| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 15866 | εμπίπτει | [ἐμπίπτει] ε-μπί-πτει ρ. (αμτβ.) {παρατ. ενέπιπτε, εμπίπτ-οντας} (+ σε) (λόγ.): περιλαμβάνεται, ανήκει: Το ζήτημα δεν ~ (= εντάσσεται) στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. ~ στη δικαιοδοσία κάθε κράτους να ... Αδικήματα που ~ουν στον νόμο περί ναρκωτικών. [< αρχ. ἐμπίπτω ‘πέφτω (μέσα ή επάνω)’] | |
| 15867 | εμπίστευμα | [ἐμπίστευμα] ε-μπί-στευ-μα ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. καταπίστευμα. | |
| 15868 | εμπιστευματοδόχος | [ἐμπιστευματοδόχος] ε-μπι-στευ-μα-το-δό-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΝΟΜ. καταπιστευματοδόχος. | |
| 15869 | εμπιστεύομαι | [ἐμπιστεύομαι] ε-μπι-στεύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {εμπιστεύ-τηκα (λόγ.) -θηκα, εμπιστευ-όμενος} 1. έχω ή δείχνω εμπιστοσύνη: ~ (= βασίζομαι σε) το ένστικτό/την κρίση μου (ΑΝΤ. αμφιβάλλω, δυσπιστώ). ~ τον εαυτό μου (: έχω αυτοπεποίθηση). Δεν ~εται κανέναν (: καχύποπτος). Σε ~ ότι δεν θα με προδώσεις. Δεν μπορεί να τον ~τεί απόλυτα/εν λευκώ. Πβ. πιστεύω. 2. αναθέτω κάτι σε άτομο του οποίου τις ικανότητες αναγνωρίζω, αφήνω κάποιον ή κάτι στη φροντίδα έμπιστου προσώπου: Του ~τηκαν τη θέση του προέδρου. Θα της ~όσουν το παιδί σου; Πβ. αναθέτω. 3. εξομολογούμαι, εκμυστηρεύομαι κάτι σε πρόσωπο της εμπιστοσύνης μου: Του ~όταν τα προσωπικά της προβλήματα. Μου ~τηκε τις ανησυχίες/τους φόβους του. Πβ. μοιράζομαι. ● ΦΡ.: εμπιστεύομαι κάποιον με κλειστά μάτια/τυφλά: του έχω απόλυτη εμπιστοσύνη. [< αρχ. ἐμπιστεύομαι] | |
| 15870 | εμπιστεύσιμος | , η, ο [ἐμπιστεύσιμος] ε-μπι-στεύ-σι-μος επίθ. (λόγ.): άξιος εμπιστοσύνης: ~ες: πηγές (= αξιόπιστες). | |
| 15871 | εμπιστευτικός | , ή, ό [ἐμπιστευτικός] ε-μπι-στευ-τι-κός επίθ. 1. που είναι ή πρέπει να παραμείνει κρυφός, μυστικός: ~ή: έκθεση. ~ό: έγγραφο/περιεχόμενο/σημείωμα. ~ές: πληροφορίες. Άκρως/αυστηρά ~ό. Προσωπικά και ~ά στοιχεία. Ο κωδικός λογαριασμού παραμένει ~. Πβ. απόρρητος. ΑΝΤ. ανακοινώσιμος, δημοσιεύσιμος 2. (κατ' επέκτ.) που απαιτεί εμπιστοσύνη και εχεμύθεια: ~ή: αποστολή/μεταχείριση (δεδομένων). ~ό: ύφος. Σε ~ό τόνο. ● επίρρ.: εμπιστευτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. confidentiel] | |
| 15872 | εμπιστευτικότητα | [ἐμπιστευτικότητα] ε-μπι-στευ-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διατήρηση του εμπιστευτικού χαρακτήρα στοιχείων ή πληροφοριών: ~-προστασία προσωπικών δεδομένων/των ηλεκτρονικών συναλλαγών. Δήλωση/κανόνες/ρήτρα ~ας. Θα τηρηθεί απόλυτη ~. Παραβιάζω/σέβομαι την ~. Πβ. εχεμύθεια. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. confidentiality, γαλλ. confidentialité, 1970] | |
