Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [16960-16980]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16104ενδημία[ἐνδημία] εν-δη-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. συνήθης και σε μεγάλο ποσοστό εμφάνιση, εκδήλωση λοιμώδους νόσου σε συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο: ~ αφθώδους πυρετού/του ιού της γρίπης στην ... Κίνδυνος ~ας. Βλ. επι-, παν-δημία.|| (μτφ., αρνητ. συνυποδ.) ~ της φτώχειας. 2. ΒΙΟΛ. (για ζώα και φυτά) παραμονή και ανάπτυξη αποκλειστικά σε συγκεκριμένο βιότοπο: περιοχή ~ας της αρκούδας/της βελανιδιάς/της πέρδικας. ΣΥΝ. ενδημισμός, ενδιαίτηση (2) ΑΝΤ. αποδημία (2) [< μτγν. ἐνδημία ‘διαμονή, έλευση’ 1: γαλλ. endémie, αγγλ. endemic]
16105ενδημικός, ή, ό [ἐνδημικός] εν-δη-μι-κός επίθ. (επιστ.): που αναφέρεται στην ενδημία: (ΙΑΤΡ.) ~ή ζώνη της ελονοσίας. Βλ. επι-, παν-δημικός.|| (μτφ., αρνητ. συνυποδ.) ~ά: φαινόμενα. ~ή η ανεργία των νέων στην Eυρωπαϊκή Ένωση.||(ΒΙΟΛ.) ~ή: βλάστηση. ~ά: ζώα/πουλιά/φυτά/ψάρια. Απειλούμενα ~ά είδη. Πβ. ιθαγενής. Βλ. απο-, επι-δημητικός, κοσμοπολίτικος, μεταναστευτικός. ΣΥΝ. ενδημών ● ΣΥΜΠΛ.: ενδημική νόσος: ασθένεια που παρουσιάζεται τακτικά ή περιοδικά σε ανθρώπινη κοινότητα, αλλά είναι κλινικά αναγνωρίσιμη σε ορισμένα άτομα: Ο κίτρινος πυρετός είναι ~ ~.|| (μτφ.) Η ~ ~ της διαφθοράς και του λαδώματος. [< γαλλ. endémique, αγγλ. endemic]
16106ενδημικότητα[ἐνδημικότητα] εν-δη-μι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): η ιδιότητα του ενδημικού: (ΙΑΤΡ.) ~ του μελιταίου πυρετού. Περιοχές με ενδιάμεση/υψηλή/χαμηλή ~ μιας (λοιμώδους) νόσου.|| (ΒΙΟΛ.) ~ χλωρίδας και πανίδας. Βλ. οικοσύστημα, -ότητα. [< γαλλ. endémicité, αγγλ. endemicity]
16107ενδημισμός[ἐνδημισμός] εν-δη-μι-σμός ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ. ενδημία. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. endémisme, 1908, αγγλ. endemism]
16108ενδημών, ούσα, ούν [ἐνδημῶν] εν-δη-μών επίθ. (λόγ.): ενδημικός: (ΙΑΤΡ.) ~ούσες: ασθένειες.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~ούσα: διαφθορά/κρίση. ~ούντα: προβλήματα. ● ΣΥΜΠΛ.: Ενδημούσα Σύνοδος βλ. σύνοδος ● βλ. ενδημεί [< μτγν. ἐνδημῶν]
16109ενδιάθετος, η, ο [ἐνδιάθετος] εν-δι-ά-θε-τος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): έμφυτος: ~η: τάση. ~ο: φρόνημα. ● επίρρ.: ενδιάθετα ● ΣΥΜΠΛ.: ενδιάθετος λόγος 1. ΓΛΩΣΣ. γλωσσική ικανότητα. 2. ΦΙΛΟΣ. σκέψη, νόηση, λογισμός. [< μτγν. ἐνδιάθετος]
