Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [16740-16760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
15886εμπνευσμένος, η, ο [ἐμπνευσμένος] ε-μπνευ-σμέ-νος επίθ. 1. (για πρόσ.) που διακρίνεται στον τομέα ή στο είδος του χάρη στην έμπνευσή του: ~ος: ηγέτης/καλλιτέχνης. Πβ. ταλαντούχος, χαρισματικός. 2. που αποτελεί δημιούργημα υψηλής έμπνευσης: ~ος: λόγος. ~ο: έργο. ~η και συναρπαστική ιστορία. Πβ. μεγαλό-πνευστος, -πνοος. 3. που έχει εμπνευστεί από κάτι ή κάποιον: σχέδια/φορέματα ~α από την άνοιξη/αρχαιότητα.|| Ο συγγραφέας είναι ~ από ... [< γαλλ. inspiré]
15887εμπνευστής[ἐμπνευστής] ε-μπνευ-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. εμπνεύστρια} πρόσωπο που 1. συλλαμβάνει μια ιδέα, συμβάλλοντας συνήθ. και στην υλοποίησή της: ~ μιας θεωρίας/ενός κινήματος/ενός όρου. ~ και δημιουργός/ιδρυτής της εταιρείας. Ο ~ (= η ψυχή) της έκδοσης/του όλου εγχειρήματος. Βλ. καινοτόμος, πρωταίτιος, πρωτεργάτης, πρωτοπόρος. 2. (σπανιότ.) αποτελεί πηγή έμπνευσης για κάποιον: Ήταν ο ~ του, ο δάσκαλός του. Πβ. ηγερία, μούσα. [< μεσν. εμπνευστής, γαλλ. inspirateur]
15888εμπνέω[ἐμπνέω] εμ-πνέ-ω ρ. (μτβ.) {ενέπνευ-σε, εμπνεύ-σει, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, εμπνε-όμενος, -σμένος, εμπνέ-οντας}: προκαλώ σε κάποιον ένα συναίσθημα ή τη σύλληψη μιας ιδέας, με αποτέλεσμα την παρόρμηση για δημιουργία: ~ σε κάποιον αγάπη (για το διάβασμα)/αισιοδοξία/ασφάλεια/δέος/εμπιστοσύνη/σεβασμό. Η κατάστασή του δεν ~ει ανησυχία. Τον ~σε να ασχοληθεί με την Τέχνη. Τους έχει ~σει την πίστη στη ζωή (= εμφυσήσει, μεταδώσει).|| (συνήθ. για καλλιτέχνη) ~εται από την επικαιρότητα. ~όμενος από το έργο του ... Βλ. εμπνευσμένος. [< αρχ. ἐμπνέω, γαλλ. inspirer]
15889εμποδίζω[ἐμποδίζω] ε-μπο-δί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {εμπόδι-σα, εμποδί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, μτχ. ενεστ. εμποδιζόμενος, εμποδίζ-οντας} & (λαϊκό) μποδίζω: γίνομαι εμπόδιο ή βάζω εμπόδια σε κάποιον ή κάτι: Παρκαρισμένα αυτοκίνητα που ~ουν (= παρακωλύουν, παρεμποδίζουν) τη διέλευση/την κυκλοφορία πεζών και οχημάτων. (σε οδηγό) Φύγετε, γιατί ~ετε!|| Τον ~σε με τη βία.|| Τι σ' ~ει (= αποτρέπει από το) να συνεχίσεις; Κανένας και τίποτα δεν θα μ' ~σει να πετύχω τον στόχο μου. ΑΝΤ. διευκολύνω ● ΣΥΜΠΛ.: εμποδιζόμενα άτομα: όσα δεν μπορούν να μετακινηθούν λόγω κινητικής ή/και οπτικής αναπηρίας, αλλά και άνθρωποι με μειωμένη κινητική ικανότητα, τραυματισμένοι, ηλικιωμένοι, υπερήλικοι, έγκυοι, παιδιά προσχολικής ηλικίας και όσοι τα συνοδεύουν: εξυπηρέτηση/μέριμνα για ~ ~. Κοινωνία με σεβασμό στα ~ ~. Πβ. άτομα με ειδικές ανάγκες/ικανότητες. Βλ. προσβασιμότητα. [< γερμ. behinderte Personen] [< αρχ. ἐμποδίζω]
15890εμπόδιο[ἐμπόδιο] ε-μπό-δι-ο ουσ. (ουδ.) {εμποδί-ου | -ων} 1. οτιδήποτε φράζει, καθιστά αδύνατη ή δύσκολη μια (μετα)κίνηση: σταθερό/τεχνητό/φυσικό (βράχος, ποτάμι, τάφρος)/χαμηλό/ψηλό ~. Πρόσκρουση σε ~. ~α στο οδόστρωμα (: σαμαράκια). Βλ. φράγμα.|| (ΑΘΛ., στον δρόμο μετ' ~ων) ~α ανδρών/γυναικών. Τετρακόσια μέτρα με ~α. (στην ιππασία:) Αγώνες υπερπήδησης ~ων. Βλ. μπάρα. 