Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [16940-16960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16085ένδεια[ἔνδεια] έν-δει-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λογιότ.) -είας} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. φτώχεια. 2. ανεπάρκεια, έλλειψη: ~ χρημάτων.|| (ΙΑΤΡ.) ~ σιδήρου (= αναιμία). ~ σε ασβέστιο.|| (μτφ.) Ιδεολογική/πνευματική ~. ~ επιχειρημάτων/προτάσεων. ΑΝΤ. επάρκεια [< αρχ. ἔνδεια]
16086ενδείκνυται[ἐνδείκνυται] εν-δεί-κνυ-ται ρ. (αμτβ.) {ενδείκνυ-νται, παρατ. ενδείκνυ-το, -ντο, μτχ. ενεστ. ενδεικνυ-όμενος, παρακ. ενδεδειγμένος} (απαιτ. λεξιλόγ.): κρίνεται αναγκαίο, κατάλληλο ή σωστό: ~ η αλλαγή πλεύσης στο ζήτημα της ... Το συγκεκριμένο φάρμακο δεν ~ για (/σε) υπερτασικά άτομα. Ποια μέτρα ~νται (= είναι σκόπιμο) να ληφθούν; Η ~όμενη θεραπευτική αγωγή. Προϊόν ~όμενο για ευαίσθητες επιδερμίδες. Πβ. επιβάλλεται, πρέπει. ΣΥΝ. συνιστάται. ΑΝΤ. αντενδείκνυται [< αρχ. ἐνδείκνυμαι ‘δείχνω για τον εαυτό μου’, γαλλ. indiquer]
16087ενδείκτης[ἐνδείκτης] εν-δεί-κτης ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. όργανο ή συσκευή (μέτρησης και) ένδειξης: ~ βάρους (= ζυγαριά)/θερμοκρασίας (= θερμόμετρο)/πίεσης (= πιεσόμετρο)/πορείας (βλ. τζι πι ες). Βλ. -δείκτης. 2. (επιστ.) δείκτης, ένδειξη: ~ ποιότητας.|| (κυριολ.) Ηλεκτρονικά μηνύματα με κόκκινο ~η. [< πβ. αρχ. ενδείκτης ‘αυτός που πληροφορεί, κατευθύνει’, γαλλ. indicateur]
16088ενδεικτικό[ἐνδεικτικό] εν-δει-κτι-κό ουσ. (ουδ.): έγγραφο που χορηγείται στους μαθητές των πέντε πρώτων τάξεων του Δημοτικού και στα παιδιά του Νηπιαγωγείου στο τέλος του σχολικού έτους, με το οποίο πιστοποιείται η προαγωγή τους στην επόμενη τάξη. Βλ. απολυτήριο.
16089ενδεικτικός, ή, ό [ἐνδεικτικός] εν-δει-κτι-κός επίθ.: που παρέχει ένδειξη για κάτι: ~ός: κατάλογος/πίνακας/προϋπολογισμός. ~ή: αξία (πβ. συμβολικός)/βιβλιογραφία (: βασική). ~ό: κόστος/παράδειγμα (= αντιπροσωπευτικό, χαρακτηριστικό)/πελατολόγιο/πρόγραμμα/σχέδιο/υλικό. ~ά: στοιχεία. ~ές: απαντήσεις. ~ό είναι το γεγονός ότι … ~ό της κατάστασης που επικρατεί είναι ... Πβ. δηλωτ-, εμφαντ-ικός. ● επίρρ.: ενδεικτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: (προφ.) ~ σας αναφέρω/παραθέτω κάποια θέματα ... ● ΣΥΜΠΛ.: ενδεικτική ημερήσια πρόσληψη (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Ε, Η, Π): συνολική ημερήσια ποσότητα θερμίδων, πρωτεϊνών, υδατανθράκων, σακχάρων, (κορεσμένων) λιπαρών, νατρίου και φυτικών ινών που ενδείκνυται να προσλαμβάνει υγιής ενήλικος ή παιδί. [< αγγλ. Guideline Daily Amounts (GDAs)] , ενδεικτική τιμή: προτεινόμενη τιμή πώλησης: ~ ~ γεύματος/δωματίου., ενδεικτική λυχνία βλ. λυχνία [< μτγν. ἐνδεικτικός, γαλλ. indicatif]
16090ένδειξη[ἔνδειξη] έν-δει-ξη ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) στοιχείο που επιβεβαιώνει ή καθιστά βάσιμο και φανερό κάτι: πιθανή/πρόσθετη/χρονολογική ~. Χωρίς την παραμικρή ~. Ανησυχητικές/δυσοίωνες ενδείξεις. Η παρουσία αμμωνίας αποτελεί ~ ρύπανσης των υδάτων. Υπάρχουν βάσιμες/ορατές/σοβαρές ενδείξεις ανάκαμψης/για λύση του θέματος/ότι η κατάσταση βελτιώνεται. Ενδείξεις αστάθειας/ενοχής. Πβ. απόδειξη, δείγμα, δείξη, σημείο. Βλ. αντ~.|| (αναγραφή, σημείωση:) Με την ~ «κατεπείγον». Γεωγραφική ~ ποιότητας (βλ. ΠΟΠ). 