| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 15969 | εμφιαλώνω | [ἐμφιαλώνω] εμ-φι-α-λώ-νω ρ. (μτβ.) {εμφιάλω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος}: συσκευάζω υγρό ή αέριο σε φιάλη (και τη σφραγίζω): Παράγει και ~ει κρασί/λάδι. [< γαλλ. embouteiller] | |
| 15970 | εμφιάλωση | [ἐμφιάλωση] εμ-φι-ά-λω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εμφιαλώνω: ~ αναψυκτικών/υγραερίου. Παραγωγή, ~ και διανομή. [< γαλλ. embouteillage] | |
| 15971 | εμφιαλωτήριο | [ἐμφιαλωτήριο] εμ-φι-α-λω-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): εργοστάσιο, εγκαταστάσεις εμφιάλωσης. Βλ. -τήριο. | |
| 15972 | εμφιλοχωρεί | [ἐμφιλοχωρεῖ] εμ-φι-λο-χω-ρεί ρ. (αμτβ.) {εμφιλοχώρ-ησε} (απαιτ. λεξιλόγ-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): διεισδύει κάπου, εισχωρεί, παρεισφρέει: ~ ο κίνδυνος ... (= εμφωλεύει· πβ. ελλοχεύει). Στα πλαίσια ενός καλώς εννοούμενου διαλόγου δεν ~ούν (= χωρούν) προσωπικές αντιπαραθέσεις. [< πβ. μτγν. ἐμφιλοχωρῶ ‘παραμένω ευχαρίστως’] | |
| 15973 | έμφοβος | , η, ο [ἔμφοβος] έμ-φο-βος επίθ. (λόγ.): γεμάτος φόβο, πολύ φοβισμένος: άβουλοι και ~οι.|| ~η: στάση. Πβ. έντρομος, περιδεής, τρομαγμένος. [< μτγν. ἔμφοβος] | |
| 15974 | εμφορούμαι | [ἐμφοροῦμαι] εμ-φο-ρού-μαι ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., μτχ. εμφορ-ούμενος} (+ από) (απαιτ. λεξιλόγ.): διακατέχομαι, διαπνέομαι: ~είται από σύγχρονες αντιλήψεις/υψηλά ιδανικά. ~ούμενοι από πνεύμα αλληλεγγύης. [< πβ. αρχ. ἐμφοροῦμαι ‘είμαι γεμάτος ή χορτάτος’] | |
| 15975 | έμφορτος | , η, ο [ἔμφορτος] έμ-φορ-τος επίθ. 1. (επίσ.) που φέρει φορτίο: ~ο: όχημα. ~α: εμπορευματοκιβώτια. Πλοίο ~ο με δομικά υλικά. 2. (μτφ.-λόγ.) γεμάτος (από κάποιο συναίσθημα): ~ οργής/συγκίνησης. Επιστολή ~η πάθους. ΣΥΝ. έμπλεος [< 1: μτγν. ἔμφορτος ‘κατάφορτος’] | |
| 15976 | έμφραγμα | [ἔμφραγμα] έμ-φραγ-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΙΑΤΡ. ισχαιμική νέκρωση τμήματος του μυοκαρδίου, που οφείλεται σε αιφνίδια απόφραξη στεφανιαίας αρτηρίας: οξύ ~. Αιτίες (: αθηροκλήρωση, αιμορραγία, εμβολή, σπασμός των στεφανιαίων)/διάγνωση (: με ηλεκτροκαρδιογράφημα)/ενδείξεις (: ακανόνιστος καρδιακός χτύπος, δύσπνοια, εφίδρωση, πόνος στην άνω κοιλιακή χώρα συνήθ. με εμετό, σφίξιμο στο στήθος)/επιπλοκές (: ανεύρυσμα, αρρυθμίες, θρομβοεμβολικό επεισόδιο, καρδιακή ανεπάρκεια, ρήξη θηλοειδών μυών)/θεραπεία (: θρομβολυτικά φάρμακα, μπαλόνι, στεντ)/προδιαθεσικοί παράγοντες (: ηλικία, ιστορικό, καθιστική ζωή, κάπνισμα, παχυσαρκία, σακχαρώδης διαβήτης, στρες, υπέρταση) ~ατος. Έπαθε/πέρασε ~. Βλ. ανακοπή, εγκεφαλικό, κολπική μαρμαρυγή. 2. (μτφ.) απότομη διακοπή ή εμπλοκή, συνήθ. εξαιτίας μεγάλης ζήτησης ή συσσώρευσης: ~ στη διάθεση του πετρελαίου. ● ΣΥΜΠΛ.: έμφραγμα του μυοκαρδίου βλ. μυοκάρδιο, κυκλοφοριακή συμφόρηση βλ. κυκλοφοριακός [< αρχ. ἔμφραγμα ‘φραγμός, εμπόδιο’, γαλλ. infarctus] | |
