| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 16064 | ένας, μία/μια, ένα | [ἕνας, ἕνα] έ-νας, μί-α, έ-να αριθμητ. 1. (αριθμητ. επίθ. απόλ.) που ανέρχεται ποσοτικά στη μονάδα: μείον/συν ~ βαθμός. ~ από τους σημαντικότερους ζωγράφους. Διακόσιοι ~ επιβάτες. Ένα μέτρο/κιλό. Το ένα δεύτερο (: το μισό) των κατοίκων. Περισσότερα του ενός άτομα. Κέρδη ενός εκατομμυρίου ευρώ. Έναν χρόνο μετά ... ~ στους δύο κερδίζει. Ήρθε μόνο ~. Έχει περάσει μία ολόκληρη ώρα. Νίκησαν για μία/μια ακόμα (: άλλη μια) φορά. Μας μοίρασε από ένα δώρο (ΑΝΤ. διάφορα, πολλά). Βλ. εικοσι~.|| Έκλεισε το ένα του μάτι.|| (για την ώρα) Είναι μία (το μεσημέρι/το βράδυ). Γύρισε στη/(εσφαλμ.) στις μία. Σε ένα τέταρτο (: δεκαπέντε λεπτά).|| (για ημερομηνίες) Στις τριάντα μία Οκτωβρίου.|| (εμφατ., το θηλ. στον τ. μία) ~ είναι ο αρχηγός! Μία (και) μόνο λύση υπάρχει! Η αλήθεια είναι μία (και μοναδική).|| (επιτατ., πριν από ονόματα) Κάθε πότε γεννιέται ~ Αϊνστάιν (: κάποιος τόσο σημαντικός);|| Από ένα (: το ίδιο) καλούπι βγήκαν και τα δύο. 2. {(λαϊκό γεν.) αρσ. μιανού, θηλ. μιανής, (προφ.-λογοτ.) αιτ. θηλ. μιαν} για κάποιον ή κάτι που δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια και ακρίβεια, που δηλώνεται αόριστα: (ως αόρ. άρθ.) μια δύσκολη κατάσταση. Η αρχή μιας φιλίας. ~ πρώτος απολογισμός δείχνει ότι ... Κάνε μια ευχή/προσπάθεια! Το ντύσιμο ενός ανθρώπου δεν αποκαλύπτει πάντα και τον χαρακτήρα του. Ένα (: κανένα) καλό δεν ακούς απ' το στόμα του. (εμφατ.) Είναι ~ ζωντανός θρύλος/τίποτα/ένα τέλειο ζευγάρι. Έχει μία/μια υγρασία! Έχει ένα ύφος που ...|| (ως αόρ. αντων., κάποιος:) Τραγούδια μιας άλλης εποχής. Σε ζήτησε ~ (κύριος). ~ που (: όποιος) ενδιαφέρεται πραγματικά δεν φέρεται έτσι. Ανακάλυψε έναν νέο τρόπο να ... Οι ατυχίες διαδέχονται η μια την άλλη (βλ. αλληλο-). Τον πλησίασε ένα παιδί. Ένα βράδυ δεν γύρισε σπίτι. ● ΦΡ.: (και) μια και δυο (προφ. σε διήγηση/αφήγηση): για να δηλωθεί έναρξη μετακίνησης προς ορισμένη κατεύθυνση ή χρονική διαδοχή (γεγονότων, πράξεων): (σε παραμύθι) ~ ~ λοιπόν (ξε)κίνησε να πάει ... Μαζεύουν τα πράγματά τους και ~ ~ αποφασίζουν να γυρίσουν στην πατρίδα., (μου) έρχεται μία η άλλη (προφ., για έξοδα): δεν επιβαρύνομαι επιπλέον. Πβ. ίσα βάρκα ίσα νερά., δεν έχω μία (προφ.): δεν έχω καθόλου χρήματα, είμαι απένταρος: ~ ~ πάνω μου. ΣΥΝ. δεν έχω φράγκο, είμαι/έμεινα πανί με πανί, είσαι εσύ ένας/ένας εσύ! (οικ.