2. (επιστ.) τιμή, σύμβολο ή ειδοποίηση που εμφανίζεται στην οθόνη συσκευής ή οργάνου (μέτρησης) ή σε ταμπλό: ηλεκτρονική/φωτεινή/ψηφιακή ~. ~ αναμονής κλήσης/θερμοκρασίας/καυσίμων/λειτουργίας/(στάθμης) νερού/πίεσης. Πβ. ενδείκτης. 3. ΙΑΤΡ. {συνήθ. στον πληθ.} σύμπτωμα που επιβάλλει συγκεκριμένη θεραπεία: ~ διαβήτη. Κλινικές/προειδοποιητικές ενδείξεις (μιας νόσου). Ενδείξεις φαρμάκων. ΑΝΤ. αντένδειξη (1) ● ΣΥΜΠΛ.: αποχρώσες ενδείξεις βλ. αποχρών ● ΦΡ.: σε/ως ένδειξη & (λόγ.) εις/προς ένδειξη (+ γεν.): ως έκφραση: ~ ~ αγάπης/αλληλεγγύης/διαμαρτυρίας/καλής θέλησης/φιλίας. [< 1, 3: αρχ. ἔνδειξις, γαλλ.-αγγλ. indication]
16091ένδεκαβλ. έντεκα
16092ενδεκα- & ενδεκά-& (προφ.) εντεκα- & εντεκά-: α' συνθετικό κυρ. επιθέτων∙ δηλώνει ότι αυτό που εκφράζει το β' συνθετικό ισούται αριθμητικά με έντεκα ή ότι το προσδιοριζόμενο είναι έντεκα φορές μεγαλύτερο ή περισσότερο από άλλο: ενδεκα-μελής/~σύλλαβος.|| Εντεκα-πλάσιος.
16093ενδεκάδα[ἑνδεκάδα] εν-δε-κά-δα ουσ. (θηλ.) & (προφ.) εντεκάδα: σύνολο έντεκα μονάδων ή ομοειδών στοιχείων· (ειδικότ. ΑΘΛ.) ποδοσφαιρική ομάδα (οι έντεκα ποδοσφαιριστές που ξεκινούν τον αγώνα): η αρχική/βασική ~. Αλλαγές στην ~. Ο προπονητής παρέταξε επιθετική ~. Ποια ~ κατέβασε; Έμειναν εκτός ~ας. Βλ. -άδα. [< αρχ. ἑνδεκάς]
16094ενδεκαμελής, ής, ές & (προφ.) εντεκαμελής βλ. ενδεκα-, -μελής
16095ενδεκασύλλαβος& (προφ.) εντεκασύλλαβος βλ. ενδεκα-, -σύλλαβος
16096ενδέκατος, η, ο [ἑνδέκατος] εν-δέ-κα-τος αριθμητ. τακτ. {κ. (λόγ.) γεν. αρσ./ουδ. ενδεκ-άτου, (λόγ.) θηλ. ενδεκάτη} & (προφ.) εντέκατος (σύμβ. 11ος, ΙΑ' ή ια', λατ. ΧΙ): που η θέση του σε σειρά ή αρίθμηση έχει τον αριθμό έντεκα: ~ο: κεφάλαιο. ● Ουσ.: ενδεκάτη (η) (σπάν.-λόγ.) 1. ενν. μέρα του μήνα. 2. ΜΑΘ. ενν. δύναμη αριθμού., ενδέκατο (το): καθένα από τα έντεκα ίσα μέρη ενός συνόλου: το ένα ~ (: 1/11)., ενδέκατος (ο) 1. ενν. όροφος. 2. (συνήθ. στη γεν., σε ανάγνωση ημερομηνίας γραμμένης με αριθμούς) ενν. μήνας, ο Νοέμβριος: στις 3/11 (: τρεις ~άτου). ● ΦΡ.: την τελευταία/ύστατη ώρα βλ. ώρα [< αρχ. ἑνδέκατος]
16097ενδελέχεια[ἐνδελέχεια] εν-δε-λέ-χει-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. επιμέλεια, προσοχή, φροντίδα. 2. (καταχρ.) εντελέχεια. [< αρχ. ἐνδελέχεια ‘συνέχεια, επιμονή’]
25555ενδελεχής

κό-μπλεξ ουσ. (ουδ.) {άκλ., συνήθ. στον πληθ.} (προφ.): ΨΥΧΑΝ. αίσθημα κατωτερότητας, ανεπάρκειας από το οποίο διακατέχεται κάποιος και το οποίο εκδηλώνεται ως αρνητική στάση απέναντι στους άλλους και τον εαυτό του: ~ και απωθημένα/εμμονές. Έχει ~ με την εμφάνισή/τη μόρφωσή του. Της έχουν δημιουργηθεί πολλά ~. Είναι όλο ~ (= κομπλεξικός). Βγάζει (όλα) τα ~ του (: τα εκδηλώνει). Έχει αποβάλει/ξεπεράσει τα ~ του. Πβ. κόμπλα, κομπλεξικά, κομπλεξισμός. Βλ. στερεότυπο. ● ΣΥΜΠΛ.: σύμπλεγμα/κόμπλεξ/αίσθημα ανωτερότητας/κατωτερότητας (/μειονεξίας) βλ. σύμπλεγμα [< γαλλ. complexe, 1906, αγγλ. complex, 1907]

16098ενδελεχής, ής, ές [ἐνδελεχής] εν-δε-λε-χής επίθ. {ενδελεχ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· (σπάν.) ενδελεχέστ-ερος, -ατος} (απαιτ. λεξιλόγ.): αναλυτικός, λεπτομερής: ~ής: ανάλυση/εξέταση/έρευνα/μελέτη (= σε βάθος). ~είς: έλεγχοι. Πβ. επιστάμενος. Βλ. προσεγμένος. ● επίρρ.: ενδελεχώς [-ῶς] (λόγ.) [< αρχ. ἐνδελεχής ‘διαρκής, επίμονος’]
16099ενδέτης[ἐνδέτης] εν-δέ-της ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ρακόρ.
