Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [16800-16820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
15948έμπυο[ἔμπυο] έ-μπυ-ο ουσ. (ουδ.) {χωρ. πληθ.} (λόγ.): ΙΑΤΡ. πύο(ν). [< μεσν. έμπυο]
15949εμπύρετος, η/ος, ο [ἐμπύρετος] ε-μπύ-ρε-τος επίθ.: ΙΑΤΡ. (για ασθενή) που έχει πυρετό ή (για νόσημα) που εκδηλώνεται με πυρετό: Είναι ~ (πβ. ζεστός).|| ~η: ίωση. Σε ~η κατάσταση.|| (ως ουσ.) Παρουσίασε οξύ/παρατεινόμενο ~ο. ΑΝΤ. απύρετος [< μτγν. εμπύρετος]
15950εμπύρευμα[ἐμπύρευμα] ε-μπύ-ρευ-μα ουσ. (ουδ.) (επίσ.): κάθε υλικό που λειτουργεί ως μέσο ανάφλεξης, πυροδότησης. Πβ. καψούλι, πυροκροτητής, φιτίλι. ΣΥΝ. έναυσμα (2) [< αρχ. ἐμπύρευμα]
15951εμπύρηνος, η, ο [ἐμπύρηνος] ε-μπύ-ρη-νος επίθ. {συνήθ. στο ουδ.} (επιστ.): (για κύτταρο) που έχει πυρήνα ή (για καρπό) με κουκούτσι: (ΒΙΟΛ.) ~α: ερυθρά (αιμοσφαίρια). ΑΝΤ. απύρηνος [< αγγλ. nucleated]
15952ΕΜΡ(το): Εθνικό Μητρώο Ραδιοσυχνοτήτων.
15953ΕΜΣ(η): Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών.
15954ΕΜΣΕ(η) 1. Ένωση Μουσικοσυνθετών Στιχουργών Ελλάδος. 2. Επιτροπή Μεταπτυχιακών Σπουδών και Έρευνας.
15955ΕΜΣΤ(το): Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης.
15956ΕΜΥ(η): Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία.
15957εμφαίνει[ἐμφαίνει] εμ-φαί-νει ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): φανερώνει: Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα ~ (= δείχνει, δηλώνει) ένδεια ιδεών. Βάσει των πρακτικών ~εται (= είναι φανερό, προκύπτει) ότι ... [< αρχ. ἐμφαίνω]
15958εμφανής, ής, ές [ἐμφανής] εμ-φα-νής επίθ. {εμφανέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): φανερός: ~ής: ένδειξη/ομοιότητα. ~είς: διαφορές. ~ή: πλεονεκτήματα/σημεία (προόδου). Ήταν ~ η έλλειψη διάθεσης/ο προβληματισμός. Χωρίς (κανέναν/κάποιον) ~ή (= προφανή) λόγο. Καθίσταται ολοένα και πιο ~ … Έγινε/είναι ~ές ότι ... Πβ. ολοφάνερος. Βλ. -φανής. ΣΥΝ. ορατός ΑΝΤ. αφανής (1) ● επίρρ.: εμφανώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: εμφανής εταίρος: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. του οποίου το όνομα εμφανίζεται στην επωνυμία επιχείρησης και συμμετέχει στη διοίκησή της. ΑΝΤ. αφανής εταίρος, εμφανές μπετόν βλ. μπετόν [< αρχ. ἐμφανής]
15959εμφανίζω[ἐμφανίζω] εμ-φα-νί-ζω ρ. (μτβ.) {εμφάνι-σα, εμφανί-στηκε (λόγ.) -σθηκε (λόγ. ενεφανίσθ-η, -ησαν), εμφανίζ-οντας, -όμενος, εμφανι-σμένος} 1. κάνω κάτι ορατό ή/και αντιληπτό· παρουσιάζω συγκεκριμένο χαρακτηριστικό ή σύμπτωμα: (σε υπολογιστή:) Για να ~σουμε όλα τα στοιχεία της στήλης, πατάμε ... Δημοσκόπηση ~ει την πλειοψηφία να διαφωνεί με ... Πβ. δείχνω.|| Το νέο προϊόν ~ει μεγάλη ζήτηση. Τα χρηματιστήρια ~ουν πτώση. Επιχειρήσεις που ~σαν ζημίες/κέρδη. Η συσκευή έχει ~σει πρόβλημα. Οι πωλήσεις ανήλθαν στα ... ευρώ, ~οντας κάμψη 5%.