| 15873 | έμπιστος | , η, ο [ἔμπιστος] έ-μπι-στος επίθ.: που χαίρει εμπιστοσύνης, που μπορεί κάποιος να τον εμπιστευτεί: ~ος: σύμβουλος/συνεργάτης/φίλος (= πιστός). ~η: Αρχή (πιστοποίησης)/πηγή. ~ο: προσωπικό/πρόσωπο/στέλεχος. ~ και υπεύθυνος. Πβ. αξιόπιστος, εχέγγυος. Βλ. διαπιστευμένος, εχέμυθος. ● Ουσ.: έμπιστος (ο) {σπανιότ. θηλ. έμπιστη}: άνθρωπος της εμπιστοσύνης κάποιου: ο ~ του Προέδρου (βλ. αυλή). ● ΣΥΜΠΛ.: Έμπιστη Τρίτη Οντότητα/Πάροχος Υπηρεσιών Πιστοποίησης βλ. οντότητα [< μεσν. έμπιστος, γαλλ. confident] | |
| 15874 | εμπιστοσύνη | [ἐμπιστοσύνη] ε-μπι-στο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) 1. πίστη, σιγουριά ότι κάποιος ή κάτι έχει αξία, ικανότητα ή χαρακτηριστικά που το(ν) καθιστούν αξιόπιστο: ακλόνητη/αμοιβαία/τρωθείσα/υπερβολική ~. Επιχειρηματική/καταναλωτική ~. Δεσμοί/κατάχρηση/κλίμα/οικοδόμηση/σχέση ~ης. Άνθρωπος/πρόσωπο (της απολύτου) ~ης (= έμπιστος). Άξιος ~ης (πβ. φερέγγυος). Έχε μου ~! Έχει ~ στον εαυτό της (βλ. αυτοπεποίθηση). Ανέκτησε/έχασε/κέρδισε/πρόδωσε την ~ των πελατών. Αξίζει την ~ του κοινού. Εμπνέει ~ στους συνεργάτες του. Αποκαθίσταται/κλονίζεται η ~ των πολιτών. Περιβάλλεται με ~ από ... Χτίζοντας την ~. ΑΝΤ. αμφισβήτηση (1) 2. ΠΟΛΙΤ. (υπο)στήριξη, έγκριση: Η κυβέρνηση πρέπει να έχει την ~ της Βουλής. Η κοινωνία/ο λαός μας έδωσε την ~ του. Είναι/έθεσε θέμα ~ης. Βλ. -οσύνη. ● ΣΥΜΠΛ.: διάστημα εμπιστοσύνης βλ. διάστημα, πρόταση εμπιστοσύνης βλ. πρόταση, ψήφος εμπιστοσύνης βλ. ψήφος ● ΦΡ.: απολαμβάνει την εμπιστοσύνη (κάποιου) & (λόγ.) απολαμβάνει/χαίρει/απολαύει της (απολύτου) εμπιστοσύνης: (απαιτ. λεξιλόγ.) τον εμπιστεύεται, τον στηρίζει (πλήρως): ~ ~ του κόσμου/πρωθυπουργού., έχω/δείχνω απόλυτη/τυφλή εμπιστοσύνη σε κάποιον/κάτι: εμπιστεύομαι απόλυτα, χωρίς ενδοιασμούς και αμφιβολίες. ΣΥΝ. εμπιστεύομαι κάποιον με κλειστά μάτια/τυφλά [< μεσν. εμπιστοσύνη] | |
| 15875 | εμπλακώ | βλ. εμπλέκω | |
| 15876 | έμπλαστρο | [ἔμπλαστρο] έ-μπλα-στρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άστρου}: επίθεμα, εμποτισμένο με φαρμακευτική ουσία, που επικολλάται σε πάσχουσα περιοχή του σώματος για τοπική θεραπεία: διαδερμικό ~. Έβαλε ένα ~ στην πλάτη (: για πιάσιμο, ρευματισμούς ή ψύξη). Πβ. κατάπλασμα. ΣΥΝ. μπλάστρι (1) [< μτγν. επιθ. ἔμπλαστρος] | |
| 15877 | εμπλεκόμενος | , η, ο [ἐμπλεκόμενος] ε-μπλε-κό-με-νος επίθ. 1. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) που έχει αναμειχθεί σε κάτι: στελέχη ~α σε σκάνδαλο.|| (ως ουσ.) (Άμεσα) ~ σε απόπειρα δολοφονίας/εμπρησμού. Φέρεται (ως) ~ σε απάτες και εκβιασμούς. Πβ. συνένοχος, συνεργός.|| ~α: συμφέροντα (βλ. διαπλεκόμενα). 2. που μετέχει σε διαδικασία ή δραστηριότητα: ~οι: παράγοντες/φορείς (: στην υλοποίηση ενός έργου). ~ες: Αρχές/υπηρεσίες. Ανάληψη ευθυνών από κάθε ~ο μέρος.|| (ως ουσ.) ~ με την πολιτική/στη συζήτηση. [< αρχ. ἐμπλεκόμενος, αγγλ. involved] | |
