Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [16760-16780]

IDΛήμμαΕρμηνεία
15907εμπορικό[ἐμπορικό] ε-μπο-ρι-κό ουσ. (ουδ.) 1. κατάστημα, συνήθ. με είδη ρουχισμού, υπόδησης, οικιακού εξοπλισμού: σούπερ-μάρκετ και ~ά. Πβ. μαγαζί. 2. πλοίο που μεταφέρει κυρ. εμπορεύματα.
15908εμπορικοποίηση[ἐμπορικοποίηση] ε-μπο-ρι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): εμπορευματοποίηση.
15909εμπορικός, ή, ό [ἐμπορικός] ε-μπο-ρι-κός επίθ. 1. ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με το εμπόριο: ~ός: ανταγωνισμός/κλάδος. ~ή: ανάπτυξη/αξία(αγαθού)/διάθεση/διανομή/διαφήμιση/διαχείριση/έκθεση/εκμετάλλευση/ιδιοκτησία/κίνηση/συμφωνία/συνεργασία. ~ό: έλλειμμα/κέρδος/μητρώο/πλεόνασμα. ~οί: δεσμοί (μεταξύ χωρών)/όροι/περιορισμοί (βλ. προστατευτισμός). ~ές: (ανταλλαγές/δραστηριότητες/εφαρμογές/μισθώσεις/πρακτικές/συναλλαγές/σχέσεις/υπηρεσίες/υποθέσεις. ~ά: προϊόντα/συμφέροντα.|| ~ός: σύλλογος. ~ή: ένωση (πβ. καρτέλ)/επιχείρηση. ~ό: επιμελητήριο/τμήμα. ~οί: οίκοι.|| ~ός: στόλος. ~ό: λιμάνι. ~ά: πλοία. ~ή και επιβατική αμαξοστοιχία.|| (ΝΟΜ.) ~ός: Κώδικας. ~ή: νομοθεσία. (ΛΟΓΙΣΤ.) ~ά: βιβλία.|| ~ός: οδηγός. ~ή: αλληλογραφία.|| Πόλη-~ σταθμός. Οικόπεδο για ~ή χρήση.|| ~ός: ακόλουθος (πρεσβείας)/διευθυντής/σύμβουλος. ~οί: επισκέπτες. Βλ. εμπορικό. Βλ. δουλ~, καπν~, λαθρ~, ξυλ~. 2. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) που σημειώνει μεγάλη οικονομική επιτυχία ή αποσκοπεί σε αυτή, συνήθ. σε βάρος της ποιότητας: ~ός: καλλιτέχνης.|| ~ός: κινηματογράφος. ~ή: μουσική/ταινία. Βλ. πουλάει. ΑΝΤ. αντιεμπορικός, ποιοτικός (1) ● επίρρ.: εμπορικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: εμπορικό πάρκο: μεγάλος, συνήθ. ανοιχτός χώρος με πολλά συγκεντρωμένα καταστήματα. Πβ. εμπορικό κέντρο. Βλ. βιομηχανικό πάρκο., εμπορικό σήμα : κάθε σημείο (δηλ. λέξεις, ονόματα φυσικών ή νομικών προσώπων, ψευδώνυμα, απεικονίσεις, σχέδια, γράμματα, αριθμοί, ήχοι και μουσικές φράσεις, το σχήμα του προϊόντος ή της συσκευασίας του) που διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από εκείνα/ες άλλων: κατοχύρωση εμπορικών ~άτων. Πβ. ετικέτα, μάρκα. ΣΥΝ. λογότυπο, σήμα κατατεθέν (1) [< αγγλ. trade-mark] , εμπορική επωνυμία βλ. επωνυμία, εμπορική εταιρεία βλ. εταιρεία & εταιρία, εμπορική εύνοια βλ. εύνοια, Εμπορικό Δίκαιο βλ. δίκαιο, εμπορικό ισοζύγιο βλ. ισοζύγιο, εμπορικό κέντρο βλ. κέντρο, Εμπορικό Ναυτικό βλ. ναυτικό, εμπορικός αντιπρόσωπος βλ. αντιπρόσωπος, εμπορικός αποκλεισμός βλ. αποκλεισμός, εμπορικός δρόμος βλ. δρόμος [< αρχ. ἐμπορικός, γαλλ.-αγγλ. commercial]
