| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 15845 | εμπέδηση | [ἐμπέδηση] ε-μπέ-δη-ση ουσ. (θηλ.): ΗΛΕΚΤΡ. σύνθετη αντίσταση κυκλώματος (σύμβ. Ζ): ~ εισόδου/εξόδου. Βλ. ωμ.|| Ακουστική ~ (: αντίσταση μέσου στη διάδοση του ήχου). [< αγγλ. impedance,γαλλ. impédance] | |
| 15846 | εμπεδώνω | [ἐμπεδώνω] ε-μπε-δώ-νω ρ. (μτβ.) {εμπέδω-σα, εμπεδώ-θηκε, -μένος, εμπεδών-οντας} 1. αφομοιώνω: Οι μαθητές ~σαν τις έννοιες/τους κανόνες/το μάθημα. ~μένη: γνώση. Πβ. κατακτώ. 2. (απαιτ. λεξιλόγ.) εδραιώνω, ισχυροποιώ: ~σαν την εξουσία τους. ~θηκε (στην κοινή γνώμη) η αντίληψη ότι ... Έχει ~θεί κλίμα εμπιστοσύνης/η τάξη. ~μένες: νοοτροπίες/πρακτικές. Πβ. παγιώνω, σταθεροποιώ. [< αρχ. ἐμπεδῶ ‘στερεώνω γερά, επιβεβαιώνω’, γαλλ. consolider] | |
| 15847 | εμπέδωση | [ἐμπέδωση] ε-μπέ-δω-ση ουσ. (θηλ.) 1. αφομοίωση γνώσης κυρ. από μαθητές: ασκήσεις ~ης/για ~ του λεξιλογίου/της ύλης. Κατανόηση και ~. Πβ. κατάκτηση. 2. (απαιτ. λεξιλόγ.) εδραίωση, ισχυροποίηση: ~ αισθήματος ασφάλειας. ~ των αρχών του κράτους δικαίου/της δημοκρατίας/του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης/της ειρήνης. Πβ. παγίωση, σταθεροποίηση. [< μτγν. ἐμπέδωσις ‘διαφύλαξη, τήρηση (των όρων)’, γαλλ. consolidation] | |
| 15848 | εμπεδωτικός | , ή, ό [ἐμπεδωτικός] ε-μπε-δω-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην εμπέδωση: ~ή: διδασκαλία/μάθηση/ ~ές: ασκήσεις. | |
| 15849 | εμπειρία | [ἐμπειρία] ε-μπει-ρί-α ουσ. (θηλ.) {εμπειριών} 1. {χωρ. πληθ.} γνώση που έχει αποκτήσει κάποιος στην πράξη: διδακτική/εκπαιδευτική/εξειδικευμένη/εργασιακή/ερευνητική/πολύχρονη ~. Στελέχη με ~ (: έμπειρα, πεπειραμένα). Στερείται ~ας (: άπειρος). Έχει αξιόλογη/σπουδαία/τεκμηριωμένη ~ στον τομέα της διαφήμισης. Οι υποψήφιοι πρέπει να διαθέτουν την απαιτούμενη επαγγελματική επάρκεια και ~. Μας μετέφεραν την ~ τους γύρω από το θέμα των ...|| Με την ~ που βίωσα/αποκόμισα ... Από (προσωπική) ~ ξέρω ότι ... Πβ. πείρα. ΑΝΤ. απειρία1 2. γεγονός, βίωμα, συναίσθημα που διευρύνει ή εμπλουτίζει τη γνώση, τις ικανότητες του ανθρώπου: νέα/κοινή/πρώτη ~. Η ανεπανάληπτη/πρωτόγνωρη/συγκλονιστική ~ της μητρότητας/της πτώσης με αλεξίπτωτο. Η επώδυνη/θλιβερή/οδυνηρή/πικρή/τραυματική ~ του διαζυγίου. ~ ζωής. Αρνητικές/βιωματικές/ερωτικές/εξωτερικές/εσωτερικές/ευχάριστες/μυστικιστικές/πνευματικές/σημαντικές ~ες. Ζήστε μια μοναδική/ξεχωριστή ~! Η παραμονή στο εξωτερικό/το ταξίδι ήταν (μια) αξέχαστη/καταλυτική/μεγάλη ~ για μένα. Μας διηγήθηκε τις ~ες του από τον στρατό. Αποκτώ ~ες (βλ. ωριμάζω). Μοιράζονται τις (προσωπικές) ~ες τους. ● ΦΡ.: εκ πείρας βλ. πείρα, μιλάει η πείρα/η εμπειρία βλ. πείρα [< αρχ. ἐμπειρία, γαλλ. expérience] | |
