| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 16044 | εναντίωση | [ἐναντίωση] ε-να-ντί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αντίθεση: έμπρακτη ~ απέναντι/προς/σε κάθε μορφή εξουσίας. ~ της κοινής γνώμης στα μεταλλαγμένα. Δικαίωμα/ψήφισμα ~ης. Έδειξε/εξέφρασε την ~ή του. Παρά τις ~ώσεις, ... Πβ. αντίρρηση. ΣΥΝ. αντίδραση (2), αντίσταση (1) ΑΝΤ. συμφωνία (3) [< αρχ. ἐναντίωσις] | |
| 16045 | εναπόθεση | [ἐναπόθεση] ε-να-πό-θε-ση ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.-επιστ.) συγκέντρωση, συσσώρευση: ~ λάσπης/μπάζων. ~ λυμάτων στο ποτάμι. Ανεξέλεγκτη ~ απορριμμάτων.|| Τοπική ~ λίπους (= ψωμάκια). ~έσεις ασβεστίου στις αρτηρίες/στους ιστούς (= ασβεστοποίηση· βλ. στένωση). ΣΥΝ. απόθεση 2. (μτφ.-λόγ.) τοποθέτηση, στήριξη: ~ των ελπίδων/της τύχης τους στο πρόσωπό του. [< 1: μτγν. ἐναπόθεσις, γαλλ. déposition, dépôt] | |
| 16046 | εναποθέτω | [ἐναποθέτω] ε-να-πο-θέ-τω ρ. (μτβ.) {εναπόθε-σα (λόγ.) εναπέθεσα, εναποτίθ-εται (σπάν. προφ. εναποθέτεται), (λόγ.) -ετο, εναποτέθηκε, (λόγ.) εναποτεθειμένος, εναποθέτ-οντας} (λόγ.) 1. ακουμπώ, αφήνω, τοποθετώ· συγκεντρώνω, συσσωρεύω: Τα εμπορεύματα ~ενται στις αποθήκες.|| Απόβλητα/ιζήματα που έχουν εναποτεθεί στη λίμνη. ΣΥΝ. αποθέτω (1) 2. (μτφ.) βασίζω, στηρίζω: Έχουν ~σει τις ελπίδες/τις προσδοκίες τους στο πρόσωπό του. ~ει την τύχη του στα χέρια τους. Πβ. αποθέτω. [< 1: μτγν. ἐναποτίθημι, γαλλ. déposer 2: γαλλ. se reposer] | |
| 16047 | εναποθήκευση | [ἐναποθήκευση] ε-να-πο-θή-κευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αποθήκευση: εγκαταστάσεις ~ης γεωργικών προϊόντων/υγρών καυσίμων (= αποθήκες). Βλ. στοκ. [< γαλλ. emmagasinage] | |
| 16048 | εναποθηκεύω | [ἐναποθηκεύω] ε-να-πο-θη-κεύ-ω ρ. (μτβ.) (λόγ.): αποθηκεύω: ~μένα: εμπορεύματα.|| Οι μέλισσες ~ουν το μέλι στις κηρήθρες. [< γαλλ. emmagasiner] | |
| 16049 | εναπόκειται | [ἐναπόκειται] ε-να-πό-κει-ται ρ. (αμτβ.) {σπανιότ. παρατ. εναπέκειτο κ. εναπόκειτο} (απαιτ. λεξιλόγ.): εξαρτάται από κάποιον ή κάτι: H ευθύνη ~ στους αρμοδίους. Τα πάντα ~εινται σε εμάς (: είναι στο χέρι μας).|| (απρόσ.) ~ στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης/στο δικαστήριο να ... Πβ. αφήνεται. ΣΥΝ. απόκειται (1), επαφίεται [< πβ. μτγν. ἐναπόκειμαι ‘είμαι κλεισμένος, βρίσκομαι’, αγγλ. lies in] | |
| 16050 | εναπομένει | [ἐναπομένει] ε-να-πο-μέ-νει ρ. (αμτβ.) {εναπέμεινε (σπανιότ. προφ.) εναπόμεινε, εναπομείνει (συνηθέστ. λόγ. μτχ. εναπομείνας, -ασα, -αν)} (λόγ.): μένει, απομένει: Έχει ήδη εκδοθεί ο δεύτερος τόμος και ~ ο τρίτος (= υπολείπεται). Οι τοιχογραφίες που έχουν εναπομείνει στον ναό.|| (απρόσ.) ~ να διαπιστωθεί αν ... ● Μτχ.: εναπομείνας , ασα, αν: υπόλοιπος: η ~ασα ποσότητα καυσίμων. Οι ~αντες ελεύθεροι χώροι. Τα ~αντα εισιτήρια (: απούλητα). Ο ~ χρόνος είναι πολύ λίγος. [< μτγν. ἐναπομένω] | |
