| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 674 | αδειοδότηση | [ἀδειοδότηση] α-δει-ο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. παροχή άδειας από επίσημο φορέα, για να λειτουργήσει ή να διεκπεραιωθεί κάτι: ~ καταστημάτων/κτισμάτων/ραδιοσταθμών/φωτοβολταϊκών (πάρκων). ~ και πιστοποίηση. Διαδικασία/φορέας ~ης. ~ήσεις των ΜΜΕ. Περιβαλλοντικές ~ήσεις. Βλ. -δότηση. [< γαλλ. autorisation] | |
| 675 | αδειοδοτικός | , ή, ό [ἀδειοδοτικός] α-δει-ο-δο-τι-κός επίθ.: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. που αναφέρεται στην αδειοδότηση: ~ή: διαδικασία. ~ό: καθεστώς/πλαίσιο. | |
| 676 | αδειοδοτώ | [ἀδειοδοτῶ] α-δει-ο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {αδειοδοτ-εί, (λόγ.) μτχ. θηλ. -ούσα | αδειοδότ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. (για επίσημο φορέα) δίνω άδεια, επιτρέπω τη λειτουργία: Ο δήμος/η επιτροπή/το συμβούλιο (ελέγχει/επιβλέπει και) ~εί τις κατασκευές/την πραγματοποίηση τεχνικών έργων. ~ούνται έρευνες/εταιρείες. ~ούσα: Αρχή. ~ημένος: πάροχος. ~ημένα: φάρμακα. Βλ. -δοτώ. [< γαλλ. autoriser] | |
| 677 | αδειοδωρόσημο | [ἀδειοδωρόσημο] α-δει-ο-δω-ρό-ση-μο ουσ. (ουδ.): δωρόσημο. | |
| 678 | άδειος | , α, ο [ἄδειος] ά-δειος επίθ. 1. κενός, χωρίς περιεχόμενο: ~ος: θάλαµος/κάδος/κατάλογος (ΑΝΤ. πλήρης)/σάκος. ~α: μπαταρία (= αποφορτισμένη)/φιάλη. ~ο: αρχείο(/CD/DVD: χωρίς εγγραφές)/δοχείο/όπλο (: χωρίς γόμωση, σφαίρες)/πορτοφόλι/ποτήρι/ράφι/ρεζερβουάρ/στομάχι (: για κάποιον νηστικό)/χαρτί (πβ. άγραφο, λευκό)/ψυγείο. Πβ. αδειανός. Βλ. μισο~. ΑΝΤ. γεμάτος (1) 2. (κυρ. για χώρο) που δεν έχει συνήθ. ανθρώπους, εγκαταλελειμμένος, έρημος: ~ος: δρόμος. ~ο: γήπεδο/μαγαζί (από φιλάθλους/κόσμο, κυρ. καθ' υπερβολή). ~α: θρανία. Μίλησε σε ~ο αμφιθέατρο (: χωρίς ακροατήριο). ~ο σπίτι (: ξενοίκιαστο, χωρίς ανθρώπους ή έπιπλα).|| ~α: θέση (ΣΥΝ. ελεύθερη, κενή. ΑΝΤ. κατειλημμένη, πιασμένη). ~ο: δωμάτιο ξενοδοχείου (ΣΥΝ. διαθέσιμο)/τραπέζι εστιατορίου ή μπαρ (ΑΝΤ. ρεζερβέ). 3. (μτφ.) που δεν έχει πνευματικό ή συναισθηματικό περιεχόμενο, πλούτο: ~ος: άνθρωπος (: που δεν έχει ενδιαφέροντα). ~ες: μέρες/ώρες (: χωρίς νόημα, σκοπό, πβ. βαρετές, πληκτικές). ~ο: βλέμμα (= ανέκφραστο, απλανές). ~α: λόγια (= ανούσια, κούφια). Αισθάνομαι/μένω/νιώθω απίστευτα/εντελώς ~ (= κενός). ● ΣΥΜΠΛ.: άδεια ταμεία βλ. ταμείο, άδειο/κούφιο κεφάλι βλ. κεφάλι, η πολιτική της άδειας καρέκλας βλ. καρέκλα, σύνδρομο της άδειας φωλιάς βλ. φωλιά ● ΦΡ.: με άδεια χέρια & (προφ.) με αδειανά χέρια: χωρίς να προσφέρω ή να πετύχω κάτι: Πήγε επίσκεψη/ήρθε στο πάρτι ~ ~ (: χωρίς δώρο).