Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [16660-16680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
15804εμίρης[ἐμίρης] ε-μί-ρης ουσ. (αρσ.): Άραβας ηγεμόνας, διοικητής ή στρατιωτικός αρχηγός· κυρ. ανώτατος άρχοντας εμιράτου. Βλ. σεΐχης. [< μεσν. εμίρης < τουρκ. emir, γαλλ. émir]
15805εμμανής, ής, ές [ἐμμανής] εμ-μα-νής επίθ. {εμμαν-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (αρχαιοπρ.): μανιώδης. ● επίρρ.: εμμανώς [-ῶς] [< αρχ. ἐμμανής]
15806εμμελής, ής, ές [ἐμμελής] εμ-με-λής επίθ. {εμμελ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (αρχαιοπρ.): μελωδικός. ● επίρρ.: εμμελώς [-ῶς] [< αρχ. ἐμμελής]
15807εμμένω[ἐμμένω] εμ-μέ-νω ρ. (αμτβ.) {ενέμεινα, εμμείνει, εμμέν-ων, -οντας} (+ σε, απαιτ. λεξιλόγ.): μένω σταθερός σε κάτι, δεν υποχωρώ: ~ει (πεισματικά) στην απόφασή του. Θα εμμείνει στο αίτημά του/στην προσφυγή. Ενέμειναν στις αρχικές τους δηλώσεις/θέσεις. ~ουσα: οσφυαλγία. Πβ. επιμένω. [< αρχ. ἐμμένω]
15808έμμεσος, η, ο [ἔμμεσος] έμ-με-σος επίθ. ΑΝΤ. άμεσος 1. που δεν συνδέεται απευθείας με κάποιον ή κάτι· που γίνεται με τη μεσολάβηση τρίτου προσώπου ή κάποιου μέσου, δηλ. όχι κατευθείαν: ~ος: έλεγχος/κίνδυνος. ~η: εκλογή/εμπλοκή/επικοινωνία/ευθύνη/πληροφορία/συμμετοχή. ~ο: συμπέρασμα/συμφέρον. ~ες: απειλές/επιπτώσεις/συνέπειες/ωφέλειες. ~α: αποτελέσματα. Το ~ο περιβάλλον του ατόμου (: εργασία, σχολείο, φίλοι).|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ο: κόστος/όφελος. ~ες: απώλειες/δαπάνες/ζημίες.|| (ΦΙΛΟΛ.) ~ες: μαρτυρίες/πηγές.|| ~ος: φωτισμός (= κρυφός).|| ~ος: εργοδότης. 2. που δεν είναι ξεκάθαρος, σαφής: ~ος: εκβιασμός/ισχυρισμός. ~η: αναφορά/απάντηση/επίθεση (ΑΝΤ. κατά πρόσωπο)/νύξη/προειδοποίηση. ~ο: σχόλιο. Πβ. συγκαλυμμένος, υπαινικτικός, υπόρρητος.|| (ΦΙΛΟΣ.-ΜΑΘ.) ~η: απόδειξη. ● επίρρ.: έμμεσα & (λόγ.) εμμέσως: Δυσκολίες που προκύπτουν ~.|| Ήθελε ~ (= με ~ο τρόπο) να μου πει ... (ΣΥΝ. απ' έξω-απ' έξω. ΑΝΤ. απερίφραστα, ευθέως, στα ίσ(ι)α, σταράτα). ● ΣΥΜΠΛ.: έμμεσο (φάουλ): ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) που εκτελείται, υποχρεωτικά με πάσα, στο σημείο όπου έγινε η παράβαση (ακόμα και μέσα στη μεγάλη περιοχή)., αντιπροσωπευτική/έμμεση δημοκρατία βλ. δημοκρατία, γκρίζα διαφήμιση βλ. διαφήμιση, έμμεση βολή βλ. βολή1, έμμεση εκλογή βλ. εκλογή, έμμεση παράδοση βλ. παράδοση, έμμεσο αντικείμενο βλ. αντικείμενο, έμμεσο τρίποντο βλ. τρίποντο, ηθικός/έμμεσος αυτουργός βλ. αυτουργός, κοινωνικός/έμμεσος μισθός βλ. μισθός ● ΦΡ.: εμμέσως πλην σαφώς (απαιτ. λεξιλόγ.): έμμεσα, αλλά ξεκάθαρα: ~ ~, τάχθηκε υπέρ της προτεινόμενης λύσης. Μας απείλησε ~ ~. [< πβ. μτγν. ἔμμεσος ‘ενδιάμεσος’, γαλλ.-αγγλ. indirect]
