| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51886 | εν τινι τρόπω | τρό-πος ουσ. (αρσ.) 1. μέσο, σύστημα, μέθοδος: άμεσος/απλός/αποτελεσµατικός/γνωστός/εναλλακτικός/ευέλικτος/εύκολος/πρακτικός ~. ~ αξιοποίησης (του ελεύθερου χρόνου)/δήλωσης (π.χ. συμμετοχής)/διάκρισης (των ικανοτήτων)/διδασκαλίας/επικοινωνίας/κατασκευής/λειτουργίας (συσκευής)/οργάνωσης/σκέψης/συμπεριφοράς/σύνδεσης (σωμάτων καλοριφέρ)/υπολογισμού/χρήσης (προϊόντος). ~οι αντιμετώπισης (φαινομένου)/αποστολής (μηνύματος)/διασκέδασης/μάθησης/μεταφοράς/πληρωμής/προστασίας/συνεργασίας. ~ εφαρμογής ενός σχεδίου. Το διαδίκτυο άλλαξε τον ~ο που επικοινωνούμε. Δεν βρίσκει ~ο να επιστρέψει. Δεν υπάρχει ~ διαφυγής/~ να πειστεί. Θα βοηθήσει με όποιον ~ο μπορεί/με τον δικό του ~ο. Το κενό πρέπει να καλυφθεί με άλλον ~ο. Έχει αποδείξει με πολλούς/χίλιους ~ους την αξία του.|| Με τους ακόλουθους ~ους. Με αυτό τον ~ο/Κατ' αυτόν τον ~ο (= έτσι) η εργασία γίνεται ευκολότερη. Μιλά με τέτοιον ~ο, ώστε να γίνεται κατανοητή (= έτσι ώστε).|| Διάλεξε με τυχαίο ~ο (= τυχαία). Δικαιολογήθηκε με έξυπνο ~ο (= έξυπνα). 2. συμπεριφορά: απαράδεκτος/άψογος ~. Δεν είναι ~ αυτός! Δεν μου αρέσουν οι ~οι του.|| Με τον ~ο του στάθηκε στο πλευρό τους. Προσπάθησε με τον ~ο της να τους πλησιάσει. Πβ. φέρσιμο.|| Έχει κακούς/καλούς/λεπτούς/ωραίους ~ους. Δεν έχει ~ους (: είναι ανάγωγος). Κάποιος πρέπει να του μάθει ~ους. Πβ. διαγωγή. 3. ΜΟΥΣ. το είδος της κλίμακας από την οποία έχουν ληφθεί οι φθόγγοι μουσικής σύνθεσης: αιολικός/δωρικός/πεντατονικός/φρύγιος ~. Ελάσσων/μείζων ~. Εκκλησιαστικοί ~οι. 4. ΝΟΜ. (σε διαθήκη ή δωρεά) υποχρέωση που επιβάλλεται σε κληρονόμο με όρο να την εκπληρώσει: εκτέλεση του ~ου. Κληροδοσίες υπό ~ο. 5. ΓΡΑΜΜ. ποιόν ενεργείας. ● ΣΥΜΠΛ.: τρόπος ζωής: σύνολο δραστηριοτήτων, αντιλήψεων, συμπεριφορών κοινωνικής ομάδας ή ανθρώπου: αστικός/δυτικός/καθημερινός/καταναλωτικός/κυρίαρχος/νομαδικός/παραδοσιακός/σύγχρονος/υγιεινός/φυσικός ~ ~. Ακολουθώ/αφομοιώνω/επιβάλλω/επιλέγω/υιοθετώ έναν ~ο ~.|| Η γυμναστική/ποίηση είναι για μένα ~ ~. Έχει κάνει το τραγούδι ~ ~., μαγικό ραβδί/μαγική συνταγή/μαγική λύση/μαγικός τρόπος βλ. μαγικός ● ΦΡ.: έχει (έναν/τον) τρόπο να: μπορεί, έχει την ικανότητα: ~ τον ~ο να σε κερδίζει αμέσως. ~ έναν ~ο να ξεπερνάει τις δυσκολίες. Δεν έχει ~ο να υπερασπιστεί τον εαυτό του., έχει τον τρόπο του (προφ., συνήθ. ως υπονοούμενο για κάποιον εύπορο): τα βολεύει, τα καταφέρνει: Μην ανησυχείς γι' αυτήν, ~ ~ της., κατά/με κάποιο(ν) τρόπο & (λόγ.) τρόπον τινά: κάπως: Προσπαθεί ~ ~ να τον προσεγγίσει. Με το ύφος του επιβάλλει ~ ~ την άποψή του. ΣΥΝ. υπό/κατά μία έννοια, με κάθε τρόπο & (λόγ.) διά παντός τρόπου & παντί τρόπω: με οποιοδήποτε μέσο: Διευκολύνει/ενισχύει ~ ~ το έργο τους. Με στήριξαν ~ ~.