Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [16840-16860]

IDΛήμμαΕρμηνεία
15990εμφύτευμα[ἐμφύτευμα] εμ-φύ-τευ-μα ουσ. (ουδ.) {εμφυτεύμ-ατα}: ΙΑΤΡ. υποκατάστατο ιστού ή οργάνου του σώματος που τοποθετείται μόνιμα στη θέση του: εγκεφαλικό/κοχλιακό (βλ. βαρηκοΐα) ~ (: ηλεκτρονικά ~ατα· βλ. τσιπ). Δερματικά ~ατα (: ενέσιμα ~ατα για μείωση των ρυτίδων· βλ. μπότοξ). Ορθοπαιδικά ~ατα (: συνήθ. μεταλλικά· βλ. λάμα). ~ατα σιλικόνης/στήθους (βλ. πλαστική χειρουργική). Πβ. μόσχευμα, πρόθεση. Βλ. απινιδωτής, βηματοδότης, ενδοφακοί, μπαλονάκι, στεντ.|| (μτφ.) ~ατα ελπίδας. ● ΣΥΜΠΛ.: οδοντικά εμφυτεύματα: τεχνητά υποκατάστατα των δοντιών, τα οποία ενσωματώνονται στο οστό της γνάθου με σκοπό την αποκατάσταση ενός ή περισσότερων δοντιών που λείπουν. Βλ. γέφυρα, θήκη. [< πβ. μτγν. ἐμφύτευμα ‘αγρόκτημα ενοικιασμένο για εμφύτευση’, αγγλ. implant, γαλλ. ~, 1932]
15991εμφυτευματολογία[ἐμφυτευματολογία] εμ-φυ-τευ-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος της ιατρικής και της οδοντιατρικής που ασχολείται με τη μελέτη και πρακτική της εισαγωγής εμφυτευμάτων: προσθετική/χειρουργική ~. Βλ. περιοδοντολογία. [< αγγλ. implantology, implantodontology, implantodontics, γαλλ. implantologie, 1970]
15992εμφυτευματολόγος[ἐμφυτευματολόγος] εμ-φυ-τευ-μα-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΙΑΤΡ. οδοντίατρος ειδικευμένος στην εμφυτευματολογία. Βλ. γναθοχειρουργός, ενδοδοντο-, περιοδοντο-λόγος, ορθοδοντικός. [< αγγλ. implatologist]
15993εμφύτευση[ἐμφύτευση] εμ-φύ-τευ-ση ουσ. (θηλ.) ΙΑΤΡ. 1. τοποθέτηση εμφυτεύματος: διαδερμική ~. ~ βηματοδότη/βλαστοκυττάρων/δοντιών/μαλλιών/ραδιενεργών κόκκων/τεχνητού ισχίου. Έχει υποβληθεί σε κοχλιακή ~. Βλ. μεταμόσχευση, μετ~. 2. προσκόλληση του γονιμοποιημένου ωαρίου στο ενδομήτριο. [< πβ. μτγν. ἐμφύτευσις ‘μακροχρόνια μίσθωση αγρού με δικαίωμα φύτευσης’, αγγλ. implantation]
15994εμφυτεύσιμος, η, ο [ἐμφυτεύσιμος] εμ-φυ-τεύ-σι-μος επίθ.: ΙΑΤΡ. που μπορεί να εμφυτευτεί: ~ος: απινιδωτής. ~η: αντλία ινσουλίνης. ~ο: μικροτσίπ (: υποδόριο). ~α: ιατροτεχνολογικά προϊόντα. Φορητές, φορετές και ~ες συσκευές. [< μεσν. εμφυτεύσιμος, αγγλ. implantable, 1960]