15809εμμεσότητα[ἐμμεσότητα] εμ-με-σό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του έμμεσου: η ~ του γραπτού λόγου. Βλ. διαμεσολάβηση, ευθύτητα, παρεμβολή. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. αμεσότητα (1)
15810έμμετρος, η, ο [ἔμμετρος] έμ-με-τρος επίθ.: (για κείμενο) που είναι γραμμένος σε μέτρο: ~ος: λόγος. ~η: απόδοση/μετάφραση/ποίηση. ~ο: μυθιστόρημα. ~οι: στίχοι (βλ. ελεύθερος στίχος). Πβ. ποιητ-, ρυθμ-ικός. Βλ. -μετρος. ΑΝΤ. πεζός (3) ● επίρρ.: έμμετρα & (λόγ.) εμμέτρως [< αρχ. ἔμμετρος]
15811εμμετρωπία[ἐμμετρωπία] εμ-με-τρω-πί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ιδανική κατάσταση του ματιού, κατά την οποία δεν παρουσιάζεται καμία διαθλαστική ανωμαλία· άριστη όραση. ΑΝΤ. αμετρωπία [< γαλλ. emmétropie , αγγλ. emmetropia]
15812έμμηνα[ἔμμηνα] έμ-μη-να ουσ. (ουδ.) (τα) (λόγ.): έμμηνος ρύση. [< μτγν. ἔμμηνα, γαλλ. menstrues]
15813εμμηναγωγός, ός, ό [ἐμμηναγωγός] εμ-μη-να-γω-γός επίθ./ουσ. {συνηθέστ. στο ουδ.} (λόγ.): που διευκολύνει ή επιταχύνει την εμμηνόρροια: ~ός: δράση. ● Ουσ.: εμμηναγωγό (το): ενν. βότανο, σκεύασμα. Βλ. καλέντουλα. [< γαλλ. emménagogue]
15814εμμηναρχή[ἐμμηναρχή] εμ-μη-ναρ-χή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. έναρξη της εμμηνόρροιας: καθυστερημένη/πρώιμη ~. ΑΝΤ. εμμηνόπαυση [< αγγλ. menarche, 1900]
15815εμμηνόπαυση[ἐμμηνόπαυση] εμ-μη-νό-παυ-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φυσιολογική και οριστική διακοπή της εμμηνόρροιας, που σηματοδοτεί και το τέλος της αναπαραγωγικής περιόδου της γυναίκας, καθώς σταματά η έκκριση οιστρογόνων και προγεστερόνης, όπως και η ωορρηξία· γενικότ. κλιμακτήριος: όψιμη/πρόωρη/φυσική (: μετά την ηλικία των σαράντα ετών)/χειρουργική (: λόγω αφαίρεσης της μήτρας ή των ωοθηκών) ~. ~ και ορμονική υποκατάσταση/οστεοπόρωση.|| Συμπτώματα της ~ης (: διαταραχή του κύκλου, εξάψεις, κατάθλιψη, κυκλοθυμία, αϋπνίες, πονοκέφαλος). Βρίσκεται/είναι/μπήκε στην ~. Βλ. ανδρόπαυση. ΑΝΤ. εμμηναρχή [< γαλλ. ménopause, αγγλ. menopause]