16110ενδιαίτημα[ἐνδιαίτημα] εν-δι-αί-τη-μα ουσ. (ουδ.) 1. (λόγ.) κατοικία, τόπος διαμονής. Πβ. κατοικητήριο, οικία. 2. ΟΙΚΟΛ. οικότοπος. [< 1: μτγν. ἐνδιαίτημα 2: αγγλ.-γαλλ. habitat]
16111ενδιαίτηση[ἐνδιαίτηση] εν-δι-αί-τη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. διαμονή, παραμονή: ~ επιβατών/πληρώματος (επί του σκάφους/στο πλοίο). Χώροι ~ης. Σίτιση και ~. 2. ΒΙΟΛ. ενδημία. [< 1: μτγν. ἐνδιαίτησις]
16112ενδιάμεσος, η, ο [ἐνδιάμεσος] εν-δι-ά-με-σος επίθ. ΣΥΝ. διάμεσος 1. που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο χρονικά ή τοπικά σημεία ή άκρα: ~ος: τοίχος (= μεσότοιχος)/χώρος. ~η: απόσταση/λύση. ~ο: διάστημα/κενό (= διάκενο)/τμήμα. Χωρίς ~η στάση. Σε έναν από τους ~ους σταθμούς, ... || ~ες: εκπτώσεις. ~η έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη νομισματική πολιτική. 2. μεσαίος, μέσος: ~η: κατάσταση/λύση. ~ο: επίπεδο/στάδιο (: μεταβατικό).|| Αντικείμενα ~ου μεγέθους (: μετρίου). 3. (δια)μεσολαβητικός: ~ος: φορέας. Λειτουργεί ως ~ κρίκος μεταξύ πολιτών και κυβέρνησης. ● Ουσ.: ενδιάμεσο (το): οτιδήποτε παρεμβάλλεται., ενδιάμεσος (ο): (δια)μεσολαβητής, μεσάζων. ● επίρρ.: ενδιάμεσα & (λόγ.) ενδιαμέσως ● ΣΥΜΠΛ.: ενδιάμεση/κρυφή/λανθάνουσα μνήμη βλ. μνήμη ● ΦΡ.: στο ενδιάμεσο: στον χρόνο που μεσολαβεί: ~ ~ των αγώνων. Κάπου ~ ~ της διαδρομής. Πολλά συνέβησαν ~ ~ (= στο μεταξύ). [< γαλλ. intermédiaire]
16113ενδιατρίβω[ἐνδιατρίβω] εν-δι-α-τρί-βω ρ. (αμτβ.) {ενδιέτρι-ψε, ενδιατρί-ψει} 1. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) ασχολούμαι συστηματικά και σε βάθος με ένα γνωστικό αντικείμενο: ~ψε σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Έχει ~ψει (πάνω) στους αρχαίους συγγραφείς/στη φιλοσοφία. Πβ. εμβαθύνω. ΣΥΝ. ενασχολούμαι, εντρυφώ, καταγίνομαι 2. (σπάν.-αρχαιοπρ.-κυριολ.) μένω μόνιμα ή για μεγάλο χρονικό διάστημα σε συγκεκριμένο τόπο. Πβ. διαμένω. Βλ. ενδημεί. [< αρχ. ἐνδιατρίβω]
16114ενδιαφέρον[ἐνδιαφέρον] εν-δι-α-φέ-ρον ουσ. (ουδ.) {ενδιαφέρ-οντος | -οντα} 1. διάθεση κάποιου να ασχοληθεί με κάτι που του εξάπτει την προσοχή ή την περιέργεια: Υπάρχει αυξανόμενο/αυξημένο/έντονο/ζωηρό ~ για συνεργασία. ~ σχετικά με … Το θέμα δεν μου κινεί/προκαλεί το ~. Δεν βρίσκω (κανένα) ~ στη ... Έχασα το ~ μου. Έδειξε/εκδήλωσε άμεσο/έμπρακτο/ιδιαίτερο/όψιμο/πραγματικό/προσποιητό/προσωπικό/συγκινητικό/φιλικό ~ (= ενδιαφέρθηκε) για το πρόβλημά τους. Βιβλίο/διδακτική μέθοδος που διεγείρει/κεντρίζει/κινητοποιεί/ξυπνά/προσελκύει/τονώνει/τραβά το ~ των μαθητών. Επισύρει/παρακινεί/πυροδοτεί/υποκινεί το ~. Παρακολούθησα με αμείωτο/μεγάλο ~ (= προσήλωση) την εκπομπή. Με άκουσε χωρίς ~. Το κύριο ~ μου εστιάζεται στο ...