| 15977 | εμφραγματίας | [ἐμφραγματίας] εμ-φραγ-μα-τί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΙΑΤΡ. πρόσωπο που υπέστη ή έχει περάσει έμφραγμα: (κ. ως επίθ.) ~ες: ασθενείς. Βλ. καρδιοπαθής. | |
| 15978 | εμφραγματικός | , ή, ό [ἐμφραγματικός] εμ-φραγ-μα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που έχει σχέση με το έμφραγμα: ~ός: πόνος. ~ή: δύσπνοια. Βλ. μετ~. | |
| 15979 | εμφράζω | [ἐμφράσσω] εμ-φράσ-σω ρ. {σπάν. ενέφραξε, εμφράξει} & (λόγ.) εμφράσσω: φράζω: (επίσ.) Τα λύματα περνούν μέσα από την αντλία, χωρίς να την ~ουν. Πβ. βουλώνω. ΑΝΤ. αποφράζω.|| (ΙΑΤΡ.) Δόντι που ~εται (= σφραγίζεται). [< αρχ. ἐμφράσσω] | |
| 15980 | εμφρακτικός | , ή, ό [ἐμφρακτικός] εμ-φρα-κτι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την έμφραξη: (ΙΑΤΡ.) οδοντιατρικά ~ά υλικά (βλ. ρητίνη).|| (επίσ.) ~ή: κονία (ΑΝΤ. αποφρακτική). Πβ. σφραγιστικός. [< αρχ. ἐμφρακτικός] | |
| 15981 | έμφραξη | [ἔμφραξη] έμ-φρα-ξη ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) φράξιμο: ~ αγωγού/οπών/ρωγμών. ΣΥΝ. βούλωμα (1) ΑΝΤ. απόφραξη (2) 2. ΙΑΤΡ. σφράγισμα: προληπτική ~. 3. ΙΑΤΡ. απόφραξη. [< αρχ. ἔμφραξις 1: γαλλ. engorgement 2: γαλλ. obturation 3: occlusion] | |
| 15982 | έμφρων | , ων, ον [ἔμφρων] έμ-φρων επίθ. (λόγ.): λογικός, συνετός: ~ονες: πολίτες (= γνωστικοί, νουνεχείς). ~ονα: όντα.|| (ΑΝΘΡΩΠ.) Ο ~ άνθρωπος (= homo sapiens). Βλ. -φρων. ΣΥΝ. εχέφρων, σώφρων ΑΝΤ. άφρων [< αρχ. ἔμφρων] | |
| 15984 | εμφύλιος | , α, ο [ἐμφύλιος] εμ-φύ-λι-ος επίθ. (λόγ.): (για κάτι αρνητ. και συνήθ. διχαστικό) που αφορά ομόφυλους, ομοεθνείς, πολίτες του ίδιου κράτους ή κατ' επέκτ. μέλη της ίδιας ομάδας: ~ος: σπαραγμός. ~α: σύρραξη. ~ο: μίσος.|| ~ες: αντιπαραθέσεις/έριδες (= ενδοπαραταξιακές, εσωκομματικές). ● Ουσ.: εμφύλιος (ο) {-ου (λόγ.) -ίου}: ενν. πόλεμος· (ειδικότ., με κεφαλ. Ε) ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος (1946-1949): (ΙΣΤ.) αμερικανικός/ισπανικός ~.|| Κατοχή, Αντίσταση, ~. Βλ. Δεκεμβριανά.|| (μτφ., εσωτερική διαμάχη:) Ξέσπασε ~ στο δημοτικό συμβούλιο. [< αρχ. ἐμφύλιος] | |