| 16051 | εναποτίθεται | βλ. εναποθέτω | |
| 16052 | ενάργεια | [ἐνάργεια] ε-νάρ-γει-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): καθαρότητα, διαύγεια της σκέψης ή της έκφρασης, σαφήνεια: πνευματική ~. Η ακρίβεια και ~ του λόγου του. Οι χαρακτήρες του βιβλίου διαγράφονται με ~. Πβ. ευκρίνεια. [< αρχ. ἐνάργεια] | |
| 16053 | εναργής | , ής, ές [ἐναργής] ε-ναρ-γής επίθ. {εναργ-ούς | -είς (ουδ. -ή) · εναργέστ-ερος, -ατος} (απαιτ. λεξιλόγ.): που χαρακτηρίζεται από ενάργεια: ~ής: αφήγηση/εικόνα. Πβ. ευκρινής, ξεκάθαρος, σαφής. ● επίρρ.: εναργώς [ῶς] [< αρχ. ἐναργής] | |
| 16054 | ενάρετος | , η, ο [ἐνάρετος] ε-νά-ρε-τος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από αρετή: ~ος: χριστιανός. Έντιμος/ευσεβής και ~.|| ~ος: βίος. ~η: ψυχή. Πβ. ηθικός, χρηστός. ΑΝΤ. φαύλος ● επίρρ.: ενάρετα [< μτγν. ἐνάρετος] | |
| 16055 | έναρθρος | , η, ο [ἔναρθρος] έ-ναρ-θρος επίθ. ΑΝΤ. άναρθρος 1. που παράγεται με άρθρωση φθόγγων· που αποτελείται από συλλαβές και λέξεις με νόημα, σημασία: ~η: γλώσσα. Ο ~ (= φωνούμενος) λόγος σε αντιδιαστολή προς τον ενδιάθετο. 2. ΓΡΑΜΜ. που συνοδεύεται από άρθρο, κυρ. οριστικό: ~ο: ουσιαστικό. ● επίρρ.: έναρθρα [< 1: μτγν. ἔναρθρος] | |
| 16056 | ενάριθμος | , η, ο [ἐνάριθμος] ε-νά-ριθ-μος επίθ.: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. που έχει αριθμό: ~ος: κωδικός. ~α: αυτοκίνητα (: με αριθμό κυκλοφορίας). ~α: δέματα (: που φέρουν αύξοντα αριθμό και παραλαμβάνονται χωρίς δελτίο αποστολής). ● ΣΥΜΠΛ.: μπάσο κοντίνουο βλ. μπάσο [< αρχ. ἐνάριθμος ‘απαριθμημένος’] | |
| 16057 | εναρκτήριος | , α/ος, ο [ἐναρκτήριος] ε-ναρ-κτή-ρι-ος επίθ.: που σηματοδοτεί την έναρξη ενός συμβάντος ή έργου: ο ~ αγώνας του πρωταθλήματος. Η ~α συνάντηση της επιτροπής. ~ο μάθημα (: κυρ. σε πανεπιστήμιο). Πβ. αρχικός, πρώτος.|| (σε συνέδριο) ~ος: χαιρετισμός. ~α (= εισαγωγική) ομιλία. ~οι: λόγοι. Βλ. -τήριος. ΑΝΤ. καταληκτικός, ληκτικός ● ΣΥΜΠΛ.: εναρκτήριο λάκτισμα βλ. λάκτισμα | |
| 16058 | εναρμονίζω | [ἐναρμονίζω] ε-ναρ-μο-νί-ζω ρ. (μτβ.) {εναρμόνι-σε, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, εναρμονίζ-οντας, -όμενος, εναρμονι-σμένος} 1. κάνω κάτι να βρίσκεται σε αρμονία με κάτι άλλο: Διατάξεις που ~ουν το Εθνικό με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Η αρχιτεκτονική του κτιρίου ~εται με αυτή του οικισμού (= συνδυάζεται, ταιριάζει). Ιδέες/στόχοι/συμφέροντα που ~ονται μεταξύ τους (= συμφωνούν). Εκπαίδευση ~όμενη με τις απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής ... Πβ. ευθυγραμμίζω, προσαρμόζω, συμβιβάζω. 2. ΜΟΥΣ. (σπανιότ.) προσθέτω αρμονία σε μια μελωδία: ~σε εκκλησιαστικά τροπάρια. Βλ. ενορχηστρώνω, μελοποιώ. ● βλ. εναρμονισμένος [< γαλλ. harmoniser, αγγλ. harmonize] | |