15910εμπορικότητα[ἐμπορικότητα] ε-μπο-ρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εμπορική αξία, κίνηση ή ζήτηση: η ~ ενός ακινήτου/μιας περιοχής. Ταινία με υψηλή ~. Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: συντελεστής εμπορικότητας βλ. συντελεστής
15912εμπόριο[ἐμπόριο] ε-μπό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ίου}: ΟΙΚΟΝ. αγοραπωλησία αγαθών, υπηρεσιών ή οικονομικών τίτλων, με σκοπό το κέρδος: γενικό/διεθνές/θαλάσσιο (βλ. ναυτιλία) ~. Εξωτερικό/εισαγωγικό (= εισαγωγές)/εξαγωγικό (= εξαγωγές) ~. Εσωτερικό/λιανικό (= λιαν~)/χονδρικό (= χονδρ~) ~. ~ αυτοκινήτων/ειδών υγιεινής/κρασιού/μετάλλων/τροφίμων (ΣΥΝ. εμπορία). ~ και επιχειρήσεις. Γενική Γραμματεία ~ίου (ακρ. ΓΓΕ). Ασχολείται με το/κάνει ~ ρούχων (= εμπορεύεται ρούχα). Βλ. ΠΟΕ, GATT.|| Παράνομο ~ (= λαθρ~, παρα~). ~ ανθρώπων (κυρ. βρεφών ή παιδιών). ~ ναρκωτικών/όπλων (πβ. διακίνηση). ~ αρχαιοτήτων (= αρχαιοκαπηλία). ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερο εμπόριο: που διενεργείται ελεύθερα μεταξύ των κρατών, χωρίς την επιβολή μέτρων προστατευτισμού, κυρ. δασμών: ~ ~ και ελεύθερη διακίνηση. Ζώνη ~ου ~ίου (= ελεύθερων συναλλαγών). Βλ. παρεμβατ-, (νεο)φιλελευθερ-ισμός. [< αγγλ. free trade] , εμπόριο ελπίδας/ελπίδων (αρνητ. συνυποδ.): συναλλαγές ή συμφωνίες, οι οποίες στηρίζονται στην εκμετάλλευση του ανθρώπινου πόνου μέσα από τη δημιουργία ή παροχή συνήθ. ψεύτικων ελπίδων ή υποσχέσεων σε άτομα που μειονεκτούν (π.χ. ασθενείς, ανέργους): ~ ~ σε βάρος των καρκινοπαθών., εναλλακτικό και αλληλέγγυο εμπόριο & δίκαιο (και αλληλέγγυο) εμπόριο & εναλλακτικό εμπόριο: ΟΙΚΟΝ.-ΟΙΚΟΛ. νέα μορφή εμπορικής δραστηριότητας, οι φορείς της οποίας (συνεταιρισμοί και μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί) προμηθεύονται προϊόντα από μικρούς παραγωγούς των αναπτυσσόμενων χωρών, που σέβονται την ανθρώπινη εργασία και το περιβάλλον, και τα διαθέτουν στην αγορά σε συγκεκριμένα καταστήματα και σε δίκαιες τιμές· κατ΄επέκτ. το συγκεκριμένο κίνημα που αποσκοπεί στην καταπολέμηση της φτώχειας και τη βιώσιμη ανάπτυξη του αναπτυσσόμενου κόσμου. [< αγγλ. fair trade, 1947] , ηλεκτρονικό εμπόριο: που γίνεται μέσω κυρ. του διαδικτύου: ~ ~ μεταξύ επιχειρήσεων (και καταναλωτών). Πύλη ~ού ~ίου. Πβ. τηλεμπόριο. Βλ. ευρυζωνικότητα. [< αγγλ. electronic/e- commerce, 1993] , παράλληλο εμπόριο: που διεξάγεται με διαφορετικούς τρόπους και διαδικασίες σε σχέση με το συνηθισμένο