15995εμφυτεύω[ἐμφυτεύω] εμ-φυ-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {εμφύτευ-σε, εμφυτεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -μένος, εμφυτεύ-οντας}: ΙΑΤΡ. τοποθετώ εμφύτευμα: Στον ασθενή ~τηκε βηματοδότης. Τρίχες που ~ονται. Βλ. μεταμοσχεύω.|| (μτφ.) Προσπάθησε να ~σει στα παιδιά του την αγάπη για τα γράμματα. ● Παθ.: εμφυτεύεται (για γονιμοποιημένο ωάριο): ΒΙΟΛ. προσκολλάται στο ενδομήτριο. [< αρχ. ἐμφυτεύω ‘μπολιάζω’, αγγλ. implant, γαλλ. implanter]
15996έμφυτος, η, ο [ἔμφυτος] έμ-φυ-τος επίθ.: που υπάρχει στη φύση κάποιου, που το έχει εκ γενετής: ~η: ικανότητα/τάση. ~ο: ταλέντο/χάρισμα. ~ες: αρετές/κλίσεις. Το αίσθημα του καλού είναι ~ο στον άνθρωπο.|| (ΦΙΛΟΣ.) ~ες: ιδέες (πβ. απριόρι). ΣΥΝ. εγγενής, σύμφυτος (2) ΑΝΤ. επίκτητος ● επίρρ.: έμφυτα & (λόγ.) εμφύτως [< αρχ. ἔμφυτος, γαλλ. inhérent]
15997εμφωλεύει[ἐμφωλεύει] εμ-φω-λεύ-ει ρ. (αμτβ.) {κυρ. στο ενεστ. θ.} (απαιτ. λεξιλόγ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): φωλιάζει: ~ ο κίνδυνος ... (= εμφιλοχωρεί· πβ. ελλοχεύει). Αγωνιώδη ερωτήματα/πάθη ~ουν στην ψυχή τους. [< μτγν. ἐμφωλεύω]
15998εμφωλευμένος, η, ο [ἐμφωλευμένος] εμ-φω-λευ-μέ-νος επίθ.: ΠΛΗΡΟΦ. (για δομή) που περιέχεται μέσα σε άλλη: ~οι: βρόχοι. ~ες: διαδικασίες/εντολές. Πβ. ένθετος. [< αγγλ. nested]
15999έμψυχος, η, ο [ἔμψυχος] έμ-ψυ-χος επίθ.: που έχει ψυχή, ζωντανός: ~α: όντα/πλάσματα.|| (ως ουσ.) Τα ~α (: άνθρωποι και ζώα). Βλ. -ψυχος. ΑΝΤ. άψυχος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: ανθρώπινο/έμψυχο δυναμικό βλ. δυναμικό [< αρχ. ἔμψυχος]
16000εμψυχώνω[ἐμψυχώνω] εμ-ψυ-χώ-νω ρ. (μτβ.) {εμψύχω-σε, εμψυχώ-θηκε, -μένος, εμψυχών-οντας} 1. ενθαρρύνω: Έσπευσε να ~σει τους αρρώστους/σεισμόπληκτους/στρατιώτες (= να τονώσει το ηθικό τους· βλ. συμπαραστέκομαι). ~μένος από το όραμα του ... (βλ. ενθουσιασμένος). ΣΥΝ. εγκαρδιώνω 2. ΨΥΧΟΛ.-ΠΑΙΔΑΓ. εφαρμόζω τη μέθοδο της εμψύχωσης: ~ει θεατρικά εργαστήρια/σεμινάρια. [< μτγν. ἐμψυχῶ, μεσν. εμψυχώνω, γαλλ. (r)animer]
