Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [16860-16880]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16222Εν.Δ.Τ.Κ.(ο): Εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή.
16006εν1βλ. εις, εν
16007εν2[ἐν] πρόθ. (+ δοτ.) (λόγ.): σε στερεότυπες εκφράσεις με σημασία κυρ. τροπική και δευτερευόντως χρονική ή σπανιότ. τοπική: ~ (= σε) διαστάσει/εξελίξει/συγκρίσει (= συγκριτικά)/συνόλω (= συνολικά)/συντομία (= με συντομία). ~ στολή αξιωματικοί (= ένστολοι).|| ~ (= κατά) τη απουσία. ~ ευθέτω χρόνω.|| (παρωχ.) ~ Αθήναις/Ελλάδι. ● ΦΡ.: εν αγνοία (κάποιου) βλ. άγνοια, εν ανεπαρκεία βλ. ανεπάρκεια, εν αποστρατεία βλ. αποστρατεία, εν βρασμώ ψυχής βλ. βρασμός, εν γένει βλ. γένος, εν γνώσει βλ. γνώση, εν δράσει βλ. δράση, εν δυνάμει βλ. δύναμη, εν είδει βλ. είδος, εν ενεργεία βλ. ενέργεια, εν εξάλλω (καταστάσει) βλ. έξαλλος, εν ζωή βλ. ζωή, εν θερμώ βλ. θερμός, εν καιρώ βλ. καιρός, εν κατακλείδι βλ. κατακλείδα, εν κινήσει βλ. κίνηση, εν κρυπτώ (και παραβύστω) βλ. κρυπτός, εν λευκώ βλ. λευκός, εν μέρει βλ. μέρος, εν μέση οδώ βλ. οδός, εν μέσω βλ. μέσο, εν μέσω (δύο) πυρών βλ. πυρ, εν ολίγοις/δι' ολίγων βλ. ολίγος, εν όλω βλ. όλος, εν ονόματι βλ. ονόματι, εν πάση περιπτώσει βλ. περίπτωση, εν περιλήψει βλ. περίληψη, εν πλω βλ. πλους, εν πολλοίς βλ. πολύς, πολλή, πολύ, εν πομπή (και παρατάξει) βλ. πομπή, εν πρώτοις/κατά πρώτον βλ. πρώτος, εν πτήσει βλ. πτήση, εν ριπή οφθαλμού βλ. ριπή, εν σπέρματι βλ. σπέρμα, εν στάσει βλ. στάση, εν σώματι βλ. σώμα, εν τάχει βλ. τάχος, εν τέλει βλ. τέλος, εν τη ρύμη του λόγου βλ. ρύμη, εν τοις πράγμασι βλ. πράγμα, εν τω άμα (και το θάμα/θαύμα) βλ. άμα, εν τω γίγνεσθαι βλ. γίγνεσθαι, εν χορδαίς και οργάνοις βλ. χορδή, εν χορώ βλ. χορός, εν χρω βλ. χρως, εν ψυχρώ βλ. ψυχρός, εν/σε αναμονή βλ. αναμονή, θέτω εν αμφιβόλω βλ. αμφίβολος, ο/η/το εν λόγω βλ. λόγος, σε κατάσταση ευθυμίας βλ. ευθυμία, σε σύγκριση με/προς ... βλ. σύγκριση, σε χρήση βλ. χρήση, στη συνέχεια βλ. συνέχεια, στην ανάγκη/εν ανάγκη βλ. ανάγκη, στην προκειμένη (περίπτωση) βλ. προκείμενος, σχετικά με/σε σχέση με βλ. σχέση, τελεί εν αδίκω βλ. τελώ ● βλ. ενόψει & εν όψει [< αρχ. ἐν]
16008ένα[ἕνα] έ-να αριθμητ. απόλ. {ενός}: ο αριθμός ένα, ο πρώτος και ο μικρότερος θετικός ακέραιος αριθμός που εκφράζει την έννοια της μονάδας και έχει το αραβικό (1) ή το λατινικό (Ι) ως σύμβολό του: η γραμμή ~ (πβ. πρώτη) του μετρό. Βλ. δύο, τρία. ● ΦΡ.: γίνομαι ένα (με κάποιον/κάτι): ενώνομαι, συνδέομαι ή συμμαχώ: Στα δύσκολα γινόμαστε όλοι ~. Πραγματικότητα και φαντασία έγιναν ~., ένα κι ένα (εμφατ.-προφ.): για να δηλωθεί ότι όλα τα στοιχεία ενός συνόλου είναι εξαιρετικά, εκλεκτής ποιότητας: Όλα τους τα πράγματα είναι ~ ~., ένα κι ένα κάνουν/κάνει δύο (προφ.): για κάτι σαφές και αυτονόητο: Λοιπόν, ~ ~, θέλεις ή δεν θέλεις; ΣΥΝ. δύο και δύο κάνουν τέσσερα, ένα προς ένα 1. το καθένα ξεχωριστά, με κάθε λεπτομέρεια: Έψαξαν όλα τα δωμάτια ~ ~. 