| 16059 | εναρμόνιος | , α, ο [ἐναρμόνιος] ε-ναρ-μό-νι-ος επίθ. (για φθόγγο) : ΜΟΥΣ. που έχει δύο διαφορετικές εκφορές (πχ. ντο δίεση και ρε ύφεση). [< αρχ. ἐναρμόνιος ‘αρμονικός, μελωδικός’, γαλλ. enharmonique, αγγλ. enharmonic] | |
| 16060 | εναρμόνιση | [ἐναρμόνιση] ε-ναρ-μό-νι-ση ουσ. (θηλ.) & εναρμονισμός (ο): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εναρμονίζω: φορολογική ~ (: στην Ευρωπαϊκή Ένωση). ~ (= ευθυγράμμιση, προσαρμογή) της εθνικής νομοθεσίας με/προς την κοινοτική. ~ (= συνδυασμός) της οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής. ~ νου και σώματος. Πβ. συμβιβασμός, συμφωνία.|| (σπάν. ΜΟΥΣ.) ~ τραγουδιών. ● ΣΥΜΠΛ.: Γραφείο Εναρμόνισης (στην Εσωτερική Αγορά): ΠΟΛΙΤ. επίσημος φορέας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αρμόδιος για τη διαχείριση και καταχώριση κοινοτικών σημάτων, σχεδίων και υποδειγμάτων. [< αγγλ. Office for Harmonization (in the Internal Market)] [< γαλλ. harmonisation, αγγλ. harmonization] | |
| 16061 | εναρμονισμένος | , η, ο [ἐναρμονισμένος] ε-ναρ-μο-νι-σμέ-νος επίθ.: που βρίσκεται σε αρμονία με κάτι: ξενώνας από πέτρα και ξύλο ~ με το τοπίο. ~ες πρακτικές τιμολόγησης (των υπηρεσιών).|| (για πρόσ.) ~οι με το πνεύμα των Χριστουγέννων. Πβ. ευθυγραμμι-, προσαρμο-σμένος. ● ΣΥΜΠΛ.: εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή/πληθωρισμός: ΟΙΚΟΝ. συγκρίσιμος δείκτης τιμών καταναλωτή που καταρτίζει κάθε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης., εναρμονισμένα πρότυπα βλ. πρότυπο ● βλ. εναρμονίζω [< γαλλ. harmonisé, αγγλ. harmonized] | |
| 16062 | εναρμονισμός | βλ. εναρμόνιση | |
| 16063 | έναρξη | [ἔναρξη] έ-ναρ-ξη ουσ. (θηλ.): αρχή, ξεκίνημα: ~ επαγγέλματος/ισχύος (της συμφωνίας)/κυκλοφορίας (του περιοδικού)/λειτουργίας/συνεργασίας. ~ του διαλόγου/των διαπραγματεύσεων (ΑΝΤ. διακοπή). Ημερομηνία/σήμα/τελετή/ώρα ~ης. Με την ~ της σεζόν/σχολικής χρονιάς. Αμέσως μετά/λίγο πριν την ~ του αγώνα. Ενάρξεις νέων τμημάτων. Η ~ των μαθημάτων ορίστηκε/προγραμματίστηκε για ... Έγινε η ~ της έκθεσης (: ξεκίνησε). Κήρυξε την επίσημη ~ (των εργασιών) του συνεδρίου. Βλ. επαν~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Μενού ~ης. ΑΝΤ. λήξη ● ΣΥΜΠΛ.: τίτλοι τέλους & τίτλοι αρχής/έναρξης βλ. τίτλος [< μτγν. ἔναρξις, αγγλ. start] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