2. (μτφ.) όποιος ή ό,τι δυσκολεύει ή δεν επιτρέπει να γίνει κάτι: ανυπέρβλητο ~. Γραφειοκρατικά/διοικητικά/εξωτερικά/θεσμικά/κοινωνικά/μαθησιακά/νομικά/οικονομικά/τεχνικά ~α. Αποφυγή/άρση/εξάλειψη/παραμερισμός των ~ων. Άψογη λειτουργία χωρίς ~α (= ανεμπόδιστη). Αποτελώ/είμαι/μπαίνω ~ στην εξέλιξη κάποιου. Ορθώνονται ~α. Αντιμετωπίζω/συναντώ ~α. Ξεπερνώ/παρακάμπτω τα ~α. Βάζω/παρεμβάλλω/προβάλλω/φέρνω ~α σε κάποιον ή κάτι. Πβ. ανάχωμα, τροχοπέδη, φραγμός, φρένο. ΣΥΝ. κώλυμα, πρόσκομμα ● ΦΡ.: κάθε εμπόδιο για καλό: για τα θετικά αποτελέσματα που μπορούν να προκύψουν από κάποια αντιξοότητα., μετ' εμποδίων (μτφ.-λόγ.): με διακοπές ή προβλήματα: ~ ~ η κίνηση στους δρόμους. Έξοδος ~ ~ από το λιμάνι. ΑΝΤ. απρόσκοπτα, στέκομαι εμπόδιο σε κάποιον/κάτι: εμποδίζω κάποιον ή κάτι να πετύχει κάτι, να εξελιχθεί: δεν στάθηκε ~ στη ζωή του/στο να κάνει … , δρόμος μετ' εμποδίων βλ. δρόμος [< αρχ. ἐμπόδιος ‘αυτός που παρεμποδίζει’, ουδ. ἐμπόδιον, γαλλ. obstacle]
15891εμπόδιση[ἐμπόδιση] ε-μπό-δι-ση ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) εμποδισμός (ο) & (προφ.) εμπόδισμα (το): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εμποδίζω: ~ εισόδου/εξόδου. ~ της εξάπλωσης του ιού (πβ. αναχαίτιση, συγκράτηση)/των εργασιών/της πρόσβασης. ΣΥΝ. παρακώλυση, παρεμπόδιση [< μεσν. εμπόδισις, αρχ. εμποδισμός]
15892εμποδιστής[ἐμποδιστής] ε-μπο-δι-στής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. εμποδίστρια}: ΑΘΛ. αθλητής αγώνων δρόμου μετ' εμποδίων: ~ των εκατόν δέκα/τετρακοσίων μέτρων. [< μτγν. ἐμποδιστής 'αυτός που εμποδίζει', αγγλ. hurdler]
15893έμπολα[ἔμπολα] έ-μπο-λα ουσ. (αρσ.) & ιός (του) έμπολα (κ. με κεφαλ. Ε): ΙΑΤΡ. τροπικός, αφρικανικός ιός που προσβάλλει τους ανθρώπους και κάποια άλλα πρωτεύοντα θηλαστικά, προκαλώντας επιδημίες αιμορραγικού πυρετού. [< αγγλ. Ebola (virus), 1976, όνομα ποταμού στο Κονγκό]
15894εμπόλεμος, η, ο [ἐμπόλεμος] ε-μπό-λε-μος επίθ.: που βρίσκεται σε πόλεμο: ~α: κράτη. Οι ~ες πλευρές (= τα ~α μέρη).|| ~η: περίοδος. ● Ουσ.: εμπόλεμοι {εμπολέμ-ων} (οι): όσοι εμπλέκονται σε πόλεμο: ανακωχή/συμφωνία των ~ων. ● ΣΥΜΠΛ.: εμπόλεμη ζώνη: ΣΤΡΑΤ. περιοχή όπου διεξάγονται πολεμικές επιχειρήσεις· ειδικότ. επακριβώς καθορισμένη περιοχή, συνήθ. εντός των διεθνών υδάτων, όπου καταπατώνται τα δικαιώματα των ουδέτερων χωρών από μία εμπόλεμη χώρα, σε καιρό πολέμου. [< αγγλ. war zone, 1914] [< μτγν. ή μεσν. ἐμπόλεμος, γαλλ. en guerre]
15895έμποραςβλ. έμπορος
15896εμπόρευμα[ἐμπόρευμα] ε-μπό-ρευ-μα ουσ. (ουδ.) {εμπορεύμ-ατος | -ατα, συνήθ. στον πληθ.}: κάθε αγαθό που είναι ή μπορεί να γίνει αντικείμενο εμπορικής συναλλαγής: ακριβό/ελεύθερο/φτηνό ~. Εισαγόμενα/εξαγόμενα/κοινοτικά/συσκευασμένα ~ατα. ~ατα αξίας ... Αγορά/αποθήκη/ασφάλιση/διακίνηση/μεταφορές ~άτων. Ελεύθερη κυκλοφορία των ~άτων, των υπηρεσιών και των προσώπων (στην Ευρωπαϊκή Ένωση). Κατέσχεσαν/πούλησαν το ~. Επιστρέφονται ~ατα.|| (κατ' επέκτ., αρνητ. συνυποδ.) Η γνώση/ενημέρωση/υγεία δεν είναι ~! Πβ. πραμάτεια, προϊόν. ● ΣΥΜΠΛ.: χρηματιστήριο εμπορευμάτων βλ. χρηματιστήριο [< αρχ. ἐμπόρευμα]
15897εμπορευματικός, ή, ό [ἐμπορευματικός] ε-μπο-ρευ-μα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με εμπόρευμα: ~ός: σταθμός. ~ή: αξία/δραστηριότητα/κίνηση/παραγωγή. ~ό: λιμάνι. ~ές: μεταφορές/συναλλαγές/σχέσεις. ~ά: κέντρα. Πβ. εμπορικός.
