Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [16780-16800]

IDΛήμμαΕρμηνεία
15929εμπράγματος, η/ος, ο [ἐμπράγματος] ε-μπράγ-μα-τος επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με τα πράγματα και τη νομική τους υπόσταση: ~η/ος: ασφάλεια/δικαιοπραξία/σύμβαση. ~ο: βάρος. ~ες: εγγυήσεις/εξασφαλίσεις. ~α πάγια περιουσιακά στοιχεία. Βλ. εγχρήματος.|| (κατ' επέκτ.) ~η: γνώση. ~ο: ενδιαφέρον. ● ΣΥΜΠΛ.: Εμπράγματο Δίκαιο: ΝΟΜ. το σύνολο των κανόνων του Ιδιωτικού Δικαίου που διέπουν τις έννομες σχέσεις των προσώπων με τα πράγματα. [< γερμ. Dingliches Recht] , εμπράγματο δικαίωμα: ΝΟΜ. που παρέχει στον δικαιούχο άμεση και απόλυτη εξουσία σε πράγμα. Βλ. ενοχικό δικαίωμα. [< γαλλ. réel, γερμ. Real-, Sachen-]
15930έμπρακτος, η/ος, ο [ἔμπρακτος] έ-μπρα-κτος επίθ. (λόγ.): που εκδηλώνεται με πράξεις: ~η: απόδειξη/βοήθεια/διαμαρτυρία/επιβεβαίωση/εφαρμογή/στήριξη/συμπαράσταση. ~ο: ενδιαφέρον. Απέδειξε με ~ο τρόπο την αγάπη του. Πβ. απτός, χειροπιαστός. ΑΝΤ. θεωρητικός (2) ● επίρρ.: έμπρακτα & (λόγ.) εμπράκτως ● ΣΥΜΠΛ.: έμπρακτη μετάνοια 1. ΝΟΜ. η εκ μέρους του δράστη αποκατάσταση της ζημίας στα έννομα αγαθά που προσέβαλε με τις ενέργειές του, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις εξαλείφει το αξιόποινο της πράξης. 2. ΕΚΚΛΗΣ. μεταμέλεια που εκφράζεται με έργα. [< αρχ. ἔμπρακτος ‘πραγματοποιήσιμος, δραστήριος, κατάλληλος’, γερμ. tatsächlich]
15931εμπρεσιονισμόςβλ. ιμπρεσιονισμός
15932εμπρησμός[ἐμπρησμός] ε-μπρη-σμός ουσ. (αρσ.): σκόπιμη ή από αμέλεια πρόκληση πυρκαγιάς, που θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές και αγαθά: οργανωμένος ~. ~ αυτοκινήτου/δάσους/τράπεζας. Δράστης (= εμπρηστής)/ύποπτος ~ού. Μπαράζ ~ών με γκαζάκια. Η φωτιά αποδόθηκε σε/προκλήθηκε από ~ό. Πβ. πυρπόληση. [< μτγν. ἐμπρησμός ‘ανάφλεξη, πυρκαγιά’]
15933εμπρηστής[ἐμπρηστής] ε-μπρη-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. εμπρήστρια}: πρόσωπο που προκαλεί εμπρησμό: έργο ~ών η πυρκαγιά στο ... Βλ. πυρομανής.|| (μτφ.) ~ές της δημοκρατίας. [< μτγν. ἐμπρηστής]
15934εμπρηστικός, ή, ό [ἐμπρηστικός] ε-μπρη-στι-κός επίθ. (λόγ.) 1. που προκαλεί εμπρησμό: ~ός: μηχανισμός. ~ή: βόμβα (βλ. ναπάλμ)/ενέργεια. ~ό: υλικό. Βλ. εκρηκτικός, πυροδοτικός. 2. (μτφ.) που προξενεί ένταση, αντιδράσεις: ~ός: λόγος (πβ. πύρινος). ~ή: ανακοίνωση/συμπεριφορά. ~ό: κλίμα/ύφος. ~ές: δηλώσεις. ~ά: δημοσιεύματα.|| (για πρόσ.) ~ και εριστικός. [< γαλλ. incendiaire]
15935εμπριμέ[ἐμπριμέ] ε-μπρι-μέ επίθ. {άκλ.} (για ρούχα και υφάσματα): με πολύχρωμα διακοσμητικά μοτίβα: ~ φόρεμα. Σεντόνια ~.|| (ως ουσ.) Φόρεσε τα ~ της. Πβ. φλοράλ. Βλ. τυποβαφή. ΑΝΤ. μονόχρωμος [< γαλλ. imprimé]