|| Υπόθεση με δημόσιο ~. Το επενδυτικό ~ στράφηκε στις αγορές ομολόγων. Ρωτώ από επαγγελματικό ~.|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Αίτηση/πρόσκληση εκδήλωσης ~οντος (για πλήρωση θέσης).|| Βασικό/πρωταρχικό του ~ είναι η ... (= μέλημα, μέριμνα, φροντίδα). ΑΝΤ. αδιαφορία (1) 2. (κατ' επέκτ.) η ιδιότητα που έχει κάτι να δημιουργεί την αντίστοιχη διάθεση: θέματα ειδικού/ευρύτερου/περιορισμένου/υψίστου ~οντος. Διαδρομή με ~ (= ενδιαφέρουσα). Μήνυμα χωρίς ~/που στερείται ~οντος (= αδιάφορο). Η συζήτηση απέκτησε/έχει ~. Αυτό που δίνει ~ (= νόημα) στη ζωή είναι ... Το ~ είναι ότι ... (πβ. αξιοπρόσεκτο, αξιοσημείωτο).|| Άρθρα επιστημονικού/ιατρικού/φιλολογικού ~οντος. Η περιοχή παρουσιάζει αρχαιολογικό ~. 3. ιδιαίτερη συμπάθεια, κυρ. ερωτική: Της έδειξε/εξέφρασε το ~ του. Δεν έκρυψε το ~ της για κείνον.ενδιαφέροντα (τα): δραστηριότητες που προσφέρουν ψυχική ή πνευματική ικανοποίηση: αθλητικά/ερευνητικά/καλλιτεχνικά/λογοτεχνικά/πολυποίκιλα ~. Έχουμε άλλα/διαφορετικά/κοινά ~. Το σινεμά δεν ανήκει στα ~ά μου. Πβ. χόμπι. ΣΥΝ. ενασχολήσεις ● ΦΡ.: στο επίκεντρο/στο κέντρο του ενδιαφέροντος/της προσοχής: για το βασικό θέμα που απασχολεί μια ομάδα, κοινότητα: Η οικονομία βρίσκεται ~ ~. [< γαλλ. intérêt, αγγλ. interest, γερμ. Interesse]
16115ενδιαφέρω[ἐνδιαφέρω] εν-δι-α-φέ-ρω ρ. (μτβ.) {παρατ. ενδιέφερε, ενδιαφέρ-θηκα, -θεί, -ων, -όμενος} 1. προκαλώ το ενδιαφέρον ή είμαι ενδιαφέρων: Βιβλίο που ~ει όλους τους εκπαιδευτικούς. Την ενδιέφερε μόνο η καριέρα της (= απασχολούσε). Θα σας ενδιέφερε (= θέλατε) να μάθετε ...;|| Η προσωπική μου ζωή δεν ~ει κανέναν (= αφορά). Δεν μ' ~ει τι έγινε (= δεν με νοιάζει, με αφήνει αδιάφορο· ΣΥΝ. δεν δίνω δεκάρα (τσακιστή), δεν μου καίγεται καρφί, (δεν μου κάνει) ούτε κρύο ούτε ζέστη, είχα μια φαγούρα, το ίδιο είναι/(μου) κάνει, σκασίλα μου· βλ. ζαμανφού).|| Δεν σ' ~ καθόλου (= δεν νοιάζεσαι για μένα); 2. ελκύω ερωτικά: Τον ~εις (= του αρέσεις). Δεν μ' ~ει αυτός ο τύπος άντρα/γυναίκας.ενδιαφέρει (απρόσ.): αξίζει, είναι σημαντικό να: ~ να έχουν μια σφαιρική εικόνα των πραγμάτων. ● Παθ.: ενδιαφέρομαι: δείχνω ενδιαφέρον για κάτι ή κάποιον: ~εται για τον κινηματογράφο/την ποίηση (: ασχολείται με).|| ~θηκε άμεσα/έμπρακτα/έντονα/προσωπικά για την περίπτωσή τους. Όλοι πρέπει να ~θούμε για το περιβάλλον. ΣΥΝ. μεριμνώ, φροντίζω.|| ~εται να επενδύσει στην περιοχή. Πβ. προσβλέπω.|| Είναι φανερό ότι ~εται (: νιώθει ερωτική έλξη). ΑΝΤ. αδιαφορώ ● Μτχ.: ενδιαφερόμενος , η, ο (επίσ.): αυτός που ενδιαφέρεται για κάτι: η ~η εταιρεία. Το ~ο κοινό/κράτος. Οι ~οι για τη θέση να στείλουν τα βιογραφικά τους. (σε επιστολή) Προς κάθε ~ο. Ελεύθερη πρόσβαση για κάθε ~ο. [< γαλλ. intéresser]