16101ενδεχόμενος, η, ο [ἐνδεχόμενος] εν-δε-χό-με-νος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): πιθανός: ~ος: κίνδυνος. ~η: αποτυχία/αποχώρηση/αύξηση/εισβολή. ~ο: αποτέλεσμα. ~ες: συνέπειες. ~α: έσοδα/οφέλη. ~η νίκη θα μας δώσει μεγάλη χαρά. Πβ. δυνατός, τυχόν.|| (ΝΟΜ.) Ανθρωποκτονία με ~ο δόλο. ● Ουσ.: ενδεχόμενο (το) {ενδεχομέν-ου}: περίπτωση, πιθανότητα: Ο καιρός θα είναι συννεφιασμένος με ~ τοπικών βροχών. Άφησε ανοιχτό το ~ της επιστροφής (πβ. αφήνω ανοιχτό (ένα) παράθυρο). Δεν αποκλείουν το ~ να συνεργαστούν. Υπάρχουν δύο ~α. Εξετάζουμε όλα τα (πιθανά) ~α. ● ΦΡ.: για κάθε/για παν ενδεχόμενο & (λόγ.) διά παν ενδεχόμενο(ν): σε περίπτωση που συμβεί κάτι: έτοιμοι/σε εγρήγορση ~ ~. Πβ. καλού κακού. [< γαλλ. pour toute éventualité] , είναι/υπάρχει ενδεχόμενο να: ενδέχεται: ~ ~ να μην έρθει. Υπάρχει ~ προκληθεί ζημιά; [< αρχ. ουδ. ἐνδεχόμενον]
16100ενδεχομένως

[ἐνδέχεται] εν-δέ-χε-ται ρ. (απρόσ.) {ενδεχόμενος} (+ να) (απαιτ. λεξιλόγ.): είναι πιθανό, μπορεί: ~ να κάνω λάθος/να ζητηθούν πρόσθετα έγγραφα (= δεν αποκλείεται). ~ να χιονίσει (πβ. πρόκειται). (ως απάντηση) -Θα καταθέσει; -~. ΣΥΝ. είναι/υπάρχει ενδεχόμενο να, ενδεχομένως [< αρχ. ἐνδέχεται]

16102ενδεχομένως[ἐνδεχομένως] εν-δε-χο-μέ-νως επίρρ. (λόγ.): ίσως, πιθανόν: ~ να χρειαστείτε βοήθεια (= δεν αποκλείεται, είναι ενδεχόμενο). Το πρόβλημα ~ δεν/να μην είναι γνωστό. (ως απάντηση) -Θα υποβάλεις αίτηση; -~. ΣΥΝ. ενδέχεται, μπορεί [< μτγν. ἐνδεχομένως ‘πιθανώς’]
16103ενδημεί[ἐνδημεῖ] εν-δη-μεί ρ. (αμτβ.) {λόγ. μτχ. ενδημών, -ούσα, -ούν} 1. ΙΑΤΡ. (για ασθένεια) εμφανίζεται, παρουσιάζεται κυρ. σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές και με μεγάλη συχνότητα: Μέρη όπου ~ η ελονοσία/το AIDS.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Η βία ~ στα γήπεδα (πβ. επιχωριάζει, κυριαρχεί). 2. ζει, διαμένει· (κυρ. για ζώο ή φυτό) απαντά αποκλειστικά σε συγκεκριμένο βιότοπο: (ΒΙΟΛ.) Είδη που ~ούν στα δάση/στις λίμνες. ΑΝΤ. αποδημεί, μεταναστεύει ● βλ. ενδημών [< 1: κατά τη σημ. του ενδημικός 2: αρχ. ἐνδημῶ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.