|| Το μήνυμα πρέπει να δοθεί ~ ~ (= εξάπαντος, οπωσδήποτε) σε όλους., με τι/ποιον τρόπο; & (λογ.) τίνι τρόπω;: πώς: ~ ~ θα έρθει;, με τον ένα(ν) ή τον άλλο τρόπο: έτσι ή αλλιώς: Θα το μάθαινε ~ ~. Απασχόλησε, ~ ~, κριτικούς και συγγραφείς., με τρόπο (προφ.) 1. κατάλληλα ή ευγενικά, διακριτικά: Προσπάθησε να του το πει ~ ~, ώστε να μη θυμώσει. Της είπε ~ ~ ότι ενοχλήθηκε. 2. κρυφά: Άφησε το δώρο ~ ~ και έφυγε., τρόπος του λέγειν (λόγ.): για να δηλωθεί ότι κάτι δεν λέγεται κυριολεκτικά: Πήρε το καπελάκι του, ~ ~, κι έγινε καπνός. Πβ. ας πούμε, που λέει ο λόγος., κατ' ουδένα(ν) τρόπο βλ. ουδείς, ουδεμία, ουδέν, κατά περίεργο τρόπο βλ. περίεργος, με επίσημο τρόπο βλ. επίσημος, με κανέναν τρόπο βλ. κανείς & κανένας, καμία & καμιά, κανένα [< 1,2,3: αρχ. τρόπος, γαλλ. mode] | |
| 16005 | εν- & εμ- & εγ- | & έν- & έμ- & έγ- & ελ- & ερ- η λόγια πρόθεση εν σε θέση προθήματος∙ δηλώνει 1. την έννοια του εντός ή ανάμεσα: εν-ορχήστρωση. Έν-ταξη. Eγ-καθιστώ/~γράφω/~κλείω (βλ. εσω-). Έρ-ρινος.|| (μτφ.) Εν-συνείδητος (ΑΝΤ. α-, υπο-). Εν-δίδω. Έμ-φυτος. Εμ-πίπτω/~φορούμαι. Έλ-λογος. 2. επίταση: εν-άρετος. Εν-δυναμώνω/~τείνω. Έν-θερμος. Εμ-μένω. Εγ-κάρδιος. Έγ-κυρος. | |
| 16222 | Εν.Δ.Τ.Κ. | (ο): Εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή. | |
| 16006 | εν1 | βλ. εις, εν | |
| 16007 | εν2 | [ἐν] πρόθ. (+ δοτ.) (λόγ.): σε στερεότυπες εκφράσεις με σημασία κυρ. τροπική και δευτερευόντως χρονική ή σπανιότ. τοπική: ~ (= σε) διαστάσει/εξελίξει/συγκρίσει (= συγκριτικά)/συνόλω (= συνολικά)/συντομία (= με συντομία). ~ στολή αξιωματικοί (= ένστολοι).|| ~ (= κατά) τη απουσία. ~ ευθέτω χρόνω.|| (παρωχ.) ~ Αθήναις/Ελλάδι. ● ΦΡ.: εν αγνοία (κάποιου) βλ. άγνοια, εν ανεπαρκεία βλ. ανεπάρκεια, εν αποστρατεία βλ. αποστρατεία, εν βρασμώ ψυχής βλ. βρασμός, εν γένει βλ. γένος, εν γνώσει βλ. γνώση, εν δράσει βλ. δράση, εν δυνάμει βλ. δύναμη, εν είδει βλ. είδος, εν ενεργεία βλ. ενέργεια, εν εξάλλω (καταστάσει) βλ. έξαλλος, εν ζωή βλ. ζωή, εν θερμώ βλ. θερμός, εν καιρώ βλ. καιρός, εν κατακλείδι