| 15985 | έμφυλος | , η, ο [ἔμφυλος] έμ-φυ-λος επίθ. (λόγ.): που αφορά τα δύο φύλα (συνήθ. για θέματα ισότητας): ~η: βία/διάκριση/διάσταση (στην εκπαίδευση)/ισότητα/κοινωνικοποίηση/ταυτότητα (: κοινωνικό φύλο). ~οι: ρόλοι. ~ες: ανισότητες/σχέσεις. ~α: στερεότυπα/χαρακτηριστικά (: αρσενικά, θηλυκά). Βλ. σεξιστικός. ΑΝΤ. άφυλος [< πβ. αρχ. ἔμφυλος 'που ανήκει στην ίδια φυλή', αγγλ. gendered, 1945, γαλλ. genré, περ. 1983, διαδόθηκε στις αρχές του 21ου αι.] | |
| 15986 | εμφύσημα | [ἐμφύσημα] εμ-φύ-ση-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. παθολογική διεύρυνση ιστών ή οργάνων εξαιτίας της διείσδυσης αέρα· ειδικότ. πνευμονικό εμφύσημα: υποδόριο ~. ● ΣΥΜΠΛ.: πνευμονικό εμφύσημα: ΙΑΤΡ. χρόνια αποφρακτική πάθηση των πνευμόνων που χαρακτηρίζεται από διόγκωση των πνευμονικών κυψελίδων και καταστροφή των τοιχωμάτων τους: βρογχίτιδα και ~ ~. Το κάπνισμα ως κύρια αιτία του ~ού ~ατος. Αντιμετώπιση (: φαρμακευτικά, μεταμόσχευση πνεύμονα ή εγχείρηση ελάττωσης του όγκου του)/συμπτώματα (: δύσπνοια ή και αναπνευστική ανεπάρκεια, λοιμώξεις του αναπνευστικού) ~ού ~ατος. Βλ. πνευμονοπάθεια. [< γαλλ. emphysème pulmonaire, αγγλ. pulmonary emphysema] [< αρχ. εμφύσημα ‘φούσκωμα’, γαλλ. emphysème, αγγλ. emphysema] | |
| 15987 | εμφυσηματικός | , ή, ό [ἐμφυσηματικός] εμ-φυ-ση-μα-τι-κός επίθ./ουσ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το εμφύσημα: ~οί: ασθενείς. [< γαλλ. emphysémateux, αγγλ. emphysematous] | |
| 15988 | εμφύσηση | [ἐμφύσηση] εμ-φύ-ση-ση ουσ. (θηλ.) 1. (επιστ.) εισαγωγή αερίου, αέρα, λεπτής σκόνης ή υγρού μέσα σε κάτι και ειδικότ. σε σωματική κοιλότητα για διαγνωστικούς ή θεραπευτικούς σκοπούς: ~ οξυγόνου. Κατασκευή γυάλινων φιαλών με ~ (βλ. φυσητό γυαλί). Πβ. φύσημα.|| (ΙΑΤΡ.) ~ διoξειδίoυ τoυ άνθρακα εντός της περιτoναϊκής κoιλότητας. ~ σαλπίγγων. ~ εκπνεόμενου αέρα (βλ. πρώτες βοήθειες, τεχνητή αναπνοή). 2. (μτφ.-λόγ.) μετάδοση συναισθημάτων, αντιλήψεων, αρχών: ~ αξιών. Πβ. ενστάλαξη. Βλ. έμπνευση. [< πβ. μτγν. ἐμφύσησις ‘διόγκωση, συσσώρευση αερίων στα έντερα, πνοή’, γαλλ. insufflation] | |
| 15989 | εμφυσώ | [ἐμφυσῶ] εμ-φυ-σώ ρ. (μτβ.) {εμφυσ-άς ... | εμφύσ-ησε (λόγ.) ενεφύσησε, -ήθηκε, εμφυσ-ώντας} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) μεταδίδω συναισθήματα, αντιλήψεις, αξίες σε κάποιον: ~ούν αίσθημα ασφάλειας/αισιοδοξία στην κοινή γνώμη. Τους έχουν ~ήσει αγάπη για τη μάθηση/τα ιδανικά της δημοκρατίας και της ελευθερίας. Πβ. εμπνέω, ενσταλάζω. 2. (σπανιότ.) φυσώ: (ΘΕΟΛ.) Ο Θεός ενεφύσησε πνοή ζωής στον άνθρωπο. [< 2: μτγν. ἐμφυσῶ, γαλλ. insuffler] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