| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 16025 | εναλλάκτης | [ἐναλλάκτης] ε-ναλ-λά-κτης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που χρησιμοποιείται για την αλλαγή της θερμοκρασίας ενός ρευστού: γεωθερμικός ~. ~ τζακιού. ● ΣΥΜΠΛ.: εναλλάκτης θερμότητας: συσκευή για μετάδοση θερμότητας από ένα υγρό σε άλλο, με εφαρμογές κυρ. σε συστήματα θέρμανσης, ψύξης και κλιματισμού. [< αγγλ. heat exchanger, 1902] , εναλλάκτης ρεύματος (επίσ.): ΗΛΕΚΤΡ. ινβέρτερ. [< πβ. μτγν. ἐναλλάκτης ‘αυτός που αντιστρέφει τη φυσική τάξη’ ] | |
| 16026 | εναλλακτικός | , ή, ό [ἐναλλακτικός] ε-ναλ-λα-κτι-κός επίθ. 1. διαφορετικός ή αντίθετος από το καθιερωμένο και συμβατικό· μη θεσμοθετημένος: ~ός: κινηματογράφος. ~ή: διαχείριση απορριμμάτων/ενημέρωση (μέσω ίντερνετ)/θεραπεία/κοινότητα//πολιτική/τεχνολογία (βλ. οικονομικός, οικολογικός). ~ό: αυτοκίνητο/θέατρο/ροκ/σχολείο/φεστιβάλ. ~ές: διακοπές. ~ά: (ΠΟΛΙΤ.) κινήματα. Πβ. αλτέρνατιβ, πρωτοποριακός. 2. που μπορεί να διαδεχθεί ή να αντικαταστήσει κάποιον ή κάτι άλλο: ~ή: επιλογή/μέθοδος/πρόταση. ~ό: σχέδιο. ~οί: τρόποι (επίλυσης των διαφορών). ~ές: δυνατότητες. Βλ. διαδοχικός, περιοδικός.|| (ως ουσ.) Δεν έχει άλλη/καμία ~ή (ενν. λύση). ● ΣΥΜΠΛ.: Εναλλακτική Αγορά : ΟΙΚΟΝ. μη οργανωμένη αγορά του Χρηματιστηρίου, στην οποία συμμετέχουν οι πολύ μικρές επιχειρήσεις., εναλλακτική ιατρική: που υποκαθιστά τις συμβατικές ιατρικές θεραπείες, κυρ. τη χρήση φαρμάκων. Βλ. ομοιοπαθητική, βελονισμός, ρεφλεξολογία, συμπληρωματική ιατρική, χειροπρακτική. [< αγγλ. alternative medicine, 1972] , εναλλακτική στέγη: ΝΟΜ. προσωρινή ή μόνιμη κατοικία που παρέχεται σε μέλη συνόλου που εκδιώχθηκαν ή αποχώρησαν λόγω γενικής κρίσης από τα σπίτια όπου διέμεναν., εναλλακτικός τουρισμός: το σύνολο των ολοκληρωμένων τουριστικών υπηρεσιών, οι οποίες στηρίζονται σε οικολογικά ανεκτές και ήπιες δραστηριότητες, ενώ αναδεικνύουν, χωρίς να καταστρέφουν, το φυσικό κάλλος μιας περιοχής: ορεινός ~ ~. Βλ. θεματικός τουρισμός, οικοτουρισμός., ανανεώσιμες/εναλλακτικές πηγές/μορφές ενέργειας βλ. ανανεώσιμος, εναλλακτικά καύσιμα βλ. καύσιμα, εναλλακτική (κοινωνική) θητεία βλ. θητεία, εναλλακτικό και αλληλέγγυο εμπόριο βλ. εμπόριο [< μτγν. ἐναλλακτικός ‘αυτός που διαφοροποιεί’, γαλλ. alternatif, αγγλ. alternative] | |
| 16027 | εναλλάξ | [ἐναλλάξ] ε-ναλ-λάξ επίρρ. (λόγ.): (για κάτι που γίνεται) με εναλλαγή, διαδοχικά: Σηκώστε ~ κάθε χέρι (: μία το ένα μία το άλλο). Εκτελέστε τις ασκήσεις ~ (: τη μία μετά την άλλη). (κ. ως επίθ.) ~ κίνηση των χεριών. ΣΥΝ. εκ περιτροπής ● ΣΥΜΠΛ.: εκτός/εντός εναλλάξ γωνίες βλ. γωνία [< αρχ. ἐναλλάξ] | |