|| ~σε εξανθήματα/πόνο στην κοιλιακή χώρα/πυρετό (= εκδήλωσε). ~στηκαν κρούσματα ψώρας. 2. (+ ως) προβάλλω κάποιον ή κάτι με ορισμένη ιδιότητα ή τρόπο: Τον ~σε ως ήρωα. ~εται ως ο διάδοχος του … Ιδεολογία/κόμμα που ~στηκε ως κίνημα διαμαρτυρίας. 3. ΦΩΤΟΓΡ. επεξεργάζομαι φιλμ και κατ' επέκτ. εκτυπώνω τις φωτογραφίες· το δίνω για εμφάνιση. ● Παθ.: εμφανίζομαι ΣΥΝ. παρουσιάζομαι 1. {συνήθ. στο γ' πρόσ.} γίνομαι φανερός ή αντιληπτός, φαίνομαι, φανερώνομαι: ~στηκαν γκρίζα σύννεφα στον ουρανό.|| Παράθυρο που ~εται στην οθόνη του υπολογιστή. ~όμενα: ονόματα.|| ~στηκε καθησυχαστικός στις δηλώσεις του. Κίνδυνοι που ενδέχεται να ~στούν (= προκύψουν) κατά την εκτέλεση του έργου. Έχουν ~στεί φαινόμενα διαφθοράς (= καταγραφεί, σημειωθεί).|| (ειδικότ., για πρώτη φορά:) Ο άνθρωπος (πρωτο)~στηκε στη Γη πριν από ... χρόνια. Πότε ~στηκε στα γράμματα/στο θέατρο/στο τραγούδι (= πρωτοβγήκε); ~ονται νέοι δημιουργοί (= αναδεικνύονται, ξεπροβάλλουν, ξεφυτρώνουν).|| ~ονται άρθρα για ... (= δημοσιεύονται, κυκλοφορούν). 2. έρχομαι κάπου, συμμετέχω: Δεν ~στηκε στη συνέντευξη Τύπου (= δεν προσήλθε, δεν έδωσε το παρών). ~στηκαν από το πουθενά! (απειλητ.) Μην τολμήσεις και ~στείς (= φανείς) ξανά μπροστά μου! ΑΝΤ. εξαφανίζομαι.|| (κυρ. για τραγουδιστές, ηθοποιούς) Σε ποια εκπομπή/ποιο κέντρο ~εται; ~ονται από κοινού. ● ΦΡ.: βγαίνει/βρίσκεται/εμφανίζεται/έρχεται στο προσκήνιο βλ. προσκήνιο [< αρχ. ἐμφανίζω, γαλλ. apparaître 3: γαλλ. développer]
15960εμφάνιση[ἐμφάνιση] εμ-φά-νι-ση ουσ. (θηλ.) 1. παρουσίαση, φανέρωση και ο τρόπος με τον οποίο αυτή γίνεται: ~ δυσκολιών/εμποδίων/ενδείξεων/προβλήματος/συμπτωμάτων. ~ νέων ιδεών/τάσεων στη μόδα/στην τέχνη (πβ. φανέρωμα). (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αποτελεσμάτων αναζήτησης/εικόνων/μενού/παραθύρου/προφίλ (πβ. ανάδυση). (για πρόσ.) ~ σε αγώνα/δικαστήριο/σκηνή. Υποχρεωτική ~ σε αστυνομικό τμήμα (πβ. παρουσία, προσέλευση). Αιφνίδια/αρχική/πρώιμη ~ νόσου (πβ. εκδήλωση). Συχνότητα ~ης διαταραχών (της διάθεσης). Αναμένεται ~ ακραίων καιρικών φαινομένων. ~ του κινήματος των ... (πβ. γέννηση, δημιουργία). (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ της Παναγίας (βλ. επιφάνεια).|| Απρόσμενη/αρχηγική/επίσημη/πολιτική/σύντομη/τηλεοπτική ~. Από κοινού ~ (= κοινή ~). Πραγματοποίησε την πρώτη του δημόσια ~ ως συνθέτης. Η ομάδα έκανε αξιοπρεπή/εντυπωσιακή/μεγάλη/σαρωτική ~ (βλ. απόδοση). ~-έκπληξη. Βλ. συν~.|| (στον πληθ., το αποτέλεσμα της αντίστοιχης ενέργειας:) ~ίσεις αγγελιών/άρθρων (: καταχωρήσεις/δημοσιεύσεις). Ο παίκτης με τις περισσότερες ~ίσεις (: συμμετοχές) στο πρωτάθλημα. Επιλεγμένες/ζωντανές ~ίσεις (καλλιτέχνη, βλ. συναυλία). Βλ. εξαφάνιση. 