15898εμπορευματοκιβώτιο[ἐμπορευματοκιβώτιο] ε-μπο-ρευ-μα-το-κι-βώ-τι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): κοντέινερ.
15899εμπορευματοποίηση[ἐμπορευματοποίηση] ε-μπο-ρευ-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εμπορευματοποιώ: (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~ του ανθρώπινου σώματος/της επιστήμης/των Ολυμπιακών Αγώνων/της παιδείας/των πάντων/του πολιτισμού.|| ~ της παραγωγής. Βλ. μάρκετινγκ, -ποίηση. ΣΥΝ. εμπορικοποίηση [< γαλλ. commercialisation, 1904]
15900εμπορευματοποιώ[ἐμπορευματοποιῶ] ε-μπο-ρευ-μα-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {εμπορευματοποι-εί, -ώντας | εμπορευματοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, συνήθ. στην παθ. φωνή} 1. (αρνητ. συνυποδ.) εκμεταλλεύομαι οικονομικά αγαθό ή ιδανικό, μετατρέποντάς (και υποβιβάζοντάς) το σε εμπορεύσιμο είδος: Έχουν ~ήσει την τέχνη/υγεία. Ο αθλητισμός ~ήθηκε. Πβ. καπηλεύομαι. ΣΥΝ. εμπορεύομαι (2) 2. προωθώ στο εμπόριο: ~ούν τις ερασιτεχνικές δημιουργίες τους. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. commercialiser]
15901εμπορεύομαι[ἐμπορεύομαι] ε-μπο-ρεύ-ο-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {εμπορεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, μτχ. ενεστ. εμπορευόμενος} 1. (επίσ.) αγοράζω και πουλώ κάτι με σκοπό το κέρδος, κάνω εμπόριο: Η εταιρεία εισάγει και ~εται εμφιαλωμένα νερά. ~ονται είδη, υλικά και υπηρεσίες/καταναλωτικά αγαθά. Βλ. διακινώ.|| ~εται στην ελληνική αγορά με την επωνυμία ... 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) εμπορευματοποιώ: ~ονται τον ανθρώπινο πόνο/τη γνώση. [< αρχ. ἐμπορεύομαι]
15902εμπορευόμενος, η, ο [ἐμπορευόμενος] ε-μπο-ρευ-ό-με-νος επίθ. & (λαϊκό-συχνά ειρων.) εμπορευάμενος: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. που εμπορεύεται, διαθέτει στο εμπόριο: εταιρεία ~η προϊόντα ένδυσης.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~οι ελπίδες. ● Ουσ.: εμπορευόμενος (ο) (επίσ.): έμπορος: οι ~οι κρέατα. Πβ. εισαγωγέας, εξαγωγέας. Βλ. επιχειρηματίας. [< αρχ. ἐμπορευόμενος]
15903εμπορεύσιμος, η, ο [ἐμπορεύσιμος] ε-μπο-ρεύ-σι-μος επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που μπορεί να γίνει αντικείμενο εμπορικής εκμετάλλευσης: ~ες: μετοχές/υπηρεσίες. ~α: αγαθά/προϊόντα.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Η παιδεία/υγεία δεν είναι ~η. [< γαλλ. négociable]
15904εμπορευσιμότητα[ἐμπορευσιμότητα] ε-μπο-ρευ-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. η ιδιότητα του εμπορεύσιμου: ~ ακινήτων. ~ και ρευστότητα. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. négociabilité]
15905εμπορία[ἐμπορία] ε-μπο-ρί-α ουσ. (θηλ.) & εμπορεία (επίσ.): εμπορική επιχείρηση (συχνά ως τίτλος ή επιγραφή)· εμπόριο: ~ αυτοκινήτων/ηλεκτρονικών υπολογιστών. Εισαγωγή και ~ τροφίμων. Βλ. φαρμακ~.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ ανθρώπων (= ανθρώπινη ~, ανθρώπινο εμπόριο, πβ. τράφικινγκ). Βλ. λαθρ~, σωματ~. ● ΣΥΜΠΛ.: εμπόριο/εμπορία οργάνων βλ. όργανο [< αρχ. ἐμπορία ‘εμπόριο, ασχολία, δουλειά’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.