16001εμψύχωση[ἐμψύχωση] εμ-ψύ-χω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ενθάρρυνση: ~ των παικτών/του προσωπικού. Χρειάζεται (υπο)στήριξη και ~. Πβ. ενδυνάμωση. Βλ. συμπαράσταση. ΣΥΝ. εγκαρδίωση 2. ΨΥΧΟΛ. -ΠΑΙΔΑΓ. μέθοδος που αποσκοπεί στην ανάπτυξη της δημιουργικής έκφρασης, της κοινωνικοποίησης και των δεξιοτήτων μιας ομάδας, μέσω της οργάνωσης και υλοποίησης εκπαιδευτικού, κοινωνικού ή πολιτιστικού σχεδίου δράσης: Η ~ ενθαρρύνει τη μάθηση. Βλ. δυναμική, πρότζεκτ. 3. ζωντάνεμα· ειδικότ. διαδικασία κατά την οποία δίνεται κίνηση σε άψυχα αντικείμενα, ώστε να μοιάζουν ζωντανά: ~ κούκλας. Βλ. κινούμενα σχέδια, μαριονέτα. [< 1: γαλλ. animation 2: γαλλ. ~, 1972 3: μτγν. ἐμψύχωσις]
13124εμψυχωτής

δι-ευ-κο-λυ-ντής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πρόσωπο που, χωρίς να είναι απαραίτητα ειδικός, βοηθά, καθοδηγεί ομάδα να πετύχει τον στόχο της: ~ της γνώσης/της έρευνας. Ο καθηγητής συμμετέχει ως ~ στην εκπαιδευτική διαδικασία με τη χρήση νέων τεχνολογιών. Βλ. εκπαιδευτής, εμψυχωτής, καθοδηγητής, σύμβουλος. [< αγγλ. facilitator, 1928, γαλλ. facilitateur]

16002εμψυχωτής, εμψυχώτρια[ἐμψυχωτής] εμ-ψυ-χω-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που εμψυχώνει: ~ των αθλητών/του λαού.|| (σπάν.) ~ές κούκλας (= μαριονετίστες). 2. ΨΥΧΟΛ.-ΠΑΙΔΑΓ. επαγγελματίας ή εκπαιδευτικός που καταστρώνει και εφαρμόζει σχέδια ομαδικής δράσης (πρότζεκτ), με σκοπό την ανάπτυξη της έκφρασης, της δημιουργικότητας και της κοινωνικοποίησης των μελών μιας ομάδας: ηθοποιός/παιδαγωγός-~ θεατρικού παιχνιδιού/θεάτρου. ~ές εργαστηρίων. Βλ. διευκολυντής. 3. ανιματέρ: κλόουν-~ές. Πβ. διασκεδαστής, ψυχαγωγός. [< γαλλ. animateur, περ. 1960]
16003εμψυχωτικός, ή, ό [ἐμψυχωτικός] εμ-ψυ-χω-τι-κός επίθ.: που εμψυχώνει: ~ή: ομιλία. ~ό: μήνυμα. ~ές: δηλώσεις. ΣΥΝ. ενθαρρυντικός.|| (ΨΥΧΟΛ.-ΠΑΙΔΑΓ.) ~ός: ρόλος (εκπαιδευτικού). ~ά: παιχνίδια. ● επίρρ.: εμψυχωτικά [< γαλλ. animateur]
16004ΕΝ(το): Εμπορικό Ναυτικό.
16076εν γένειβλ. γένος
16425εν πολλοίςβλ. πολύς
16483εν τέλειβλ. τέλος
16005εν- & εμ- & εγ-& έν- & έμ- & έγ- & ελ- & ερ- η λόγια πρόθεση εν σε θέση προθήματος∙ δηλώνει 1. την έννοια του εντός ή ανάμεσα: εν-ορχήστρωση. Έν-ταξη. Eγ-καθιστώ/~γράφω/~κλείω (βλ. εσω-). Έρ-ρινος.|| (μτφ.) Εν-συνείδητος (ΑΝΤ. α-, υπο-). Εν-δίδω. Έμ-φυτος. Εμ-πίπτω/~φορούμαι. Έλ-λογος. 2. επίταση: εν-άρετος. Εν-δυναμώνω/~τείνω. Έν-θερμος. Εμ-μένω. Εγ-κάρδιος. Έγ-κυρος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.