2. συνολική, κυρ. εξωτερική, εικόνα, παρουσιαστικό ή ντύσιμο: ατημέλητη/βραδινή (βλ. ενδυμασία)/γοητευτική/εκκεντρική/επίσημη/κομψή/περίεργη/περιποιημένη/προκλητική/προσεγμένη/σικάτη ~. Δίνει μεγάλη/μικρή σημασία στην ~. Προσέχει την ~ή της (πβ. σιλουέτα). Έχει εκθαμβωτική/ελκυστική/λαμπερή/συμπαθητική/ύποπτη ~. Μην κρίνεις τους άλλους από την ~. Μέικ απ που δίνει/χαρίζει φυσική ~.|| Αθλητικές ~ίσεις (μπάσκετ/ποδοσφαίρου, πβ. περιβολή, βλ. φανέλα). 3. ΦΩΤΟΓΡ. επεξεργασία φωτογραφικού υλικού και κατ' επέκτ. η εκτύπωσή του: εργαστήριο/υγρά/χημικά ~ης. Δίνω φιλμ/φωτογραφίες για ~. ~ σε απλό/γυαλιστερό/ματ χαρτί. ● ΦΡ.: επί τη εμφανίσει (επίσ.) & (σπάν.) με την εμφάνιση: με την επίδειξη, με την προσκόμιση: επιταγή πληρωτέα ~ ~., κάνει εμφάνιση (προφ.): εμφανίζεται δημόσια με σκοπό να προκαλέσει το ενδιαφέρον: Καθυστέρησε να έρθει, για να ~ ~ (: εντύπωση). Πβ. κάνω εφέ., κάνει την εμφάνισή του: εμφανίζεται: Έκανε ~ στην πλατεία. Ολοένα και περισσότερα προϊόντα ~ουν ~ τους (: κυκλοφορούν) στην αγορά. [< αρχ. ἐμφάνισις ‘παρουσίαση, έκθεση’, γαλλ. apparition 3: γαλλ. développement]
15961εμφανισιακός, ή, ό [ἐμφανισιακός] εμ-φα-νι-σι-α-κός επίθ.: που αναφέρεται στην εμφάνιση: ~ή: αλλαγή/ομοιότητα. ~ό: πρόβλημα. Από λειτουργικής και ~ής άποψης. ● επίρρ.: εμφανισιακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~ άσχημος/ωραίος.
15962εμφανίσιμος, η, ο [ἐμφανίσιμος] εμ-φα-νί-σι-μος επίθ.: που έχει ωραία εμφάνιση: ~ος: νέος. ~η: κοπέλα. Πβ. όμορφος, χαριτωμένος.|| (σπανιότ. για γλυκό ή φαγητό) ~ο: κέικ/πιάτο. ΣΥΝ. ευπαρουσίαστος
15963εμφανιστήριο[ἐμφανιστήριο] εμ-φα-νι-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΦΩΤΟΓΡ. κατάλληλα διαμορφωμένος χώρος ή συσκευή για την εμφάνιση φωτογραφικών ή κυρ. ακτινολογικών φιλμ. Πβ. σκοτεινός θάλαμος. Βλ. -τήριο.
15964εμφανιστής[ἐμφανιστής] εμ-φα-νι-στής ουσ. (αρσ.) : ΦΩΤΟΓΡ. χημικό διάλυμα που χρησιμοποιείται κατά τη διαδικασία εμφάνισης του φιλμ. Βλ. εμουλσιόν. [< μτγν. ἐμφανιστής ‘πληροφοριοδότης’, γαλλ. développateur]
15965εμφαντικός, ή, ό [ἐμφαντικός] εμ-φα-ντι-κός επίθ. (λόγ.) 1. δηλωτικός, έκδηλος: ~ή: νίκη. Πβ. ενδεικτικός. 2. (εσφαλμ.) εμφατικός. ● επίρρ.: εμφαντικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. ἐμφαντικός]
15967εμφατικός, ή, ό [ἐμφατικός] εμ-φα-τι-κός επίθ.: που λέγεται ή γίνεται με έμφαση: ~ή: άρνηση. ~ό: ναι. Με τον πιο ~ό τρόπο.|| ~ός: πληθυντικός (π.χ. στο πλαίσιο/στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων, ο ασκός/οι ασκοί του Αιόλου). Χρήση της υπερβολής για ~ούς λόγους. Πβ. επιτατικός. ● επίρρ.: εμφατικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. ἐμφατικός, γαλλ. emphatique, αγγλ. emphatic]
15968εμφιαλωμένος, η, ο [ἐμφιαλωμένος] εμ-φι-α-λω-μέ-νος επίθ.: σε φιάλη: ~ο: γάλα/κρασί (ΑΝΤ. βαρελίσιο, χύμα)/νερό (ΑΝΤ. της βρύσης). ~α: ποτά. [< γαλλ. embouteillé, en bouteille]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.