| 15878 | εμπλέκω | [ἐμπλέκω] ε-μπλέ-κω ρ. (μτβ.) {ενέπλε-ξα, εμπλέξει, εμπλέ-χτηκε (λόγ.) -χθηκε, (λόγ. ενεπλάκη), εμπλακεί, εμπλεκ-όμενος, εμπλέκ-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. ανακατεύω, μπλέκω κάποιον σε ύποπτη ή δυσάρεστη κατάσταση: Τον ~ξαν σε υπόθεση διαφθοράς (πβ. αναμειγνύω). ~ονται σε σκάνδαλα/σε στημένους αγώνες (= ενέχονται). Ενεπλάκησαν σε (δια)μάχη/στον πόλεμο.|| (κατ' επέκτ.) Δεκάδες γονίδια ~ονται στην εκδήλωση καρκίνου (πβ. συμβάλλω). Βλ. διαπλέκω. ΑΝΤ. απεμπλέκω (1) 2. συγκαταλέγω, ενσωματώνω κάποιον ή κάτι σε διαδικασία ή δραστηριότητα: ~ουν όλους τους ενδιαφερόμενους παράγοντες στην επίλυση των προβλημάτων. ~ονται (= συμμετέχουν) στην ανάπτυξη (του οργανισμού)/στον σχεδιασμό και την υλοποίηση των έργων. ~εται με την/στην πολιτική. ~ονται (= ασχολούνται ενεργά) με τον τουρισμό. Πβ. εντάσσω, συμπεριλαμβάνω. 3. ΤΕΧΝΟΛ. (για μηχανισμό) συναρμόζω μέσω της οδόντωσης των γραναζιών. [< αρχ. ἐμπλέκω ‘πλέκω, συνδέω’, γαλλ. enlacer] | |
| 15879 | έμπλεος | , ος, ο [ἔμπλεος] έ-μπλε-ος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.) & (απαρχαιωμ.) έμπλεως: (+ γεν./από) γεμάτος, συνήθ. από συναίσθημα: ~οι δέους (βλ. περιδεής)/ενθουσιασμού/υπερηφάνειας/χαράς (βλ. περιχαρής).|| (σπανιότ.) ~ από συγκίνηση/φόβο. Πβ. έμφορτος, πλήρης. ΣΥΝ. όλος (3) [< αρχ. ἔμπλεος] | |
| 15880 | εμπλοκή | [ἐμπλοκή] ε-μπλο-κή ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) ανάμειξη, συμμετοχή συνήθ. σε δύσκολη, δυσάρεστη υπόθεση, μπλέξιμο: άμεση/ενεργός/προσωπική ~. ~ των γονέων (π.χ. στην εκπαίδευση)/της κυβέρνησης/των πολιτών (π.χ. στα κοινά)/των τοπικών παραγόντων. Βαθμός/επίπεδο ~ής. ~ του ονόματος (κάποιου) σε ένα θέμα. Δεν επιθυμώ/δεν έχω καμία ~ σε αυτή την υπόθεση. Κατηγορείται για ~ σε οικονομικό σκάνδαλο. ΑΝΤ. απεμπλοκή 2. ΣΤΡΑΤ. σύγκρουση, σύρραξη: πολεμική/στρατιωτική ~. ~ αεροσκαφών (= αερομαχία)/χερσαίων δυνάμεων. Πβ. συμπλοκή. 3. ΜΗΧΑΝΟΛ. διακοπή της λειτουργίας μηχανήματος ή μηχανισμού: ~ τροχών (βλ. ABS). ~ στο πυροβόλο όπλο. Ο εκτυπωτής παθαίνει ~ές. ΣΥΝ. μπλοκάρισμα 4. (μτφ.) ξαφνική εμφάνιση προβλήματος που αναστέλλει την εξέλιξη μιας διαδικασίας· συνεκδ. το ίδιο το εμπόδιο: διπλωματική/νομική ~. ~ στις διαπραγματεύσεις. Πβ. παρακώλυση.|| Γραφειοκρατικές/δικαστικές ~ές καθυστερούν τα έργα. Βλ. κωλυσιεργία. 5. ΤΕΧΝΟΛ. συναρμογή, σύνδεση με πλέξιμο: ~ γραναζιών. Βλ. ζεύξη. ● ΦΡ.: τον πάει εμπλοκή (στρατ. αργκό, για στρατιώτη): κάνει υποχρεωτικά συνεχόμενες υπηρεσίες, χωρίς δυνατότητα εξόδου από το στρατόπεδο. [< μτγν. ἐμπλοκή ‘πλέξιμο, πλοκή, μπέρδεμα’ 1: αγγλ. involvement] | |