-ειρων.): για να δηλωθεί συνήθ. ότι κάποιος είναι καταφερτζής ή πονηρός., ένα και το αυτό: το ίδιο (ακριβώς): Είτε φύγεις είτε μείνεις είναι ~ ~ (πράγμα)!|| (σπανιότ.) ~ας και ο αυτός άνθρωπος., ένας από μας: για πρόσωπο που ανήκει στην ίδια ομάδα (κοινωνική, ιδεολογική) με αυτόν που διατυπώνει τη φράση: Γίνε και συ/είναι και αυτός ~ ~., ένας δυο/ένας και δύο: για να δηλωθεί μικρή ποσότητα, μικρός αριθμός (κατά προσέγγιση): Δεν βρέθηκαν παρά ένας δυο άνθρωποι να μας βοηθήσουν. Τον είδα μια δυο (= ελάχιστες, λίγες) φορές. Θ' αναφερθώ σε ένα δυο ζητήματα ακόμα. ΣΥΝ. δυο τρεις.|| Βρέθηκαν λύσεις και μάλιστα όχι μία και δύο (= πολλές)., ένας ένας (προφ.): ο ένας μετά τον άλλο, με τη σειρά: Περάστε ~ ~, παρακαλώ· όχι όλοι μαζί! Άνοιξε μία μία/μια μια τις πόρτες. Απαρίθμησε ένα ένα τα προβλήματα (: καθένα χωριστά)., ένας ίσον κανένας (προφ.): ένα μόνο (στοιχείο από ένα σύνολο) δεν έχει καμία αξία, είναι πολύ λίγο., ένας και μοναδικός (εμφατ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος ή κάτι είναι ξεχωριστό(ς)., ένας κάποιος (εμφατ.-ειρων.): κάποιος: Στα λόγια του διαφαίνεται ~ ~ κυνισμός/μια ~α απογοήτευση. Έχει ένα ~ο δίκιο. Άνθρωποι μιας ~ας ηλικίας (βλ. τρίτη ηλικία)., ένας κι ένας (προφ.): ιδιαίτεροι, ξεχωριστοί, διαλεκτοί: Είναι όλοι τους (πραγματικά) ~ ~. (ειρων.) Τι να σου πω, οι επιλογές τους είναι μία και μία!, ένας λόγος/μια κουβέντα είναι: για κάτι που είναι εύκολο στα λόγια, αλλά στην πράξη δύσκολο: ~ ~ ότι όλα τα προβλήματα θα λυθούν. ~ ~ η απώλεια βάρους!, ένας προς ένα(ν): ο καθένας χωριστά: Όλοι οι παράγοντες εξετάστηκαν λεπτομερώς ~ ~. Ακολούθησε τις οδηγίες μία ~ μία. Ας δούμε ~α ~ τα κυριότερα σημεία ..., με τη μία (προφ.): μια κι έξω, αμέσως: Τα είπες όλα ~ ~!.Κατάλαβε ~ ~., μία σου και μία μου (προφ.): για πράξη που αποτελεί ανταπόδοση άλλης: Μου την έφερες, σου τη φέρνω κι εγώ τώρα. ~ ~! Πβ. οφθαλμόν αντί οφθαλμού, πάτσι., μία/μια ο ένας, μία/μια ο άλλος: τη μία φορά ο ένας, την άλλη ο άλλος· πότε ο ένας, πότε ο άλλος: ~ ~, δεν μ' αφήνουν να ησυχάσω. Μια το ένα μια το άλλο (: όλο κάτι τυχαίνει), δεν έχω καταφέρει να έρθω να σας δω., ο ένας ... ο άλλος: προκειμένου να δηλωθεί: (επιμερισμός) Ο ~ πήγε από 'δω κι ο ~ από 'κει.|| (διάζευξη) Ή/είτε ~ ή/είτε ~ (: ο ένας από τους δύο) θα απομακρυνθεί.|| (άρνηση, εμφατ.) Ούτε ~ ούτε ~ λένε την αλήθεια (: κανένας από τους δύο).