2. δηλώνει ότι κάθε στοιχείο ενός συνόλου συνδέεται με ένα και μόνο ένα στοιχείο ενός άλλου: (ΜΑΘ.) συνάρτηση ~ ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Σχέση ~ ~ (1:1) (: κατά την οποία μια εγγραφή ενός πίνακα συνδέεται βάσει κλειδιού με μία μόνο εγγραφή ενός άλλου). Βλ. σχέση ένα προς πολλά., με το ένα, με το δύο, με το τρία: για να δοθεί εκκίνηση: ~ ~, φύγαμε! [< γαλλ. à la une, à la deux, à la trois] , (το) νούμερο ένα βλ. νούμερο, ένα το κρατούμενο/δύο τα κρατούμενα βλ. κρατούμενο, ο υπ' αριθμόν ένα/δύο βλ. αριθμός, όλα σε ένα βλ. όλος, σχέση ένα προς πολλά βλ. σχέση, το έν(α) δεύτερο βλ. δεύτερος [< αρχ. ἕν]
16009εναγάγωβλ. ενάγω
16010εναγής, ής, ές [ἐναγής] ε-να-γής επίθ. {εναγ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ., σε εκκλησιαστικά κείμενα): ανόσιος. [< αρχ. ἐναγής ‘βδελυρός, καταραμένος’]
16011εναγκαλίζομαι[ἐναγκαλίζομαι] ε-να-γκα-λί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {εναγκαλί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος} (λόγ.) 1. (μτφ.) ενστερνίζομαι, υιοθετώ: ~στηκαν (με θέρμη) τις νέες ιδέες. ΣΥΝ. ασπάζομαι (1), εγκολπώνομαι 2. αγκαλιάζω: (μτφ.) ~στηκαν τα νέα μέλη της οργάνωσης (= τα δέχτηκαν στην αγκαλιά τους, τα περιέβαλαν με αγάπη). [< 1: μτγν. ἐναγκαλίζομαι]
16012εναγκαλισμός[ἐναγκαλισμός] ε-να-γκα-λι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. αγκάλιασμα: θερμοί/τρυφεροί ~οί. ~οί και ασπασμοί. Πβ. περίπτυξη. ΣΥΝ. αγκαλιά (3) 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) εξάρτηση, στενή σχέση: επικίνδυνος ~ της πολιτικής εξουσίας με οικονομικά συμφέροντα. Προσπαθεί να απεγκλωβιστεί από τον θανατηφόρο ~ό της ηρωίνης. Βλ. -ισμός.
16013εναγόμενος[ἐναγόμενος,] ε-να-γό-με-νος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ένου} , εναγόμενη (η) {(λόγ.) -ένη}: ΝΟΜ. ο διάδικος εναντίον του οποίου ασκείται η αγωγή: απολογία ~ου. Πβ. εγκαλ-, κατηγορ-ούμενος, μηνυόμενος. Βλ. ενάγων.|| (ως επίθ.) ~η: εταιρεία. Βλ. εφεσίβλητος. [< μτγν. ἐναγόμενος]
16014ενάγω[ἐνάγω] ε-νά-γω ρ. (μτβ.) {αόρ. ενήγαγε, εναγάγει, ενάγ-ων, -όμενος}: ΝΟΜ. κάνω αγωγή σε κάποιον: ~εται ενώπιον δικαστηρίου/ποινικώς. Πβ. εγκαλώ, κατηγορώ, μηνύω. [< αρχ. ἐνάγω ‘προσάγω (στο δικαστήριο), κατηγορώ’]
16015ενάγων, ουσα, ον [ἐνάγων] ε-νά-γων επίθ./ουσ.: ΝΟΜ. ο διάδικος που έχει καταθέσει την αγωγή: Απορρίφθηκε το αίτημα των ~όντων για καταβολή αποζημίωσης. Πβ. εγκαλών, κατήγορος, μηνυτής. Βλ. εναγόμενος.|| (ως επίθ.) Η ~ουσα Αρχή. [< μτγν. ἐνάγων]
16016εναγώνιος, α, ο [ἐναγώνιος] ε-να-γώ-νι-ος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): αγωνιώδης: ~α: αναζήτηση/πάλη/προσμονή. ~ο: ερώτημα. ~ες: προσπάθειες. Πβ. βασανιστικός. ● επίρρ.: εναγώνια & (λόγ.) εναγωνίως: με μεγάλη αγωνία: Τον έψαχνε ~. ΣΥΝ. εναγωνιωδώς [< αρχ. ἐναγώνιος]
16017εναγωνιωδώς[ἐναγωνιωδῶς] ε-να-γω-νι-ω-δώς επίρρ. (λόγ.): εναγώνια.Σ