εμπόριο, ταυτόχρονα όμως με αυτό., διαμετακομιστικό εμπόριο βλ. διαμετακομιστικός, εμπόριο/εμπορία οργάνων βλ. όργανο ● ΦΡ.: του εμπορίου: χαρακτηρισμός προϊόντων, συνήθ. τροφίμων και ποτών, που παρασκευάζονται σε βιομηχανικές μονάδες και προορίζονται για μαζική κατανάλωση: λάδι ~ ~ (= συσκευασμένο· ΑΝΤ. χύμα)., εκτός εμπορίου βλ. εκτός, έλλειψη χρημάτων, στάση εμπορίου βλ. στάση, εμπόριο λευκής σαρκός βλ. σαρξ [< αρχ. ἐμπόριον, γαλλ. commerce, αγγλ. trade]
15913εμπορο-α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται 1. στο εμπόριο: ~βιομηχανικός/~μεσίτης/~πανήγυρη/~ϋπάλληλος. 2. (σπανιότ.) στο εμπορικό ναυτικό: ~πλοίαρχος.
15914εμποροβιομηχανικός, ή, ό [ἐμποροβιομηχανικός] ε-μπο-ρο-βι-ο-μη-χα-νι-κός επίθ.: που έχει σχέση με εμπορικές και βιομηχανικές επιχειρήσεις: ~ός: σύλλογος. ~ό: επιμελητήριο.
15915εμποροδικείο[ἐμποροδικεῖο] ε-μπο-ρο-δι-κεί-ο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ. στην Ελλάδα, αλλά ακόμα σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης): ΝΟΜ. δικαστήριο που εκδικάζει εμπορικές διαφορές. Βλ. -δικείο. [< γερμ. Handelsgericht]
15916εμποροκρατία[ἐμποροκρατία] ε-μπο-ρο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) & εμποροκρατισμός (ο): ΟΙΚΟΝ. μερκαντιλισμός. Βλ. -κρατία.
15917εμποροκρατικός, ή, ό [ἐμποροκρατικός] ε-μπο-ρο-κρα-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. μερκαντιλιστικός.
15918εμπορολογιστικός, ή, ό [ἐμπορολογιστικός] ε-μπο-ρο-λο-γι-στι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τη λογιστική των εμπορικών συναλλαγών μιας επιχείρησης: ~ή: εφαρμογή. ~ό: λογισμικό. ~ά: προγράμματα.
15919εμπορομεσίτης[ἐμπορομεσίτης] ε-μπο-ρο-με-σί-της ουσ. (αρσ.): μεσίτης που διεκπεραιώνει εμπορικές συναλλαγές. Βλ. διαμεσολαβητής, χρηματιστήριο εμπορευμάτων.
15920εμπορομεσιτικός, ή, ό [ἐμπορομεσιτικός] ε-μπο-ρο-με-σι-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον εμπορομεσίτη: ~ό: γραφείο.
15921εμποροναυτικός, ή, ό [ἐμποροναυτικός] ε-μπο-ρο-ναυ-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στο εμπόριο και τη ναυτιλία: ~ή: δραστηριότητα. ~ά: κέντρα.
15922εμποροπανήγυρη[ἐμποροπανήγυρη] ε-μπο-ρο-πα-νή-γυ-ρη ουσ. (θηλ.) (επίσ.) & (λόγ.) εμποροπανήγυρις : υπαίθρια αγορά που λειτουργεί κυρ. με την ευκαιρία θρησκευτικής εορτής και κατ' επέκτ. έκθεση που οργανώνεται από εταιρείες για την παρουσίαση και προώθηση των προϊόντων και υπηρεσιών τους στο αγοραστικό κοινό: εορταστική/ετήσια/παραδοσιακή ~. Πβ. παζάρι, πανηγύρι. Βλ. λαϊκή (αγορά).