|| (σύνδεση, προσθήκη) Και ~ και ~ (: και οι δύο) έχουν δίκιο., ο ένας μετά τον άλλο: διαδοχικά, με τη σειρά ή με άμεση χρονική ακολουθία: Να ακολουθήσει ~ ~ (= ο ένας πίσω από τον άλλο, ένας ένας). Οι επίσημοι έφθαναν ~ ~. Οι επιτυχίες έρχονται η μία μετά την άλλη. Κάνει λάθη το ένα μετά το άλλο. [< γαλλ. l' un après l' autre] , ούτε ένας: (σε αρνητ. προτάσεις, εμφατ.) κανένας: ~ ~ δεν τον πίστεψε. Δεν αντάλλαξαν ~ μια κουβέντα. Δεν άκουσα ~ ένα ευχαριστώ.|| (σπανιότ.) ~ μιας μέρας διακοπή. Δεν είναι ~ ενός έτους ... [< γαλλ. pas un (ne)] , τη μία/μια ... την άλλη (προφ.): τη μία φορά ... την άλλη φορά, άλλοτε ... άλλοτε, πότε ... πότε: ~ τα λες έτσι, ~ αλλιώς., (ένα) και να καίει! βλ. καίω, (ούτε) ένα ποτήρι νερό βλ. νερό, άλλο το ένα κι άλλο το άλλο βλ. άλλος, από τη μια (πλευρά/μεριά) ..., από την άλλη (πλευρά/μεριά) βλ. πλευρά, για μισό/για ένα λεπτό βλ. λεπτό, δεν αξίζει/δεν πιάνει μία/δεκάρα βλ. αξίζω, διά/με μιας βλ. διά, εις σάρκα μία(ν) βλ. σαρξ, ένα (μόνο) σου λέω βλ. λέω, ένα ζώο και μισό βλ. ζώο, ένα κάρο βλ. κάρο, ένα/μισό λεπτό βλ. λεπτό, έναν καιρό βλ. καιρός, ένας βλάκας και μισός βλ. βλάκας, ένας Θεός ξέρει βλ. θεός, ένας, αλλά λέων! βλ. λέων, ενός λεπτού σιγή βλ. λεπτό, κατά (ένα) μεγάλο μέρος βλ. μέρος, μάνα είναι μόνο μία βλ. μάνα, με ένα στόμα βλ. στόμα, με μια λέξη βλ. λέξη, με τον ένα(ν) ή τον άλλο τρόπο βλ. τρόπος, μέχρις ενός βλ. μέχρι, μη το ένα μη το άλλο βλ. μη & μην, μια (και) για πάντα βλ. πάντα, μία από τα ίδια βλ. ίδιος2, μία είναι η ουσία βλ. ουσία, μια ζωή την έχουμε βλ. ζωή, μια στιγμή! βλ. στιγμή, μια φορά κι έναν καιρό ... βλ. καιρός, μια/μία και καλή βλ. καλή, μια/μία κι έξω βλ. έξω, μιας χρήσης/χρήσεως βλ. χρήση, ο ένας κι ο άλλος βλ. άλλος, ο ένας με τον άλλο βλ. άλλος, ο ένας πάνω στον άλλο βλ. πάνω & επάνω, ο ένας του άλλου/(σ)τον άλλο(ν) βλ. άλλος, πλην ενός βλ. πλην, ρίχνω μια ματιά σε κάτι βλ. ρίχνω, σαν ένας άνθρωπος βλ. άνθρωπος, σε μια/κάποια στιγμή βλ. στιγμή, του πήγε να βλ. πηγαίνω & πάω [< μεσν. ένας, μία, ένα, γαλλ. un, αγγλ. one, γερμ. ein] | |
| 16065 | ενάσκηση | [ἐνάσκηση] ε-νά-σκη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): άσκηση: ~ εξουσίας/καθηκόντων (= εκτέλεση).|| (ΝΟΜ.) Δικαίωμα ~ης επικαρπίας. [< μεσν. ενάσκησις, γαλλ. exercice] | |