16018εναέριος, α, ο [ἐναέριος] ε-να-έ-ρι-ος επίθ. {-ου (λόγ.) -ίου} 1. που βρίσκεται ή γίνεται στον αέρα, πάνω από το έδαφος: ~ος: αναβατήρας/σιδηρόδρομος (βλ. τελεφερίκ). ~α: γέφυρα (= αερογέφυρα)/διάβαση (= υπέργεια). ~ο: δίκτυο. ~α: καθίσματα (πβ. τηλεκαθίσματα)/καλώδια (ΑΝΤ. υπόγεια)/σύνορα.|| ~α: ακροβατικά.|| (ΒΟΤ.) ~ες: ρίζες. ΑΝΤ. επίγειος (1) 2. (κατ' επέκτ.) αεροπορικός: ~ος: ανεφοδιασμός. ~α: επίθεση (= από αέρος)/μεταφορά (= αερομεταφορά)/σύγκρουση.|| ~ες: δυνάμεις. Χερσαία, πλωτά και ~α μέσα. Βλ. Κ.ΕΝ.Α. ● επίρρ.: εναέρια & (λόγ.) εναερίως ● ΣΥΜΠΛ.: (εθνικός) εναέριος χώρος (ακρ. ΕΕΧ, στο Διεθνές Δίκαιο): που εκτείνεται πάνω από το χερσαίο έδαφος και τα χωρικά ύδατα ενός κράτους: παραβίαση του ~ου ~ου. Βλ. αιγιαλίτιδα ζώνη, γκρίζες ζώνες/περιοχές, FIR. [< αγγλ. air space, 1911] , εναέρια κυκλοφορία: κίνηση των αεροσκαφών (κατά την πτήση τους): διαχείριση της ~ας ~ας. [< αγγλ. air traffic, 1912] , ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας βλ. ελεγκτής, εναέριο πέρασμα βλ. πέρασμα [< μτγν. ἐναέριος, γαλλ. aérien]
16019εναερίτης[ἐναερίτης] ε-να-ε-ρί-της ουσ. (αρσ.): τεχνικός εναέριων αγωγών (ηλεκτρικού ρεύματος, τηλεφωνίας): ~ (πυλώνων) της ΔΕΗ.|| (ως επίθ.) ~ες: ηλεκτρολόγοι. Βλ. -ίτης1, υπογείτης.
16020εναίσιμος, η/ος, ο [ἐναίσιμος] ε-ναί-σι-μος επίθ. (λόγ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: εναίσιμος (επί διδακτορία) διατριβή (παρωχ.): διδακτορική διατριβή. [< λατ. dissertatio inauguralis] [< μτγν. ἐναίσιμος ‘ταιριαστός, κατάλληλος, ορθός’]
16021εναιώρημα[ἐναιώρημα] ε-ναι-ώ-ρη-μα ουσ. (ουδ.): ΦΑΡΜΑΚ. διάλυμα στερεής ουσίας που αιωρείται μέσα σε υγρό: συμπυκνωμένο ~. Ενέσιμο/πόσιμο ~. Βλ. κολλύριο. ΣΥΝ. αιώρημα (1) [< αρχ. ἐναιώρημα ‘ουσία αιωρούμενη (μέσα σε ούρα)’, γαλλ. suspension]
16022ενάλιος, α, ο [ἐνάλιος] ε-νά-λι-ος επίθ. (επίσ.): θαλάσσιος: ~ες: αρχαιότητες/έρευνες. ● ΣΥΜΠΛ.: ενάλια αρχαιολογία & υποβρύχια αρχαιολογία: ΑΡΧΑΙΟΛ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο την έρευνα και μελέτη των υποθαλάσσιων αρχαιολογικών ευρημάτων. [< γαλλ. archéologie maritime] [< αρχ. ἐνάλιος]
16023εναλλαγή[ἐναλλαγή] ε-ναλ-λα-γή ουσ. (θηλ.): διαδοχική αντικατάσταση: αυτόματη/διαρκής/κυκλική ~. ~ εικόνων (= αλληλοδιαδοχή)/θέσεων/καλλιεργειών (= αμειψισπορά)/ρόλων/χρωμάτων. Η ~ των εποχών (πβ. κυκλικότητα). ~ μέρας και νύχτας/του φωτός με το σκοτάδι. Δημοκρατική ~ των κομμάτων στην εξουσία. ~ ανάμεσα στις δύο φάσεις. Ρυθμός/συχνότητα ~ής. Συνεχείς ~ές (: μεταβολές) της διάθεσης (πβ. κυκλοθυμία)/του καιρού/της τύχης. ● ΣΥΜΠΛ.: εναλλαγή των γενεών βλ. γενεά [< μτγν. ἐναλλαγή, γαλλ. alternance]
16024εναλλακτήρας[ἐναλλακτήρας] ε-ναλ-λα-κτή-ρας ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡ. γεννήτρια παραγωγής εναλλασσόμενου ρεύματος. Βλ. -τήρας. [< γαλλ. alternateur]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.