βλ. κατακλείδα, εν κινήσει βλ. κίνηση, εν κρυπτώ (και παραβύστω) βλ. κρυπτός, εν λευκώ βλ. λευκός, εν μέρει βλ. μέρος, εν μέση οδώ βλ. οδός, εν μέσω βλ. μέσο, εν μέσω (δύο) πυρών βλ. πυρ, εν ολίγοις/δι' ολίγων βλ. ολίγος, εν όλω βλ. όλος, εν ονόματι βλ. ονόματι, εν πάση περιπτώσει βλ. περίπτωση, εν περιλήψει βλ. περίληψη, εν πλω βλ. πλους, εν πολλοίς βλ. πολύς, πολλή, πολύ, εν πομπή (και παρατάξει) βλ. πομπή, εν πρώτοις/κατά πρώτον βλ. πρώτος, εν πτήσει βλ. πτήση, εν ριπή οφθαλμού βλ. ριπή, εν σπέρματι βλ. σπέρμα, εν στάσει βλ. στάση, εν σώματι βλ. σώμα, εν τάχει βλ. τάχος, εν τέλει βλ. τέλος, εν τη ρύμη του λόγου βλ. ρύμη, εν τοις πράγμασι βλ. πράγμα, εν τω άμα (και το θάμα/θαύμα) βλ. άμα, εν τω γίγνεσθαι βλ. γίγνεσθαι, εν χορδαίς και οργάνοις βλ. χορδή, εν χορώ βλ. χορός, εν χρω βλ. χρως, εν ψυχρώ βλ. ψυχρός, εν/σε αναμονή βλ. αναμονή, θέτω εν αμφιβόλω βλ. αμφίβολος, ο/η/το εν λόγω βλ. λόγος, σε κατάσταση ευθυμίας βλ. ευθυμία, σε σύγκριση με/προς ... βλ. σύγκριση, σε χρήση βλ. χρήση, στη συνέχεια βλ. συνέχεια, στην ανάγκη/εν ανάγκη βλ. ανάγκη, στην προκειμένη (περίπτωση) βλ. προκείμενος, σχετικά με/σε σχέση με βλ. σχέση, τελεί εν αδίκω βλ. τελώ ● βλ. ενόψει & εν όψει [< αρχ. ἐν] | |
| 16008 | ένα | [ἕνα] έ-να αριθμητ. απόλ. {ενός}: ο αριθμός ένα, ο πρώτος και ο μικρότερος θετικός ακέραιος αριθμός που εκφράζει την έννοια της μονάδας και έχει το αραβικό (1) ή το λατινικό (Ι) ως σύμβολό του: η γραμμή ~ (πβ. πρώτη) του μετρό. Βλ. δύο, τρία. ● ΦΡ.: γίνομαι ένα (με κάποιον/κάτι): ενώνομαι, συνδέομαι ή συμμαχώ: Στα δύσκολα γινόμαστε όλοι ~. Πραγματικότητα και φαντασία έγιναν ~., ένα κι ένα (εμφατ.-προφ.): για να δηλωθεί ότι όλα τα στοιχεία ενός συνόλου είναι εξαιρετικά, εκλεκτής ποιότητας: Όλα τους τα πράγματα είναι ~ ~., ένα κι ένα κάνουν/κάνει δύο (προφ.): για κάτι σαφές και αυτονόητο: Λοιπόν, ~ ~, θέλεις ή δεν θέλεις; ΣΥΝ. δύο και δύο κάνουν τέσσερα, ένα προς ένα 1. το καθένα ξεχωριστά, με κάθε λεπτομέρεια: Έψαξαν όλα τα δωμάτια ~ ~. 2. δηλώνει ότι κάθε στοιχείο ενός συνόλου συνδέεται με ένα και μόνο ένα στοιχείο ενός άλλου: (ΜΑΘ.) συνάρτηση ~ ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Σχέση ~ ~ (1:1) (: κατά την οποία μια εγγραφή ενός πίνακα συνδέεται βάσει κλειδιού με μία μόνο εγγραφή ενός άλλου). Βλ. σχέση ένα προς πολλά., με το ένα, με το δύο, με το τρία: για να δοθεί εκκίνηση: ~ ~, φύγαμε! [< γαλλ. à la une, à la deux, à la trois] , (το) νούμερο ένα βλ. νούμερο, ένα το κρατούμενο/δύο τα κρατούμενα βλ. κρατούμενο, ο υπ' αριθμόν ένα/δύο βλ. αριθμός, όλα σε ένα βλ. όλος, σχέση ένα προς πολλά βλ. σχέση, το έν(α) δεύτερο βλ. δεύτερος [< αρχ. ἕν] | |