| 16066 | ενασκώ | [ἐνασκῶ] ε-να-σκώ ρ. (μτβ.) {ενασκ-είς ... | ενάσκ-ησε, -είται, -ούμενος} (επίσ.): ασκώ: Οι μέτοχοι ~ούν τα δικαιώματά τους (= κάνουν χρήση των ...). ~είται η διοίκηση/εποπτεία. Πβ. εκτελώ. [< μτγν. ἐνασκῶ, γαλλ. exercer] | |
| 16067 | έναστρος | , η, ο [ἔναστρος] έ-να-στρος επίθ. (λόγ.-λογοτ.): γεμάτος αστέρια: ~ος: ουρανός. ~η: νύχτα. ΣΥΝ. αστερόεις ΑΝΤ. άναστρος [< μτγν. ἔναστρος] | |
| 16068 | ενασχόληση | [ἐνασχόληση] ε-να-σχό-λη-ση ουσ. (θηλ.): συστηματική ασχολία με κάτι: δημιουργική/επαγγελματική/ερασιτεχνική/καθημερινή/πνευματική/πρακτική/προσφιλής ~. ~ με τον αθλητισμό/τα κοινά/τον πολιτισμό/την τέχνη. Αντικείμενα/πεδίο ~ης. Πβ. απασχόληση. ● ενασχολήσεις: δραστηριότητες, ενδιαφέροντα: καλλιτεχνικές/λογοτεχνικές/ποικίλες/ψυχαγωγικές ~. Πβ. χόμπι. [< μεσν. ενασχόλησις] | |
| 16069 | ενασχολούμαι | [ἐνασχολοῦμαι] ε-να-σχο-λού-μαι ρ. {-είσαι ... | ενασχολή-θηκα, ενασχολ-ούμενος} (λόγ.): ασχολούμαι συστηματικά με κάτι: ~είται με την πολιτική/τη συγγραφή. Πβ. απασχολούμαι. ΣΥΝ. ενδιατρίβω (1), καταγίνομαι [< μτγν. ἐνασχολοῦμαι] | |
| 16070 | ενατενίζω | [ἐνατενίζω] ε-να-τε-νί-ζω ρ. (μτβ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) προσηλώνομαι νοερά, επικεντρώνω την προσοχή μου σε κάτι αφηρημένο: ~ει το μέλλον με αισιοδοξία (= αντικρίζει, βλέπει). Οραματίζεται και ~ει μια άλλη ζωή. 2. (σπανιότ. κυριολ.) κοιτάζω, παρατηρώ με προσοχή και θαυμασμό: ~ουν το τοπίο. ΣΥΝ. ατενίζω [< 2: μτγν. ἐνατενίζω] | |
| 16071 | ενατένιση | [ἐνατένιση] ε-να-τέ-νι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ενατενίζω: αισθητική/πνευματική/φιλοσοφική ~. ~ της αλήθειας/του θείου (βλ. έκσταση, μυστικισμός)/του κόσμου. Πβ. θεώρηση, προσέγγιση. Βλ. αναστοχασμός.|| (σπανιότ. κυριολ.) ~ του ουρανού/της φύσης (= αγνάντεμα). Πβ. θαυμασμός, παρατήρηση, ρέμβη. [< μτγν. ἐνατένισις ‘προσεκτική παρατήρηση’, γαλλ. contemplation] | |
| 16072 | ένατος | , η, ο [ἔνατος] έ-να-τος αριθμητ. τακτ. {κ. (λόγ.) γεν. αρσ./ουδ. εν-άτου, (λόγ.) θηλ. ενάτη} (σύμβ. 9oς, Θ΄ή θ', ΙΧ): που αντιπροσωπεύει τον αριθμό εννέα (9) σε μια ακολουθία ή σειρά: ~ος: αιώνας/χρόνος. ~η: έκδοση/σελίδα. ~ο: κεφάλαιο. ~α: γενέθλια. (σε φωτογραφία:) ~ από αριστερά. Τερμάτισε ~/στην ~η θέση. ● επίρρ.: ένατον (λόγ.): για να δηλωθεί ότι το αναφερόμενο στοιχείο βρίσκεται στην ένατη θέση σε μια απαρίθμηση, επιχειρηματολογία: πρώτον: ... · δεύτερον: ...· (...)· ~: ... ● Ουσ.: ενάτη (η) 1. ενν. μέρα του μήνα: η ~ (: 9η) Μαΐου. 