15936εμπρόθεσμος, η/ος, ο [ἐμπρόθεσμος] ε-μπρό-θε-σμος επίθ. (επίσ.): που γίνεται μέσα στα όρια καθορισμένης προθεσμίας: ~η: άσκηση έφεσης/δήλωση/πληρωμή/υποβολή.|| (προφ., για πρόσ.) Είμαστε τυπικοί και ~οι (στις υποχρεώσεις μας). Πβ. έγκαιρος.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο της αίτησης. ΑΝΤ. εκπρόθεσμος, ληξιπρόθεσμος ● επίρρ.: εμπρόθεσμα & (λόγ.) εμπροθέσμως [< μτγν. ἐμπρόθεσμος]
15937εμπρόθετος[ἐμπρόθετος] ε-μπρό-θε-τος επίθ. 1. ΓΡΑΜΜ. που εκφέρεται με πρόθεση: ~ος: προσδιορισμός (πβ. προθετικό σύνολο). ~ο: αντικείμενο (πχ. Έγραψε γράμμα στη μητέρα του). ΑΝΤ. απρόθετος (1) 2. (επιστ.) που γίνεται με πρόθεση, σκόπιμα: ~η: δράση/πρόκληση (ζημίας)/συμπεριφορά. Πβ. εσκεμμένος. ● επίρρ.: εμπρόθετα & (λόγ.) εμπροθέτως [< 2: μεσν. εμπρόθετος]
15938εμπρός[ἐμπρός] ε-μπρός επίρρ. & (προφ.) μπρος 1. & (λαϊκό) ομπρός: μπροστά: (με τοπική σημασία:) Κάνε ένα βήμα ~.|| (+ πρόθ.) Είσοδος από ~.|| (ως πρόθ., συνήθ. + από/σε) Συνάντηση ~ από τον σταθμό. Στάθηκε ~ στην πόρτα. Εμφανίστηκε ξαφνικά ~ μου. (ενώπιον, παρουσία:) Δήλωσε ~ στις τηλεοπτικές κάμερες ότι ...|| (ως επίθ.) Οι ~ (= μπροστινοί) τροχοί ενός αυτοκινήτου. ΑΝΤ. πίσω (1) 2. (ως επιφών.) ως έντονη προτροπή ή προσταγή: ~ για τη νίκη! ~ στον αγώνα για ... ~ σηκωθείτε! Πβ. γιούρια. 3. (σε επιφωνηματική χρ.) ως απάντηση στο χτύπημα του τηλεφώνου ή της πόρτας: ~, παρακαλώ/ποιος είναι/ποιον θέλετε! ● ΦΡ.: από μπρος κι από πίσω: από όλες τις μεριές, τις κατευθύνσεις., μπρος πίσω 1. προς τα εμπρός και προς τα πίσω: Περπατούσε κουνώντας τα χέρια της ~ ~. 2. στο μπροστινό και στο πίσω μέρος: εκτύπωση σελίδας ~ ~ (πβ. διπλής όψης/όψεως). Αυτοκίνητο με ηλεκτρικά παράθυρα ~ ~. 3. (με χρον. σημασία) στο μέλλον, στο παρόν και στο παρελθόν: (ως ουσ.) Η συγγραφέας διαπλέκει τρεις ιστορίες με συνεχή ~ ~ στον χρόνο. Πβ. αναδρομές. 4. ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) παράβαση κατά την οποία ένας παίκτης φέρνει την μπάλα στο μπροστινό μέρος του γηπέδου και στη συνέχεια την επιστρέφει σε συμπαίκτη του που βρίσκεται στο πίσω μέρος ή γυρίζει ο ίδιος σε αυτό, κρατώντας τη: Ο διαιτητής έδωσε ~ ~., παίρνει μπρος/μπροστά 1. (για μηχανές) τίθεται σε λειτουργία: Το αυτοκίνητο δεν έπαιρνε ~ (με τίποτα). 2. (μτφ., για πρόσ.) αρχίζει να αποδίδει: Η ομάδα πήρε ~ στο δεύτερο ημίχρονο. 3. (μτφ., για πρόσ.) καταλαβαίνει, μπαίνει στο νόημα: Πρέπει να του το πω πολλές φορές για να πάρει ~., προς τα (ε)μπρός 1. προς την κατεύθυνση που κινείται ή κοιτάζει κάποιος: βήμα ~ ~. Γέρνω/σκύβω ~ ~. 2. με χρονική σημασία: Ο χρόνος κυλάει ~ ~. 3. (μτφ.) για πρόοδο, εξέλιξη: Είναι καιρός να πάμε ~ ~ (: να προχωρήσουμε, να προοδεύσουμε)., από εδώ και πέρα/και στο εξής/και μπρος βλ. εδώ, βάζω μπροστά/μπρος βλ. μπροστά, ένα βήμα μπρος/μπροστά και δυο (βήματα) πίσω βλ. βήμα, μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα βλ. γκρεμός, μπρος στα κάλλη τι είν'/'ν' ο πόνος βλ. κάλλος, μπροστά/μπρος/μες στα μάτια μου βλ. μάτι, πίσω μπρος βλ. πίσω [< μεσν. εμπρός]