15816εμμηνοπαυσιακός, ή, ό [ἐμμηνοπαυσιακός] εμ-μη-νο-παυ-σι-α-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στην εμμηνόπαυση: ~ά: συμπτώματα. Πβ. κλιμακτηριακός. Βλ. προ~, μετ~. [< γαλλ. ménopausique, 1922, αγγλ. menopausal]
15817εμμηνόρροια[ἐμμηνόρροια] εμ-μη-νόρ-ροι-α ουσ. (θηλ.) & εμμηνορρυσία: ΙΑΤΡ. κυκλική, συνήθ. μηνιαία, φυσιολογική αποβολή αίματος και βλεννογόνων ιστών από τη μήτρα μέσω του κόλπου. Βλ. αραιο-, δυσ-μηνόρροια, εμμηναρχή, εμμηνόπαυση, μηνορραγία, -ρροια. ΣΥΝ. έμμηνα, έμμηνος ρύση, περίοδος (3) ΑΝΤ. αμηνόρροια [< γαλλ. menstruation, πβ. αγγλ. menorrhœa]
15818εμμηνορροϊκός, ή, ό [ἐμμηνορροϊκός] εμ-μη-νορ-ρο-ϊ-κός επίθ. & εμμηνορρυσιακός: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στην εμμηνόρροια: ~ές: διαταραχές. Βλ. προ~. ● ΣΥΜΠΛ.: έμμηνος/καταμήνιος/γεννητικός/εμμηνορροϊκός κύκλος βλ. κύκλος [< γαλλ. menstruel , πβ. αγγλ. menorrhœic]
15819εμμηνορρυσίαβλ. εμμηνόρροια
15820εμμηνορρυσιακός, ή, ό βλ. εμμηνορροϊκός
15821έμμηνος, η/ος, ο [ἔμμηνος] έμ-μη-νος επίθ. (λόγ.): κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: έμμηνος ρύση {εμμήνου ρύσεως} & έμμηνη ρύση: ΙΑΤΡ. εμμηνόρροια., έμμηνος/καταμήνιος/γεννητικός/εμμηνορροϊκός κύκλος βλ. κύκλος [< μτγν. ἔμμηνος ‘μηνιαίος’, ἔμμηνον (το) ‘περίοδος’]
15822έμμισθος, η, ο [ἔμμισθος] έμ-μι-σθος επίθ.: που παίρνει μισθό ή παρέχεται έναντι αμοιβής: ~ος: υπάλληλος. ~ο: προσωπικό. (ως ουσ.) Οι ~οι.|| ~η: απασχόληση/εντολή/θέση/υπηρεσία. ~η σχέση με το Δημόσιο. ΣΥΝ. μισθωτός. ΑΝΤ. άμισθος ● επίρρ.: έμμισθα & (σπάν.-λόγ.) εμμίσθως ● ΣΥΜΠΛ.: έμμισθος δικηγόρος βλ. δικηγόρος [< αρχ. ἔμμισθος]
15823εμμονή[ἐμμονή] εμ-μο-νή ουσ. (θηλ.) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) 1. ΨΥΧΟΛ. -ΨΥΧΙΑΤΡ. τάση επανάληψης συγκεκριμένης συμπεριφοράς ή ιδέας, χωρίς την ύπαρξη ανάλογου ερεθίσματος: κόμπλεξ και ~ές. Έχει ~ με την καθαριότητα/το πλύσιμο των χεριών (= αρρώστια, κόλλημα, μανία)/για/σε κάτι. Του έχει γίνει ~ (= έμμονη ιδέα). Βλ. νεύρ-, ψύχ-ωση, ψυχαναγκασμός. 2. προσκόλληση: δογματική/πεισματική ~ σε αρχές και πεποιθήσεις/ξεπερασμένες αντιλήψεις. Ιδεολογικές ~ές. Πβ. επιμονή.|| Δείχνει παθολογική ~ στη λεπτομέρεια/στην τελειότητα.|| Ερωτική ~. [< πβ. αρχ. ἐμμονή 'συνέχιση']

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.