2. ΜΑΘ. ενν. δύναμη. 3. ΜΟΥΣ. διάστημα εννέα φθόγγων., ένατο (το): καθένα από τα εννέα ίσα μέρη ενός συνόλου: το ένα ~ (: 1/9)., ένατος (ο) {ενάτ-ου} 1. ενν. όροφος: Ανεβαίνω στον ~ο (: 9ο). 2. (συνήθ. στη γεν., σε ανάγνωση ημερομηνίας γραμμένης με αριθμούς) ενν. μήνας, ο Σεπτέμβριος: την 1/9 (: πρώτη ~ου). ● ΣΥΜΠΛ.: η ένατη τέχνη: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. τα κινούμενα σχέδια και τα κόμικς. Βλ. η έβδομη τέχνη, η όγδοη τέχνη. [< γαλλ. le neuvième art] [< αρχ. ἔνατος] | |
| 16073 | έναυση | [ἔναυση] έ-ναυ-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): ανάφλεξη, πυροδότηση. Βλ. σβέση. [< μτγν. ἔναυσις, γαλλ. allumage] | |
| 16074 | έναυσμα | [ἔναυσμα] έ-ναυ-σμα ουσ. (ουδ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) κίνητρο που ωθεί σε δράση· αφορμή: το ~ της κρίσης (πβ. θρυαλλίδα). Τα αποτελέσματα της έρευνας θα αποτελέσουν/χρησιμοποιηθούν ως ~ για μελέτη/περαιτέρω προβληματισμό. Δόθηκε το ~ για να ξεκινήσει ο διάλογος. Πβ. ερέθισμα. 2. (σπάν.) εμπύρευμα. [< μτγν. ἔναυσμα ‘σπινθήρας, παρακίνηση’] | |
| 16075 | ΕΝΓ | (η): Ελληνική Νοηματική Γλώσσα. | |
| 16077 | ενδ- | βλ. ενδο- | |
| 16078 | ενδαγγειακός | , ή, ό [ἐνδαγγειακός] εν-δαγ-γει-α-κός επίθ. & ενδοαγγειακός: ΙΑΤΡ. που βρίσκεται ή λαμβάνει χώρα μέσα στα αγγεία: ~ή: αποκατάσταση (ανευρύσματος)/χειρουργική. Διάχυτη ~ή πήξη. ● επίρρ.: ενδαγγειακά | |
| 16079 | ένδακρυς | [ἔνδακρυς] έν-δα-κρυς επίθ. (αρχαιοπρ.): δακρυσμένος. [< μτγν. ἔνδακρυς ‘γεμάτος δάκρυα, κλαμένος’] | |
| 16080 | ενδαρθρικός | , ή, ό βλ. ενδοαρθρικός | |
| 16081 | ενδαυλικός | , ή, ό βλ. ενδοαυλικός | |
| 16082 | ενδεδειγμένος | , η, ο [ἐνδεδειγμένος] εν-δε-δειγ-μέ-νος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που ενδείκνυται για κάτι: ~η: δόση/λύση/μέθοδος. ~α: μέτρα (= κατάλληλα). Ο πλέον ~ τρόπος/το πλέον ~ο μέσο για ... Η συμπεριφορά του είναι μη ~η (= ανάρμοστη)/δεν είναι η ~ (= αρμόζουσα, πρέπουσα). Έχει κάνει την πιο ~η επιλογή (= σωστή). Είναι ~ο να ... Πβ. πρέπων. [< αρχ. ἐνδεδειγμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. ἐνδείκνυμι] | |
| 16083 | ενδεδυμένος | , η, ο βλ. ενδύω | |
| 16084 | ενδεής | , ής, ές [ἐνδεής] εν-δε-ής επίθ./ουσ. {ενδε-ούς | -είς (ουδ. -ή)· ενδεέστ-ερος, -ατος} (απαιτ. λεξιλόγ.): φτωχός. ● επίρρ.: ενδεώς [-ῶς] [< αρχ. ἐνδεής] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