|| Γύρισε/έφυγε ~ ~ (= άπρακτος). ΑΝΤ. με γεμάτα χέρια (1) [< γαλλ. les mains vides] , ρίχνω άδεια (για) να πιάσω γεμάτα: προσπαθώ να αποσπάσω πληροφορίες από κάποιον, προσποιούμενος άγνοια, αδιαφορία ή αναφέροντας άσχετα πράγματα., με άδειες τσέπες βλ. τσέπη [< μεσν. άδειος] | |
| 679 | αδειούχος | [ἀδειοῦχος] α-δει-ού-χος επίθ./ουσ. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.· που έχει 1. άδεια απουσίας από την εργασία του: ~οι: υπάλληλοι.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~οι: νεοσύλλεκτοι/φαντάροι.|| (ως ουσ.) ~ λόγω ασθένειας. (ειρων.) Εξέδραμαν οι ~οι (: για διακοπές). 2. την απαραίτητη άδεια για λειτουργία, εκτέλεση έργου ή άσκηση επαγγέλματος: ~ος: εγκαταστάτης/τεχνίτης. ~ος/α: εταιρεία. ~α: καταλύματα. Πβ. πιστοποιημένος.|| (ως ουσ.) Επίσημος ~. ~ διπλώματος/χρήσης. Βλ. -ούχος1. [< 1: γαλλ. permissionnaire 2: αγγλ. licensee, certified] | |
| 680 | αδέκαρος | , η, ο [ἀδέκαρος] α-δέ-κα-ρος επίθ. (οικ.): απένταρος, άφραγκος. | |
| 681 | αδέκαστος | , η, ο [ἀδέκαστος] α-δέ-κα-στος επίθ. (λόγ.): που δεν δωροδοκείται, δεν εξαγοράζεται και κατ' επέκτ. αντικειμενικός, αμερόληπτος: ~ος: διαιτητής/δικαστής/κριτής (= αδιάφθορος). ~η: δικαιοσύνη/ιστορία/κρίση. ~ο: δικαστήριο.|| (ως ουσ.) (επίσ.) Το ~ο (: ακέραιο, άμεμπτο) του χαρακτήρα. ● επίρρ.: αδέκαστα [< αρχ. ἀδέκαστος] | |
| 682 | αδελφάτο | [ἀδελφᾶτο] α-δελ-φά-το ουσ. (ουδ.) & αδερφάτο (παλαιότ.) 1. αδελφότητα: (με αρνητ. συνυποδ.) Επιτέθηκε στο ~ των διαφημιστών/των καναλιών. Βλ. συντεχνία.|| (αργκό-ειρων. αδερφάτο, οι ομοφυλόφιλοι). 2. διοικητικό συμβούλιο φιλανθρωπικού ιδρύματος ή ναού: το ~ του γηροκομείου. Βλ. -άτο. [< μεσν. αδελφάτον] | |
| 683 | αδελφή | [ἀδελφή] α-δελ-φή ουσ. (θηλ.) {-ές (λαϊκό-σπάν.) -άδες} & (προφ.) αδερφή 1. πρόσωπο θηλυκού γένους με το οποίο έχει κάποιος κοινό τον έναν ή και τους δύο γονείς: δίδυμη/ετεροθαλής/η μεγάλη/η μικρή ~. Αγαπημένες/σιαμαίες ~ές. Μου στάθηκε σαν ~.|| Θετή ~. 2. (κατ' επέκτ.) πρόσωπο ή σύνολο ατόμων θηλυκού γένους με το οποίο κάποιος έχει στενούς δεσμούς: Είναι φίλη και ~ μας.