| 15850 | εμπειρικός | , ή, ό [ἐμπειρικός] ε-μπει-ρι-κός επίθ. 1. που προέρχεται από ή βασίζεται στην εμπειρία, δηλ. στην πρακτική εξάσκηση, το πείραμα ή/και τις αισθήσεις: ~ός: έλεγχος/κανόνας/κόσμος (: αισθητός, πραγματικός)/τρόπος (μέτρησης). ~ή: ανάλυση/επαλήθευση/έρευνα/θεραπεία/μέθοδος/μελέτη (πβ. πειραματικός)/παρατήρηση/προσέγγιση (θέματος)/τεκμηρίωση. ~ές: επιστήμες (= θετικές). ~ά: δεδομένα/ευρήματα/στοιχεία. Σε ~ό επίπεδο.|| (ΦΙΛΟΣ.) ~ή: γνώση/μάθηση. ΑΝΤ. θεωρητικός (1) 2. (κατ΄επέκτ., για πρόσ.) πρακτικός, αυτοδίδακτος: ~ός: γιατρός (βλ. κομπογιαννίτης)/μηχανικός (πβ. εμπειροτέχνης). ● επίρρ.: εμπειρικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. ἐμπειρικός, γαλλ. empirique, αγγλ. empiric(al)] | |
| 15851 | εμπειριοκρατία | [ἐμπειριοκρατία] ε-μπει-ρι-ο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ. εμπειρισμός. Βλ. -κρατία. | |
| 15852 | εμπειριοκρατικός | , ή, ό [ἐμπειριοκρατικός] ε-μπει-ρι-ο-κρα-τι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που αναφέρεται στην εμπειριοκρατία: ~ή: θεωρία. Βλ. θετικιστικός. ● επίρρ.: εμπειριοκρατικά | |
| 15853 | εμπειρισμός | [ἐμπειρισμός] ε-μπει-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΦΙΛΟΣ. θεωρία σύμφωνα με την οποία πηγή της γνώσης είναι η εμπειρία που βασίζεται στις αισθήσεις και την παρατήρηση: αγγλικός/λογικός ~ (= λογικός θετικισμός). Πβ. πρακτικισμός. Βλ. αισθησιοκρατία, θετικ-, ορθολογ-ισμός. ΣΥΝ. εμπειριοκρατία ΑΝΤ. νοησιαρχία 2. (κατ' επέκτ.) τρόπος σκέψης και δράσης στηριζόμενος στην εμπειρία. [< γαλλ. empirisme, αγγλ. empiricism] | |
| 15854 | εμπειριστής | [ἐμπειριστής] ε-μπει-ρι-στής ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. οπαδός του εμπειρισμού. Βλ. θετικιστής, ορθολογιστής. [< γαλλ. empiriste, αγγλ. empiricist] | |
| 15855 | εμπειρογνώμονας | [ἐμπειρογνώμονας ] ε-μπει-ρο-γνώ-μο-νας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {εμπειρογνωμ-όνων} & (λόγ.) εμπειρογνώμων {εμπειρογνώμ-ονος}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. πρόσωπο με εξειδικευμένες γνώσεις και πείρα, που καλείται να δώσει τη γνώμη του σε ορισμένο θέμα ως ειδικός: έκθεση/πόρισμα του ~α. Ανεξάρτητοι/διεθνείς/εθνικοί ~ονες. Οικονομικοί/τεχνικοί ~ονες. Σύμβουλοι-~ονες. Ειδική επιτροπή ~όνων. Δίκτυο ~όνων. Πβ. τεχνογνώστης. Βλ. διακανονιστής, ειδήμων, εμπειροτέχνης, εξπέρ, επαΐων. ΣΥΝ. πραγματογνώμονας [< γαλλ. expert] | |
| 15856 | εμπειρογνωμοσύνη | [ἐμπειρογνωμοσύνη] ε-μπει-ρο-γνω-μο-σύ-νη ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. η γνώση και γνωμάτευση του εμπειρογνώμονα· συνεκδ. η επίσημη έκθεσή του: εξωτερική/τεχνική ~. ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις/σχετικά με τις ανανεώσιμες μορφές ενέργειας.|| Μελέτη-~. Βλ. -οσύνη. ΣΥΝ. πραγματογνωμοσύνη [< γαλλ. expertise] | |
