Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [16680-16700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
15824εμμονικός, ή, ό [ἐμμονικός] εμ-μο-νι-κός επίθ.: που δείχνει εμμονή: ~ός: θαυμαστής/φόβος. ~ή: διαστροφή/διαταραχή/παρακολούθηση/συμπεριφορά/συνήθεια. ~ές: σκέψεις. || (για πρόσ.) ~ με ... (= άρρωστος, μανιώδης). Βλ. νευρ-, ψυχ-ωτικός. ● επίρρ.: εμμονικά
15825έμμονος, η, ο [ἔμμονος] έμ-μο-νος επίθ. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): που χαρακτηρίζεται από εμμονή ή σπάν. προσήλωση σε κάτι: ~η: αγάπη/αναζήτηση/ενασχόληση/συμπεριφορά/φοβία. ~ο: ενδιαφέρον/πάθος. Πβ. επίμονος. ● επίρρ.: έμμονα ● ΣΥΜΠΛ.: έμμονη ιδέα: κυρίαρχη σκέψη, από την οποία ο νους δεν μπορεί να απαλλαγεί· (ΨΥΧΟΛ.-ΨΥΧΙΑΤΡ.) εμμονή: άγχος/φοβίες και ~ες ~ες. Βασανίζεται/διακατέχεται από την ~ ~ ότι ... Έχει την ~ ~ να ... Μου έχει γίνει ~ ~. Πβ. ιδεο-ληψία, -ψυχαναγκαστική διαταραχή. [< γαλλ. idée fixe] , έμμονοι/ανθεκτικοί οργανικοί ρύποι βλ. οργανικός [< αρχ. ἔμμονος 'διαρκής']
15826έμμορφος, η, ο [ἔμμορφος] έμ-μορ-φος επίθ. (λόγ.): που έχει συγκεκριμένη μορφή και σχήμα. Βλ. -μορφος. ΑΝΤ. άμορφος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: έμμορφα στοιχεία/συστατικά (του αίματος): ΙΑΤΡ. τα ερυθροκύτταρα, τα λευκοκύτταρα και τα αιμοπετάλια. [< μτγν. ἔμμορφος]
15828έμοβλ. ίμο
15829εμορφιάβλ. ομορφιά
15830έμορφος, η, ο βλ. όμορφος
58669εμότζι[ἐμότζι] ε-μό-τζι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}& έμοτζι: εικονόγραμμα, ιδεόγραμμα ή λογόγραμμα, γενικότ. μικρό εικονίδιο που χρησιμοποιείται στην ηλεκτρονική επικοινωνία για να εκφράσει παραστατικά κυρ. ποικίλα αισθήματα και συναισθήματα: το ~ είναι η εξελιγμένη μορφή του εμότικον. [< αγγλ. emoji, 1997, ιταλ. ~, 2011, γαλλ. émoji, 2013, < ιαπων. e «εικόνα, σχέδιο» + moji ‘γράμμα, χαρακτήρας’, εμπορ. ονομασ.)
15832εμότικον[ἐμότικον] ε-μό-τι-κον ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} & ιμότικον: (κυρ. στην ηλεκτρονική επικοινωνία) συνδυασμός χαρακτήρων (του πληκτρολογίου) ή εικονίδιο με συγκεκριμένη έκφραση προσώπου, για δήλωση συναισθηματικής κατάστασης ή διάθεσης: :) ή :-) "χαμόγελο" ΣΥΝ. χαμογελάκι.|| :( ή :-( "λύπη"|| :ο "ντροπή"|| :D "ειρωνικό, μοχθηρό ή χαιρέκακο χαμόγελο"|| :; "κλείσιμο του ματιού· συνωμοτικό νόημα"|| :p "χλευασμός". Πβ. εμότζι. ΣΥΝ. φατσούλα (2) [< αγγλ. emoticon (< emot(ion) + icon), 1987, γαλλ. émoticone, 1996]
15833εμού[ἐμοῦ] ε-μού προσ. αντων. (επίσ.): γεν. της αντων. εγώ: εκτός/πλην ~. Μεταξύ ~ και εκείνου. Εκ μέρους ~ του ιδίου. ... και ~ προσωπικά. ● ΦΡ.: παρελθέτω/απελθέτω απ' εμού το ποτήριον τούτο βλ. ποτήριο
15834εμουλσιόν[ἐμουλσιόν] ε-μουλ-σιόν ουσ. (θηλ.) {άκλ.} 1. υγρό μείγμα που εμπεριέχει λιπώδεις ή ρητινώδεις ουσίες και έχει γαλακτώδη υφή: ~ από γάλα καρύδας. 2. ΦΩΤΟΓΡ. φωτοευαίσθητο γαλάκτωμα: η ~ του φιλμ. Βλ. εμφανιστής. [< γαλλ. émulsion]
15835ΕΜΠ(το): Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.