|| (για πρόσ. που ανήκει στην ίδια θρησκευτική κοινότητα:) Εσωκλείω τη συνεισφορά από μια ~ μας. 3. (συχνά ως προσφών.) καλόγρια, μοναχή: οι ~ές της Μονής. 4. (συνήθ. ως προσφών.) νοσοκόμα, νοσηλεύτρια: αποκλειστική/εθελόντρια/επισκέπτρια/προϊσταμένη ~.|| (ως επίθ.) Σχολή ~ών Νοσοκόμων. 5. (μειωτ., συνήθ. στον τ. αδερφή) ομοφυλόφιλος άνδρας ή άνδρας με θηλυπρεπή εμφάνιση ή/και συμπεριφορά: κραγμένη/ξεφωνημένη ~. Πβ. γυναικωτός, κρυφ~, τοιούτος. ΣΥΝ. γκέι (1) ● Υποκ.: αδελφούλα & αδερφούλα (η): στις σημ. 1, 5. ● Μεγεθ.: αδερφάρα & αδελφάρα (η): στη σημ. 5. ● ΣΥΜΠΛ.: αδελφή του ελέους βλ. έλεος, πνευματικός/ή αδελφός/ή βλ. αδελφός ● ΦΡ.: αδερφάκι (μου)! βλ. αδέλφι [< 1,5: αρχ. ἀδελφή 2,3: μεσν. αδερφή 4: αγγλ. sister, γερμ. (Kranken)schwester] | |
| 684 | αδέλφι | [ἀδέλφι] α-δέλ-φι ουσ. (ουδ.) {αδέλφ-ια, -ιών, συνήθ. στον πληθ.} & αδέρφι 1. αδελφός (χωρίς να δηλώνεται το φύλο): Διατηρεί στενές σχέσεις με όλα τα ~ια της.|| (προφ.-οικ. στον εν.) Ήρθε τ' ~ σου;|| Mοιάζουν σαν ~ια (: σε μεγάλο βαθμό). 2. {συνήθ. στον πληθ.} (κατ' επέκτ.) πρόσωπο με το οποίο κάποιος έχει ισχυρούς δεσμούς, κυρ. φυλετικούς ή θρησκευτικούς: Έχεις κοντά σου φίλους πραγματικούς, ~ια που θα σε στηρίξουν. ● Υποκ.: αδερφάκι & αδελφάκι (το): στη σημ. 1: Η μικρή απέκτησε πρόσφατα καινούργιο ~.|| (μτφ. για πράγματα όμοια ή ομόλογα:) Σε λίγους μήνες θα κυκλοφορήσει το ~ του παλιού μοντέλου αυτοκινήτου. ● ΦΡ.: αδερφάκι (μου)! & αδερφούλα (μου)! (σε επιφων. χρήση): προσφώνηση οικείου συνήθ. προσώπου, για να δοθεί έμφαση στα λεγόμενα: Μια κουβέντα είπαμε, ρε ~ ~, μην κάνεις έτσι! Αμάν μωρέ ~ ~, μας ζάλισες! Αυτές είναι διακοπές, ~ ~! [< μεσν. αδέρφιν] | |
| 685 | αδελφικός | , ή, ό [ἀδελφικός] α-δελ-φι-κός επίθ. & αδερφικός: που χαρακτηρίζει αδελφό ή αδελφή και κατ' επέκτ. ισχυρό δεσμό ανάλογο αυτού των αδελφών: ~ή: αγάπη/σχέση.|| ~ός: ασπασμός/φίλος (ΣΥΝ. επιστήθιος, καρδιακός, στενός). ~ή: αλληλεγγύη/αφοσίωση. ~ό: φιλί (: χωρίς ερωτική διάθεση). ~ά: αισθήματα/λόγια (= εγκάρδια, φιλικά). (Επ)έδειξε ~ό ενδιαφέρον και μου συμπαραστάθηκε στις δύσκολες στιγμές.|| (για ομοεθνείς) ~ός: σπαραγμός. ~ό: αίμα. ~οί: δεσμοί. ~ά: μίση. ● επίρρ.: αδελφικά & αδερφικά: Με συμβούλεψε ~. Ζουν/συνυπάρχουν ~ (ΑΝΤ. εχθρικά). Την έβλεπε πάντα ~ (= φιλικά). [< αρχ. ἀδελφικός] | |