| 15881 | εμπλουτίζω | [ἐμπλουτίζω] ε-μπλου-τί-ζω ρ. (μτβ.) {εμπλούτι-σα, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, εμπλουτίζ-οντας, -όμενος, εμπλουτι-σμένος}: κάνω κάτι πληρέστερο, περιεκτικότερο, προσθέτοντάς του καινούργια (και πιο βελτιωμένα) στοιχεία, συστατικά: ~ει συνεχώς τη βιβλιοθήκη του με νέα βιβλία. ~στηκε το αρχείο. Ο κατάλογος έχει ~στεί με νέα προϊόντα. Συνεχώς ~όμενη βάση δεδομένων/συλλογή. ~σμένη: έκδοση. || ~ τις γνώσεις/τις εμπειρίες/το λεξιλόγιό μου (πβ. αυξάνω, διευρύνω, επεκτείνω, πλουτίζω).|| Το έδαφος ~εται με λίπασμα. [< γαλλ. enrichir] | |
| 15882 | εμπλουτισμένος | , η, ο [ἐμπλουτισμένος] ε-μπλου-τι-σμέ-νος επίθ.: που έχει εμπλουτιστεί: ~ο: γάλα (με ασβέστιο). ~α: δημητριακά/τρόφιμα (με βιταμίνες και ιχνοστοιχεία). Φυσικός χυμός ~ με σίδηρο.|| (ΜΕΤΑΛΛ.) ~α: μεταλλεύματα.|| Οδηγός ~ με χάρτες και σχεδιαγράμματα. ● ΣΥΜΠΛ.: εμπλουτισμένο ουράνιο: ΦΥΣ. ΠΥΡ. μείγμα ουρανίου που έχει υποστεί αύξηση της περιεκτικότητάς του στο ισότοπο U235 (και απόρριψη του ισοτόπου U238) και χρησιμοποιείται στην κατασκευή πυρηνικών βομβών. Βλ. απεμπλουτισμένο ουράνιο. [< αγγλ. enriched uranium, 1955] [< γαλλ. enrichi] | |
| 15883 | εμπλουτισμός | [ἐμπλουτισμός] ε-μπλου-τι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εμπλουτίζω: ~ του περιεχομένου/των πληροφοριών (πβ. αύξηση, διεύρυνση, επέκταση).|| ~ γάλακτος με σίδηρο. Βλ. προσθήκη.|| ~ λιμνών/ποταμών με γόνο/χέλια.|| (ΜΕΤΑΛΛ., επεξεργασία μεταλλεύματος για απομάκρυνση των άχρηστων υλικών:) ~ ορυκτών.|| (ΦΥΣ. ΠΥΡ., αύξηση της περιεκτικότητας στοιχείου σε συγκεκριμένο ισότοπο:) ~ ουρανίου. Βλ. εμπλουτισμένο ουράνιο.|| (ΟΙΚΟΛ.) Τεχνητός ~ υδροφόρων οριζόντων. ~ βιοτόπων με θηράματα. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. enrichissement] | |
| 15884 | εμπλουτιστικός | , ή, ό [ἐμπλουτιστικός] ε-μπλου-τι-στι-κός επίθ. (λόγ.): που εμπλουτίζει: ~ά: έργα (υποδομής).|| (ως ουσ.) ~ό τροφής (βλ. προσθετικό). [< γαλλ. enrichissant] | |
| 15885 | έμπνευση | [ἔμπνευση] έμ-πνευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ξαφνική σύλληψη συνήθ. πρωτότυπης ιδέας από κάποιον, η οποία του προκαλεί ενθουσιασμό και τον ωθεί κατά κανόνα σε καλλιτεχνική δημιουργία ή σε δημιουργική ενέργεια: αστείρευτη/ατυχής/θεία (= θεοπνευστία)/λαμπρή/μεγαλοφυής/μουσική/πηγαία/ποιητική/προσωπική/στιγμιαία (: ~ της στιγμής)/συγγραφική/υψηλή ~. ~ για έκφραση. ~ και φαντασία. Προϊόν ~ης. Αποτελεί σταθερή πηγή ~ης. Δημιουργήματα λαϊκής ~ης. Ταινία με/χωρίς ~ (= εμπνευσμένη/χωρίς πρωτοτυπία). Μου λείπει/στέρεψε η ~. Έχω/μου ήρθε μια (φοβερή) ~! Πβ. οίστρος, πνοή. Βλ. δημιουργικότητα, επινόηση. 2. (συνεκδ.) οτιδήποτε ή οποιοσδήποτε εμπνέει κάποιον: Ζωγράφος που αντλεί την ~ή του από τη φύση. Τα παιδιά αποτελούν την ~ για τα βιβλία της. [< μτγν. ἔμπνευσις ‘φύσημα, πνοή’, γαλλ. inspiration] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