15923εμποροπλοίαρχος[ἐμποροπλοίαρχος] ε-μπο-ρο-πλοί-αρ-χος ουσ. (αρσ.): ΝΑΥΤ. πλοίαρχος του Εμπορικού Ναυτικού. [< γαλλ. capitaine marchand ]
15924έμπορος[ἔμπορος] έ-μπο-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -όρου} & (λαϊκό) έμπορας (ο), εμπόρισσα (η) 1. πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με το εμπόριο, αγοράζει προϊόντα από τους παραγωγούς και τα πουλά στους πελάτες με σκοπό το κέρδος: πλανόδιος ~ (= μικροπωλητής, πραματευτής). ~ αυτοκινήτων/κρεάτων (βλ. κρεοπώλης, χασάπης)/ξυλείας/υφασμάτων. Επίσημοι ~οι. Εισαγωγέας, ~ και διανομέας. Βλ. λιαν~, μεγαλ~, χονδρ~.|| (για παράνομο εμπόριο:) ~ ναρκωτικών (= ναρκέμπορος)/όπλων ή ~ του θανάτου. ~οι αρχαιοτήτων (βλ. αρχαιοκάπηλος)/λευκής σαρκός (βλ. μαστροπός, σωματ~)/παιδιών. ΣΥΝ. εμπορευόμενος 2. (μτφ.-μειωτ.) που καπηλεύεται αξία, συναίσθημα, δημόσιο αγαθό: ~ της ελπίδας/των ονείρων/της παιδείας/της υγείας. ● Υποκ.: εμποράκος (ο): Πβ. ψιλικατζής. ΣΥΝ. μικρέμπορος [< 1: αρχ. ἔμπορος ‘επιβάτης πλοίου, εμπορευόμενος χονδρικά, εισαγωγέας (κυρ. από τη θάλασσα)’]
15926εμποροϋπάλληλος[ἐμποροϋπάλληλος] ε-μπο-ρο-ϋ-πάλ-λη-λος ουσ. (αρσ. + θηλ.): υπάλληλος που εργάζεται σε εμπορικό κατάστημα, συνήθ. ως πωλητής: σύλλογος/σωματείο ~ήλων.
15927εμποτίζω[ἐμποτίζω] ε-μπο-τί-ζω ρ. (μτβ.) {εμπότι-σε, εμποτί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, εμποτίζ-οντας, -όμενος, εμποτι-σμένος} (λόγ.) 1. βρέχω κάτι, ώστε να διαποτιστεί όλη του η μάζα: ~στε το βαμβάκι με τονωτική λοσιόν. Πανί ~σμένο με οινόπνευμα. ~σμένη: ξυλεία (με συντηρικό). Πβ. διαβρέχω, εμβαπτίζω, μουσκεύω. 2. (μτφ.) υποβάλλω σε κάποιον αντιλήψεις ή συναισθήματα, ώστε να χαρακτηρίζεται ή να διακατέχεται από αυτά: Έχει ~στεί με φανατισμό. ~στηκε με τις ιδέες του ανθρωπισμού (= διαπνέεται, εμφορείται από). Το έργο του είναι ~σμένο από τη φιλοσοφία της ... (βλ. εμπνευσμένος). ~σμένοι με μίσος. Πβ. διαποτίζω, εμφυσώ. [< γαλλ. imbiber, imprégner]
15928εμποτισμός[ἐμποτισμός] ε-μπο-τι-σμός ουσ. (αρσ.) & εμπότιση (η) 1. (επίσ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εμποτίζω: ~ ξυλείας (με χημικά μέσα συντήρησης). Ενίσχυση της μηχανικής αντοχής με ~ό συνθετικής ρητίνης. Πβ. βρέξιμο, διαπότιση. 2. (μτφ.-λόγ.) υποβολή σε κάποιον ορισμένου τρόπου σκέψης, ιδεών, συναισθημάτων, ώστε να επηρεαστεί βαθιά από αυτά: ~ των νέων στις/με τις διαχρονικές αξίες του ανθρωπιστικού πολιτισμού. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. imbibition, imprégnation]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.