| 686 | αδελφικότητα | [ἀδελφικότητα] α-δελ-φι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) & αδερφικότητα: αδελφοσύνη. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. fraternité] | |
| 687 | αδελφίστικος | , η, ο βλ. αδερφίστικος | |
| 688 | αδελφο- | & αδερφο- 1. το ουσιαστικό αδελφός ως α' συνθετικό λέξεων: αδελφο-σκοτωμός/~ποίηση. ~κτόνος. 2. σε παρατακτικά σύνθετα ονόματα: ~ξάδερφα. | |
| 689 | αδελφοκτονία | [ἀδελφοκτονία] α-δελ-φο-κτο-νί-α ουσ. (θηλ.) & αδερφοκτονία (επίσ.): φόνος αδελφού ή αδελφής και κατ' επέκτ. εμφύλιος πόλεμος: ~ για κτηματικές διαφορές. Πβ. αδελφοσκοτωμός. Βλ. -κτονία. [< μτγν. ἀδελφοκτονία] | |
| 690 | αδελφοκτόνος | , ος/α, ο [ἀδελφοκτόνος] α-δελ-φο-κτό-νος επίθ. & αδερφοκτόνος (λόγ.): που σχετίζεται με φόνο μεταξύ αδελφιών και κατ' επέκτ. ομοεθνών, ομόθρησκων, συνανθρώπων: ο ~ Κάιν.|| ~ος: διχασμός/πόλεμος. ~ος/α: αιματοχυσία. ~ες: συγκρούσεις. ~α: πάθη. Εμφύλιο μίσος και ~ σπαραγμός. ● Ουσ.: αδελφοκτόνος (ο/η): πρόσωπο που σκότωσε τον αδελφό ή την αδελφή του. Βλ. -κτόνος. [< αρχ. ἀδελφοκτόνος] | |
| 691 | αδελφοποίηση | [ἀδελφοποίηση] α-δελ-φο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. επίσημη πράξη σύνδεσης φορέων και οργανισμών με σκοπό την αμοιβαία συνεργασία και το αντίστοιχο αποτέλεσμα: ~ μουσείων/πανεπιστημίων/πόλεων. (Ηλεκτρονική) ~ σχολείων. ΣΥΝ. διδυμοποίηση 2. (παλαιότ.) το έθιμο της σύστασης αδελφικού δεσμού ανάμεσα σε μη συγγενικά πρόσωπα, συνήθ. μετά από ιεροτελεστία ή θρησκευτική λειτουργία: Η ~ γινόταν με ανάμειξη αίματος ή ανταλλαγή όρκων αφοσίωσης. Βλ. -ποίηση. [< 1: γαλλ. jumelage, περ. 1950, αγγλ. twinning, 1956 2: μτγν. ἀδελφοποίησις] | |
| 692 | αδελφοποιούμαι | [ἀδελφοποιοῦμαι] α-δελ-φο-ποι-ού-μαι ρ. {αδελφοποι-είται ...| -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: συνδέομαι με αδελφοποίηση: ~ημένοι: δήμοι. ~ημένες: πόλεις (= αδελφές πόλεις). ~ημένα: σχολεία. [< μτγν. ἀδελφοποιῶ, γαλλ. jumeler] | |
| 693 | αδελφοποιτός | [ἀδελφοποιτός] α-δελ-φο-ποι-τός ουσ. (αρσ.) & αδερφοποιτός (παλαιότ.): πρόσωπο που συνδέεται με άλλο με την εθιμική τελετή της αδελφοποίησης και κατ' επέκτ. αδελφικός φίλος: Έδωσαν όρκο μπροστά στο Ευαγγέλιο και γίνανε ~οί. Πβ. βλάμης, μπράτιμος. [< μεσν. αδελφοποιτός, αδελφοποιητός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