| 15857 | εμπειροπόλεμος | , η, ο [ἐμπειροπόλεμος] ε-μπει-ρο-πό-λε-μος επίθ. {συνήθ. στον πληθ. του αρσ.}: έμπειρος πολεμιστής. Πβ. βετεράνος, παλαίμαχος. Βλ. ετοιμοπόλεμος.|| (μτφ.) ~ο επιτελείο στελεχών. ΑΝΤ. απειροπόλεμος, απόλεμος [< μτγν. ἐμπειροπόλεμος] | |
| 15858 | έμπειρος | , η, ο [ἔμπειρος] έ-μπει-ρος επίθ.: που έχει πείρα: ~ος: γιατρός/τεχνίτης. ~η: ομάδα. ~ο: προσωπικό/συνεργείο (τεχνικών). Ζητείται ~ πωλητής. Πβ. πολύπειρος.|| Αξιόπιστη και ~η λύση. Έχουν αφεθεί στα ~α χέρια των ειδικών. ΣΥΝ. πεπειραμένος ΑΝΤ. άπειρος2 ● ΣΥΜΠΛ.: έμπειρα συστήματα: ΠΛΗΡΟΦ. προγράμματα που αναπαριστούν τη γνώση ειδικών σε ένα αντικείμενο και είναι σε θέση να επιλύουν περίπλοκα προβλήματα ή να δίνουν εξειδικευμένες συμβουλές. Βλ. πράκτορας, τεχνητή νοημοσύνη. [< αγγλ. expert systems, 1977] [< αρχ. ἔμπειρος] | |
| 15859 | εμπειροτέχνης | [ἐμπειροτέχνης] ε-μπει-ρο-τέ-χνης επίθ./ουσ.: εμπειρικός τεχνίτης: ~ης: εργολάβος/οικοδόμος. (ως ουσ.) Άδεια άσκησης επαγγέλματος ~η. Πβ. μάστορας.|| ~ες: μουσικοί (= παραδοσιακοί). [< πβ. μεσν. εμπειρότεχνος] | |
| 15860 | εμπεριέχει | [ἐμπεριέχει] ε-μπε-ρι-έ-χει ρ. (μτβ.) {εμπεριείχε, εμπεριέχ-εται} (απαιτ. λεξιλόγ.): περιλαμβάνει: Η παρούσα μελέτη ~ όλα τα πρόσφατα πορίσματα. Κάθε επένδυση ~ κινδύνους (= ενέχει). Οι τιμές ~ουν (= συμπεριλαμβάνουν) το ΦΠΑ. Διαψεύδει τις πληροφορίες που ~ονται στο άρθρο. ΣΥΝ. εμπερικλείει [< αρχ. ἐμπεριέχω] | |
| 15861 | εμπερικλείει | [ἐμπερικλείει] ε-μπε-ρι-κλεί-ει ρ. (μτβ.) {παρατ. εμπεριέκλειε, συνήθ. στο ενεστ. θ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): εμπεριέχει: Το όλο εγχείρημα ~ κινδύνους. Πβ. περιλαμβάνει. [< μτγν. ἐμπερικλείω] | |
| 15862 | εμπερίστατος | , η, ο [ἐμπερίστατος] ε-μπε-ρί-στα-τος επίθ. 1. (κυρ. ΕΚΚΛΗΣ.) που αντιμετωπίζει δυσκολίες, φτωχός. 2. (καταχρ.) εμπεριστατωμένος. [< μεσν. εμπερίστατος] | |
| 15863 | εμπεριστατωμένος | , η, ο [ἐμπεριστατωμένος] ε-μπε-ρι-στα-τω-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που έχει συνταχθεί ή διατυπωθεί με προσοχή και φροντίδα στη λεπτομέρεια, που διακρίνεται από επιμέλεια, εμβάθυνση: ~ος: έλεγχος. ~η: ανάλυση/γνώμη/εισηγητική έκθεση/έρευνα/κριτική/μελέτη/ομιλία/πρόταση. ~ο: άρθρο. ~ες: απόψεις. ~α: επιχειρήματα/συμπεράσματα. Πβ. εμβριθής, επιστάμενος, λεπτομερής, αναλυτ-, προσεκτ-, συστηματ-ικός. ● επίρρ.: εμπεριστατωμένα & (λόγ.) -ως [< μτχ. παθ. παρακ. του μτγν. ρ. ἐμπεριστατῶ 'περικλείω', γερμ. umständlich] | |
| 15864 | έμπηξη | [ἔμπηξη] έ-μπη-ξη ουσ. (θηλ.) (επιστ.): μπήξιμο αντικειμένου συνήθ. στο έδαφος: ~ μεταλλικών σωλήνων/πασσάλων. Πβ. χώσιμο. [< μτγν. ἔμπηξις] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