15836έμπα1βλ. μπαίνω
15837έμπα2[ἔμπα] έ-μπα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (λαϊκό) 1. είσοδος: στο ~ του χωριού. ΑΝΤ. έβγα (1) 2. έναρξη (χρονικής περιόδου): με το ~ της άνοιξης. Το ~ της νέας χρονιάς (= αρχή, ξεκίνημα). [< μεσν. έμπα, το]
15838εμπάθεια[ἐμπάθεια] ε-μπά-θει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έντονο μίσος: Γιατί τόση ~; Ψευδείς ισχυρισμοί που δείχνουν μεγάλη ~. Εκφράζεται με ~ και φανατισμό. Πβ. έχθρα, εχθροπάθεια, κακεντρέχεια, κακία, μοχθηρία. Βλ. συμπάθεια, -πάθεια. [< μτγν. ἐμπάθεια ‘πάθηση, κακοπάθεια’]
15839εμπαθής, ής, ές [ἐμπαθής] ε-μπα-θής επίθ. {εμπαθέστ-ερος, -ατος}: που χαρακτηρίζεται από έντονο μίσος: ~ής: άνθρωπος. ~ής: κριτική (πβ. κακοπροαίρετη)/στάση. ~ή: σχόλια. Κομπλεξικός και ~. Έδειξες πόσο μνησίκακος και ~ είσαι. Πβ. κακεντρεχής, μοχθηρός, φθονερός. Βλ. -παθής. ● επίρρ.: εμπαθώς [-ῶς] (λόγ.) [< αρχ. ἐμπαθής ‘συγκινημένος, ένθερμος’, γαλλ. passionnel]
15840εμπαιγμός[ἐμπαιγμός] ε-μπαιγ-μός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. συνειδητή παραπλάνηση κάποιου με περιφρονητικό και κοροϊδευτικό τρόπο: απροκάλυπτος ~. ~ της κοινής γνώμης. ~ σε βάρος (κάποιου). Πβ. ξεγέλασμα, φενακισμός. 2. κοροϊδία, σαρκασμός, γελοιοποίηση: δημόσιος ~ (= διαπόμπευση, διασυρμός). Πβ. εξευτελισμός, λοιδορία, μυκτηρισμός, χλευασμός, χλεύη. [< μτγν. ἐμπαιγμός]
15841εμπαίζω[ἐμπαίζω] ε-μπαί-ζω ρ. (μτβ.) {ενέπαιξε, εμπαί-ξει, -χτηκε (λόγ.) -χθηκε, (σπάν.) -γμένος, εμπαίζ-οντας] (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. ξεγελώ κάποιον, εκδηλώνοντας υποκριτικό ενδιαφέρον ή δίνοντάς του ψεύτικες υποσχέσεις: ~ουν τον λαό/τους πολίτες. Πβ. εξαπατώ, παραπλανώ, φενακίζω. Βλ. περιφρονώ. 2. κοροϊδεύω, χλευάζω. Πβ. μυκτηρίζω. [< αρχ. ἐμπαίζω]
15842εμπαικτικός, ή, ό [ἐμπαικτικός] ε-μπαι-κτι-κός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που αποτελεί εμπαιγμό: ~ός: υπαινιγμός. ~ό: ύφος. ~ά: σχόλια. Πβ. κοροϊδευτ-, περιγελαστ-, περιπαικτ-, χλευαστ-ικός. ● επίρρ.: εμπαικτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μεσν. εμπαικτικός]
15843εμπάργκο[ἐμπάργκο] ε-μπάρ-γκο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΝΟΜ. εμπορικός αποκλεισμός: διεθνές/οικονομικό/πετρελαϊκό ~. Επιβολή ~ κατά της/προς την/στην ... Άρση/εφαρμογή/παραβίαση/χαλάρωση του ~. ΣΥΝ. μποϊκοτάζ (2) 2. ΝΟΜ. απαγόρευση απόπλου ή κατάπλου που επιβάλλεται από μια χώρα στα πλοία άλλης, κυρ. σε περιπτώσεις διεθνών εμπλοκών· θαλάσσιος αποκλεισμός. 3. (μτφ.) απαγόρευση, παρεμπόδιση: δημοσιογραφικό ~. Έσπασε το ~ δηλώσεων. Τέθηκε ~ στα γκάλοπ. [< αγγλ.-γαλλ. embargo]
15844εμπασιάβλ. μπασιά

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.