| 16009 | εναγάγω | βλ. ενάγω | |
| 16010 | εναγής | , ής, ές [ἐναγής] ε-να-γής επίθ. {εναγ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ., σε εκκλησιαστικά κείμενα): ανόσιος. [< αρχ. ἐναγής ‘βδελυρός, καταραμένος’] | |
| 16011 | εναγκαλίζομαι | [ἐναγκαλίζομαι] ε-να-γκα-λί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {εναγκαλί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος} (λόγ.) 1. (μτφ.) ενστερνίζομαι, υιοθετώ: ~στηκαν (με θέρμη) τις νέες ιδέες. ΣΥΝ. ασπάζομαι (1), εγκολπώνομαι 2. αγκαλιάζω: (μτφ.) ~στηκαν τα νέα μέλη της οργάνωσης (= τα δέχτηκαν στην αγκαλιά τους, τα περιέβαλαν με αγάπη). [< 1: μτγν. ἐναγκαλίζομαι] | |
| 16012 | εναγκαλισμός | [ἐναγκαλισμός] ε-να-γκα-λι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. αγκάλιασμα: θερμοί/τρυφεροί ~οί. ~οί και ασπασμοί. Πβ. περίπτυξη. ΣΥΝ. αγκαλιά (3) 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) εξάρτηση, στενή σχέση: επικίνδυνος ~ της πολιτικής εξουσίας με οικονομικά συμφέροντα. Προσπαθεί να απεγκλωβιστεί από τον θανατηφόρο ~ό της ηρωίνης. Βλ. -ισμός. | |
| 16013 | εναγόμενος | [ἐναγόμενος,] ε-να-γό-με-νος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ένου} , εναγόμενη (η) {(λόγ.) -ένη}: ΝΟΜ. ο διάδικος εναντίον του οποίου ασκείται η αγωγή: απολογία ~ου. Πβ. εγκαλ-, κατηγορ-ούμενος, μηνυόμενος. Βλ. ενάγων.|| (ως επίθ.) ~η: εταιρεία. Βλ. εφεσίβλητος. [< μτγν. ἐναγόμενος] | |
| 16014 | ενάγω | [ἐνάγω] ε-νά-γω ρ. (μτβ.) {αόρ. ενήγαγε, εναγάγει, ενάγ-ων, -όμενος}: ΝΟΜ. κάνω αγωγή σε κάποιον: ~εται ενώπιον δικαστηρίου/ποινικώς. Πβ. εγκαλώ, κατηγορώ, μηνύω. [< αρχ. ἐνάγω ‘προσάγω (στο δικαστήριο), κατηγορώ’] | |
| 16015 | ενάγων | , ουσα, ον [ἐνάγων] ε-νά-γων επίθ./ουσ.: ΝΟΜ. ο διάδικος που έχει καταθέσει την αγωγή: Απορρίφθηκε το αίτημα των ~όντων για καταβολή αποζημίωσης. Πβ. εγκαλών, κατήγορος, μηνυτής. Βλ. εναγόμενος.|| (ως επίθ.) Η ~ουσα Αρχή. [< μτγν. ἐνάγων] | |
| 16016 | εναγώνιος | , α, ο [ἐναγώνιος] ε-να-γώ-νι-ος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): αγωνιώδης: ~α: αναζήτηση/πάλη/προσμονή. ~ο: ερώτημα. ~ες: προσπάθειες. Πβ. βασανιστικός. ● επίρρ.: εναγώνια & (λόγ.) εναγωνίως: με μεγάλη αγωνία: Τον έψαχνε ~. ΣΥΝ. εναγωνιωδώς [< αρχ. ἐναγώνιος] | |