| 16028 | εναλλάξιμος | , η, ο [ἐναλλάξιμος] ε-ναλ-λά-ξι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να εναλλάσσεται: ~οι: φακοί. ~α: καλύμματα. Πβ. ανταλλάξιμος. Βλ. εναλλακτικός.|| ~ο: προσωπικό. Η θέση του Γενικού Διευθυντή είναι ~η (: μπορεί να την πάρει και κάποιος άλλος, εφόσον έχει τα απαραίτητα προσόντα). Βλ. προσωποπαγής.|| ~ες: λέξεις. Πβ. συνώνυμος. [< αγγλ. interchangeable] | |
| 16029 | εναλλαξιμότητα | [ἐναλλαξιμότητα] ε-ναλ-λα-ξι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): δυνατότητα εναλλαγής. Πβ. ανταλλαξιμ-, υποκαταστασιμ-ότητα. [< γαλλ. interchangeabilité, 1902] | |
| 3645 | Εναλλάσσομαι | [ἀνεβοκατεβαίνω] α-νε-βο-κα-τε-βαί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ανεβοκατέβηκα} (προφ.): ανεβαίνω και κατεβαίνω πολλές φορές: ~ ορόφους/σκαλιά.|| ~ Αθήνα-Θεσσαλονίκη. Πβ. πηγαινοέρχομαι.|| Αυτοκίνητα και φορτηγά ανεβοκατέβαιναν τη λεωφόρο. Πβ. διασχίζω. ● ανεβοκατεβαίνει (μτφ.): αυξομειώνεται (κάτι) συνεχώς: ~ η αξία του πετρελαίου θέρμανσης/η στάθμη της θάλασσας. Οι μετοχές των εταιρειών ~ουν σαν ασανσέρ. [< μεσν. ανεβοκατεβαίνω] | |
| 16030 | εναλλασσόμενος | , η, ο [ἐναλλασσόμενος] ε-ναλ-λασ-σό-με-νος επίθ.: που εναλλάσσεται: ~η: προεδρία. ~ο: ρεπερτόριο. ~ες: βάρδιες/καλλιέργειες (βλ. αμειψισπορά). ● ΣΥΜΠΛ.: εναλλασσόμενη κατάρτιση βλ. κατάρτιση, εναλλασσόμενη τάση βλ. τάση, εναλλασσόμενο ρεύμα βλ. ρεύμα [< μτγν. ἐναλλασσόμενος] | |
| 16031 | εναλλάσσω | [ἐναλλάσσω] ε-ναλ-λάσ-σω ρ. (μτβ.) {-εται, μτχ. ενεστ. εναλλασσ-όμενος, εναλλάσσ-οντας, συνήθ. μεσοπαθ.} : αντικαθιστώ κάτι με κάτι άλλο: Στην ταινία ~εται η κωμωδία με/και το δράμα. [< αρχ. ἐναλλάσσω] | |
| 16032 | ενάμισης, μιάμιση, ενάμισι | [ἑνάμισης] ε-νά-μι-σης αριθμητ. επίθ. απόλ.: ένας και μισός: ενάμισης χρόνος. Μιάμιση ώρα. Ενάμισι μέτρο. [< μεσν. ενάμισης] | |
| 16033 | ενάμνιος | , α, ο [ἐνάμνιος] ε-νά-μνι-ος επίθ. (λόγ.): ΑΝΑΤ. αμνιακός. | |
| 16034 | ενανθράκωση | [ἐνανθράκωση] ε-ναν-θρά-κω-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. εμπλουτισμός μετάλλου με άνθρακα, προκειμένου να αποκτήσει επιθυμητές μηχανικές ιδιότητες: ~ του σκυροδέματος. [< γαλλ. carburation] | |
| 16035 | ενανθρώπησε | [ἐνανθρώπησε] ε-ναν-θρώ-πι-σε ρ. (αμτβ.) & ενανθρωπίστηκε {(λόγ.) ενανθρωπίσθηκε}: ΘΕΟΛ. (για τον Χριστό) ενσαρκώθηκε. [< μτγν. ἐνανθρωπῶ, μεσν. ενανθρωπίζομαι] | |
| 16036 | ενανθρώπηση | [ἐνανθρώπηση] ε-ναν-θρώ-πη-ση ουσ. (θηλ.) & ενανθρώπιση: ΘΕΟΛ. ενσάρκωση του Χριστού. Πβ. κένωση. [< μτγν. ἐνανθρώπησις] | |
| 16037 | έναντι | [ἔναντι] έ-να-ντι επίρρ. (λόγ., + γεν.) 1. σε σχέση με, συγκριτικά, αναφορικά: Ανακάμπτει/υποχώρησε το ευρώ ~ των κυριότερων νομισμάτων. Υπερτερεί ~ των υπολοίπων. Πβ. αναλογικά.|| Θετική η στάση του κοινού ~ (= ως προς, όσον αφορά) των προγραμμάτων ανακύκλωσης. 2. (για χρηματικό αντάλλαγμα) αντί: ~ αποζημίωσης/οφειλής. Πληρωμή ~ λογαριασμού (: που έχει αντίκρισμα). Έργο ασφαλισμένο ~ ... δολαρίων.|| (απόλ.) Έδωσα/έλαβα χίλια ευρώ ~ (= προκαταβολικά). 3. απέναντι: Το κατάστημα βρίσκεται ~ του νοσοκομείου. Πβ. αντίκρυ. ● ΦΡ.: αντί/έναντι πινακίου φακής βλ. πινάκιο, έναντι αμοιβής βλ. αμοιβή, έναντι καταβολής βλ. καταβολή [< μτγν. ἔναντι, γαλλ. contre] | |