15939έμπροσθεν[ἔμπροσθεν] έ-μπρο-σθεν επίρρ. (+ γεν., λόγ.): μπροστά από: Πωλείται οικόπεδο εντός σχεδίου, ~ πλατείας.|| (ως επίθ.) Η ~ πλευρά (= εμπρόσθια). Βλ. -θεν. ΑΝΤ. όπισθεν [< αρχ. ἔμπροσθεν]
15940εμπρόσθιος, α, ο [ἐμπρόσθιος] ε-μπρό-σθι-ος επίθ. (λόγ.): μπροστινός. ΣΥΝ. πρόσθιος ΑΝΤ. οπίσθιος [< αρχ. ἐμπρόσθιος]
15941εμπροσθο- & εμπροσθό-(λόγ.): λεξικό πρόθημα ουσιαστικών και επιθέτων που δηλώνει ότι κάτι βρίσκεται μπροστά: εμπροσθο-γεμής/~φυλακή (ΑΝΤ. οπισθο-). Εμπροσθό-τυπος.
15942εμπροσθοβαρής, ής, ές [ἐμπροσθοβαρής] ε-μπρο-σθο-βα-ρής επίθ. (λόγ.): που δίνει βαρύτητα στην πρόοδο και το μέλλον: ~ής: σχεδιασμός (προγράμματος). ~ής: πολιτική/στρατηγική. ~ές: πρόγραμμα (αποκρατικοποιήσεων). ~ή: μέτρα. ~είς κινήσεις αναπτυξιακής προοπτικής. Βλ. μακροπρόθεσμος.
15943εμπροσθογεμής, ής, ές [ἐμπροσθογεμής] ε-μπρο-σθο-γε-μής επίθ. {εμπροσθογεμ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (παλαιότ.): ΣΤΡΑΤ. (για πυροβόλο όπλο) που γεμίζει από το στόμιο της κάννης. ΑΝΤ. οπισθογεμής [< γερμ. Vorderlader]
15944εμπροσθοκίνητος, η, ο βλ. μπροστοκίνητος
15945εμπροσθότυπος[ἐμπροσθότυπος] ε-μπρο-σθό-τυ-πος ουσ. (αρσ.) (επίσ.): η κύρια όψη νομίσματος που φέρει ανάγλυφη απεικόνιση. Βλ. κορόνα (ή) γράμματα. ΑΝΤ. οπισθότυπος
15946εμπροσθοφυλακή[ἐμπροσθοφυλακή] ε-μπρο-σθο-φυ-λα-κή ουσ. (θηλ.) (περιληπτ.) 1. ΣΤΡΑΤ. (κυρ. παλαιότ.) προπορευόμενο τμήμα στρατιωτικής φάλαγγας, που έχει ως αποστολή να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη προέλασή της: η ~ των δυνάμεων εισβολής. Βλ. -φυλακή. ΣΥΝ. προφυλακή ΑΝΤ. οπισθοφυλακή (1) 2. (μτφ.) πρωτοπόροι, πρωτοστάτες: η ~ του κινήματος. ~ στην προσπάθεια για ... Απετέλεσαν την ~ του κόμματος/της κοινωνικής ευαισθησίας. Βρίσκονται στην ~ (= πρώτη γραμμή) για την προστασία του περιβάλλοντος. Με ~ τη νεολαία, κατάφεραν να ... Πβ. μπροστάρης. ΣΥΝ. αβάν-γκαρντ, πρωτοπορία (1) [< γαλλ. avant-garde]
42827εμπροσθοφυλακή

προ-πο-ρεί-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ρύθμιση του μηχανισμού ανάφλεξης στους κυλίνδρους της μηχανής σύμφωνα με τη φάση της παλινδρομικής κίνησης των αξόνων. Πβ. αβάνς. [< μτγν. προπορεία 'εμπροσθοφυλακή', γαλλ. avance]

15947εμπύημα[ἐμπύημα] ε-μπύ-η-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. παρουσία, συγκέντρωση πύου σε περιοχή του σώματος: πλευριτικό/υποσκληρίδιο ~. ~ χοληδόχου κύστεως. Πβ. απόστημα. [< αρχ. ἐμπύημα, γαλλ. empyème, αγγλ. empyema]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.