| 16017 | εναγωνιωδώς | [ἐναγωνιωδῶς] ε-να-γω-νι-ω-δώς επίρρ. (λόγ.): εναγώνια.Σ | |
| 16018 | εναέριος | , α, ο [ἐναέριος] ε-να-έ-ρι-ος επίθ. {-ου (λόγ.) -ίου} 1. που βρίσκεται ή γίνεται στον αέρα, πάνω από το έδαφος: ~ος: αναβατήρας/σιδηρόδρομος (βλ. τελεφερίκ). ~α: γέφυρα (= αερογέφυρα)/διάβαση (= υπέργεια). ~ο: δίκτυο. ~α: καθίσματα (πβ. τηλεκαθίσματα)/καλώδια (ΑΝΤ. υπόγεια)/σύνορα.|| ~α: ακροβατικά.|| (ΒΟΤ.) ~ες: ρίζες. ΑΝΤ. επίγειος (1) 2. (κατ' επέκτ.) αεροπορικός: ~ος: ανεφοδιασμός. ~α: επίθεση (= από αέρος)/μεταφορά (= αερομεταφορά)/σύγκρουση.|| ~ες: δυνάμεις. Χερσαία, πλωτά και ~α μέσα. Βλ. Κ.ΕΝ.Α. ● επίρρ.: εναέρια & (λόγ.) εναερίως ● ΣΥΜΠΛ.: (εθνικός) εναέριος χώρος (ακρ. ΕΕΧ, στο Διεθνές Δίκαιο): που εκτείνεται πάνω από το χερσαίο έδαφος και τα χωρικά ύδατα ενός κράτους: παραβίαση του ~ου ~ου. Βλ. αιγιαλίτιδα ζώνη, γκρίζες ζώνες/περιοχές, FIR. [< αγγλ. air space, 1911] , εναέρια κυκλοφορία: κίνηση των αεροσκαφών (κατά την πτήση τους): διαχείριση της ~ας ~ας. [< αγγλ. air traffic, 1912] , ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας βλ. ελεγκτής, εναέριο πέρασμα βλ. πέρασμα [< μτγν. ἐναέριος, γαλλ. aérien] | |
| 16019 | εναερίτης | [ἐναερίτης] ε-να-ε-ρί-της ουσ. (αρσ.): τεχνικός εναέριων αγωγών (ηλεκτρικού ρεύματος, τηλεφωνίας): ~ (πυλώνων) της ΔΕΗ.|| (ως επίθ.) ~ες: ηλεκτρολόγοι. Βλ. -ίτης1, υπογείτης. | |
| 16020 | εναίσιμος | , η/ος, ο [ἐναίσιμος] ε-ναί-σι-μος επίθ. (λόγ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: εναίσιμος (επί διδακτορία) διατριβή (παρωχ.): διδακτορική διατριβή. [< λατ. dissertatio inauguralis] [< μτγν. ἐναίσιμος ‘ταιριαστός, κατάλληλος, ορθός’] | |
| 16021 | εναιώρημα | [ἐναιώρημα] ε-ναι-ώ-ρη-μα ουσ. (ουδ.): ΦΑΡΜΑΚ. διάλυμα στερεής ουσίας που αιωρείται μέσα σε υγρό: συμπυκνωμένο ~. Ενέσιμο/πόσιμο ~. Βλ. κολλύριο. ΣΥΝ. αιώρημα (1) [< αρχ. ἐναιώρημα ‘ουσία αιωρούμενη (μέσα σε ούρα)’, γαλλ. suspension] | |
| 16022 | ενάλιος | , α, ο [ἐνάλιος] ε-νά-λι-ος επίθ. (επίσ.): θαλάσσιος: ~ες: αρχαιότητες/έρευνες. ● ΣΥΜΠΛ.: ενάλια αρχαιολογία & υποβρύχια αρχαιολογία: ΑΡΧΑΙΟΛ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο την έρευνα και μελέτη των υποθαλάσσιων αρχαιολογικών ευρημάτων. [< γαλλ. archéologie maritime] [< αρχ. ἐνάλιος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