| 16038 | ενάντια | [ἐνάντια] ε-νά-ντι-α πρόθ. (+ σε): εναντίον, κατά: διαδήλωση/εκστρατεία ~ στα ναρκωτικά/στον ρατσισμό/στη φτώχεια. Πηγαίνει ~ στο ρεύμα (= κόντρα). [< μεσν. ενάντια] | |
| 16039 | εναντίον | [ἐναντίον] ε-να-ντί-ον πρόθ. (λόγ., + γεν.): για δήλωση αντίθεσης, εναντίωσης, αντιπαλότητας· κατά: μόνος ~ όλων. Μάχη/πάλη ~ των εχθρών/του οργανωμένου εγκλήματος. Κρούσματα βίας ~ γυναικών και παιδιών. Το ~ του κατηγορητήριο/κλίμα. Είναι ~ του πολέμου (= αντιτίθεται). Αγωνίζεται ~ της διαφθοράς. Άσκησε έφεση ~ της δικαστικής απόφασης. Επιτέθηκαν/πολέμησαν/στράφηκαν/τάχθηκαν ~ τους. ΣΥΝ. ενάντια ΑΝΤ. υπέρ (1) ● ΦΡ.: τουναντίον/το εναντίον (λόγ.): αντίθετα, απεναντίας, ίσα ίσα: Δεν προτίθεται να του αντιταχθεί. ~ ~, σέβεται τη συμφωνία τους. [< αρχ. ἐναντίον, γαλλ. contre] | |
| 16040 | ενάντιος | , α, ο [ἐνάντιος] ε-νά-ντι-ος επίθ. (λόγ.): αντίθετος: ~ες: απόψεις/δυνάμεις. Πβ. αλληλοσυγκρουόμενος, διαφορετικός.|| (για πρόσ.) Είναι/παραμένει (κάθετα) ~ στον πόλεμο. ΑΝΤ. σύμφωνος.|| ~οι: καιροί (= δύσκολοι). ~ες: συνθήκες (= αντίξοες, δυσμενείς).|| (από αντίθετη κατεύθυνση:) ~ος: άνεμος (βλ. ούριος). ● Ουσ.: ενάντιο (το): το αντίθετο. ● ΣΥΜΠΛ.: ενάντιες έννοιες: ΦΙΛΟΣ. διαφορετικές έννοιες για τις οποίες ισχύει η αρχή, σύμφωνα με την οποία, όταν τίθεται η μία, αίρεται η άλλη και, όταν αίρεται η άλλη, δεν τίθεται κατ' ανάγκη η πρώτη (π.χ. πρωί-βράδυ, άσπρο-μαύρο). ● ΦΡ.: μέχρι(ς) αποδείξεως του αντιθέτου/του εναντίου βλ. απόδειξη [< αρχ. ἐναντίος] | |
| 16041 | εναντιότητα | [ἐναντιότητα] ε-να-ντι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αντίθεση, εναντίωση, αντιπαλότητα· κατ'επέκτ. αντιξοότητα: εχθρότητα και ~.|| Παρ' όλες τις ~ες, ... (= αναποδιές, δυσκολίες, εμπόδια). Βλ. -ότητα. [< αρχ. ἐναντιότης] | |
| 16042 | εναντιωματικός | , ή, ό [ἐναντιωματικός] ε-να-ντι-ω-μα-τι-κός επίθ.: που δηλώνει εναντίωση: (ΓΡΑΜΜ.) ~ή: μετοχή. ~ές: προτάσεις (: εισάγονται με τους ~ούς συνδέσμους, π.χ. αν και, ενώ, μολονότι, παρόλο). Βλ. παραχωρητικός.|| (ΨΥΧΟΛ.) Διαταραχή ~ής συμπεριφοράς.|| ~ός: ρόλος. Πβ. αντιθετικός. [< μτγν. ἐναντιωματικός] | |
| 16043 | εναντιώνομαι | [ἐναντιώνομαι] ε-να-ντι-ώ-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {εναντιώ-θηκα, -μένος, εναντιων-όμενος} (+ σε) : αντιτίθεμαι: ~εται (ανοιχτά/με όλες του τις δυνάμεις/σθεναρά) στη βία//στις διακρίσεις/στη διαφθορά (= αντιστέκεται). ~θηκε (= όρθωσε το ανάστημά του ενάντια) στο κατεστημένο/στον πόλεμο. ΑΝΤ. συμφωνώ.|| Δεν μπορεί να του ~θεί κανείς (πβ. κοντράρω). ΣΥΝ. αντιτάσσομαι [< αρχ. ἐναντιοῦμαι]Ι |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