ-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την εμβρυολογία: ~ή: ανάπτυξη/γενετική. [< γαλλ. embryologique, αγγλ. embryologic] | |
| 15783 | εμβρυολόγος | [ἐμβρυολόγος] εμ-βρυ-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός ή βιολόγος ειδικευμένος στην εμβρυολογία: ~-γενετιστής. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. embryologue, embryologiste] | |
| 15784 | εμβρυομεταφορά | [ἐμβρυομεταφορά] εμ-βρυ-ο-με-τα-φο-ρά ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. το τελικό στάδιο της εξωσωματικής γονιμοποίησης, οπότε γίνεται επιλογή ενός ή περισσότερων εμβρύων και μεταφορά τους στην κοιλότητα της μήτρας: ~ βλαστοκύστεων. Ωοληψία και ~. Βλ. κρυοσυντήρηση. [< αγγλ. embryo transfer, 1966] | |
| 15785 | εμβρυομητρικός | , ή, ό [ἐμβρυομητρικός] εμ-βρυ-ο-μη-τρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αφορά το έμβρυο και την έγκυο: ~ή: ιατρική/μονάδα. [< αγγλ. embryomaternal] | |
| 15786 | εμβρυοπάθεια | [ἐμβρυοπάθεια] εμ-βρυ-ο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. διαμαρτία διάπλασης του εμβρύου κατά τους τρεις πρώτους μήνες της εγκυμοσύνης, που οφείλεται σε νόσο της μητέρας (όπως ερυθρά), χρήση φαρμάκων (θαλιδομίδη) ή έκθεσή της σε ακτινοβολία. Βλ. τερατογένεση, φωκομελία, -πάθεια. [< αγγλ. embryopathy, γαλλ. embryopathie, περ. 1960] | |
| 15787 | εμβρυουλκία | [ἐμβρυουλκία] εμ-βρυ-ουλ-κί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. έλξη του εμβρύου από το κεφάλι με χρήση ειδικού εργαλείου (εμβρυουλκός) σε περίπτωση δύσκολου τοκετού: αναρροφητική ~. Βλ. καισαρική (τομή), περινεοτομή. [< μτγν. ἐμβρυουλκία] | |
| 15788 | εμβρυουλκός | [ἐμβρυουλκός] εμ-βρυ-ουλ-κός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. μαιευτικό εργαλείο για το τράβηγμα του εμβρύου από τη μήτρα σε περιπτώσεις δύσκολων τοκετών. ΣΥΝ. βεντούζα (2) [< μτγν. ἐμβρυουλκός] | |
| 15789 | εμβρυώδης | , ης, ες [ἐμβρυώδης] εμ-βρυ-ώ-δης επίθ. {εμβρυώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (μτφ.-λόγ.): εμβρυϊκός. Βλ. -ώδης. | |
| 15790 | εμβύθιση | [ἐμβύθιση] εμ-βύ-θι-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): βύθιση: ~ στο νερό. Πβ. εμβάπτιση.|| (σπάν.-μτφ.) Ο χρήστης αισθάνεται πλήρη ~ στο εικονικό περιβάλλον. Βλ. προσομοίωση. | |
| 15791 | έμεινα | βλ. μένω | |
| 15792 | εμείς | βλ. εγώ | |
| 15793 | εμέλ | [ἐμέλ] εμ-έλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.) & (σπάν.) εμ-ελ: χιλιοστόλιτρο. [< γαλλ.-αγγλ. millilitre (ml, mL)] | |
| 15794 | εμεμές | [ἐμεμές] εμ-εμ-ές ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) εμ-εμ-ες (προφ.): εικονομήνυμα. Βλ. εσεμές. [< αγγλ. Multimedia Messaging Services (MMS), γαλλ. ~, 2001] | |
| 15795 | εμένα | βλ. εγώ | |
| 15797 | έμενταλ | [ἔμενταλ] έ-με-νταλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ελβετικό σκληρό κίτρινο τυρί από αγελαδινό γάλα, με τρύπες και ελαφρά γλυκιά γεύση. Βλ. γκούντα, γραβιέρα, ένταμ, κασέρι, παρμεζάνα, ρεγκάτο, τσένταρ. Βλ. φοντί. [< γερμ. Emmentaler (Käse) < Emmental, ελβετική περιοχή, γαλλ. emmental, 1880] | |
| 15799 | έμεσμα | [ἔμεσμα] έ-με-σμα ουσ. (ουδ.) {εμέσμ-ατα}: ΙΑΤΡ. ό,τι αποβάλλεται ως εμετός: ~ατα και πτύελα. Πβ. ξερατό.|| (μτφ.-μειωτ.) Τηλεοπτικά ~ατα (= αηδίες, ξεράσματα). [< αρχ. ἔμεσμα] | |
| 15800 | εμετικός | , ή, ό [ἐμετικός] ε-με-τι-κός επίθ. 1. (μτφ.) που προκαλεί αηδία και αποστροφή: ~ή: δήλωση/συμπεριφορά (= επαίσχυντη, κατάπτυστη). ~ό: αστείο (πβ. πρόστυχο)/θέαμα/κείμενο.|| (για πρόσ.) Γλοιώδης και ~. ΣΥΝ. αηδιαστικός, σιχαμερός 2. που χορηγείται για να προκαλέσει εμετό (π.χ. σε περίπτωση δηλητηρίασης)· που προκαλεί τάση για εμετό: ~ό: σιρόπι.|| ~ή: μυρωδιά. ΑΝΤ. αντιεμετικός ● Ουσ.: εμετικό (το): ενν. φάρμακο ή σκεύασμα: ενέσιμο ~. Βλ. καθαρτικό. [< αρχ. ἐμετικός, γαλλ. émétique , vomitif, αγγλ. emetic]Σ | |
| 15801 | εμετός | [ἐμετός] ε-με-τός ουσ. (αρσ.) & (επίσ.) έμετος ΣΥΝ. ξέρασμα 1. ΙΑΤΡ. απότομη εκκένωση του γαστρικού περιεχομένου από το στόμα· συνεκδ. έμεσμα: πρόκληση ~ού (βλ. εμετικό). Τάση για ~ό (= αναγούλα· βλ. ναυτία). Επίμονοι/κυκλικοί ~οί. ~οί της εγκυμοσύνης. Έκανε ~ό. Πβ. αιματέμεση. Βλ. διάρροια.|| Καθάρισα το πάτωμα από τους ~ούς. 2. (μτφ.) αίσθημα αηδίας και αποστροφής· συνεκδ. οτιδήποτε το προκαλεί: Η συμπεριφορά του/το θέαμα μου προκαλεί ~! Μου 'ρχεται να κάνω ~ό.|| Τα λόγια του είναι πραγματικός/σκέτος ~. ΣΥΝ. σιχαμάρα [< μεσν. εμετός, αρχ. ἔμετος] | |
| 15802 | εμιγκρές | [ἐμιγκρές] ε-μι-γκρές ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): αυτοεξόριστος για πολιτικούς λόγους. Πβ. μετανάστης, μέτοικος, φυγάς. Βλ. εκπατρισμένος, πρόσφυγας, -ές. [< γαλλ. émigré] | |
| 15803 | εμιράτο | [ἐμιράτο] ε-μι-ρά-το ουσ. (ουδ.): αραβικό κράτος με αρχηγό του τον εμίρη. [< γαλλ. émirat, 1938] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