16116ενδιαφέρων, ουσα, ον [ἐνδιαφέρων] εν-δι-α-φέ-ρων επίθ. {ενδιαφέρ-οντος, -οντα | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών)}: που προσελκύει το ενδιαφέρον, την προσοχή: (για πρόσ.) Είναι ~ άνθρωπος/~ον άτομο.|| ~ουσα: άποψη/εμπειρία/ιστορία/περίπτωση/πρόταση/συζήτηση. ~ον: βιβλίο. ~ουσες: ταινίες/τιμές (= λογικές). ~οντα: ζητήματα. Έχει ~ον πρόσωπο (: ελκυστικό, ιδιαίτερο). ΑΝΤ. αδιάφορος (2) ● ΦΡ.: είναι σε ενδιαφέρουσα (κατάσταση) (ευφημ.): είναι έγκυος. Πβ. εγκυμονούσα. [< γαλλ. elle est dans une position intéressante] [< γαλλ. intéressant]
16117ενδίδω[ἐνδίδω] εν-δί-δω ρ. (αμτβ.) {ενέδω-σα, ενδώ-σω, ενδίδ-οντας} (+ σε, απαιτ. λεξιλόγ.): υποχωρώ, υποκύπτω: ~σε (τελικά) στον πειρασμό. Δεν πρόκειται να ~σει στις απαιτήσεις/στις απειλές/στους εκβιασμούς/στις ορέξεις/στις πιέσεις τους. Πβ. κάμπτ-, παραδίν-ομαι. ΑΝΤ. ανθίσταμαι [< αρχ. ἐνδίδωμι, μεσν. ενδίδω]
16118ένδικος, η/ος, ο [ἔνδικος] έν-δι-κος επίθ.: ΝΟΜ. που γίνεται σύμφωνα με τον νόμο· δικαστικός: ~η: αγωγή/(απ)αίτηση/διαδικασία/προστασία/προσφυγή. ~ες: διαφορές. ● επίρρ.: ενδίκως (λόγ.) ● ΣΥΜΠΛ.: ένδικα μέσα: δικονομικές πράξεις με τις οποίες ζητείται τροποποίηση ή αναίρεση δικαστικής απόφασης: τυπικά ~ ~. Βλ. αναίρεση, ανακοπή ερημοδικίας, αναψηλάφηση, έφεση., ένδικο βοήθημα: κάθε νομικό μέσο με το οποίο ο πολίτης μπορεί να προσφύγει στα δικαστήρια: άσκηση ~ου ~ατος. Παραίτηση από κάθε ~ ~. Βλ. αγωγή, αίτηση ακύρωσης, έγκληση, ένσταση, μήνυση, προσφυγή. [< αρχ. ἔνδικος ‘σύμφωνα με το δίκαιο, νόμιμος’]
16119ενδικοφανής, ής, ές [ἐνδικοφανής] εν-δι-κο-φα-νής επίθ: ΝΟΜ. ~ή: μέσα (: αίτηση θεραπείας, ένσταση). Συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ενδικοφανής προσφυγή: ένσταση στη διοίκηση με την οποία επιδιώκεται ακύρωση ή τροποποίηση της επιβλαβούς για τον διοικούμενο διοικητικής πράξης.
16120ενδο- & ενδ-: λεξικό πρόθημα επιθέτων και ουσιαστικών με τη σημασία του εντός, στο εσωτερικό: ενδο-δαπέδιος/~επικοινωνία/~κειμενικός/~κοινοτικός/~κομματικός/~κυβερνητικός/~οικογενειακός. Βλ. δια-.|| (ΙΑΤΡ.) Ενδο-κάρδιο/~κρινολογία/~μήτριο/~σκόπηση. ΣΥΝ. εσω- ΑΝΤ. εξω-
16121ενδοαγγειακός, ή, ό βλ. ενδαγγειακός
16122ενδοαρθρικός, ή, ό [ἐνδοαρθρικός] εν-δο-αρ-θρι-κός επίθ. & ενδαρθρικός: ΙΑΤΡ. που βρίσκεται ή λαμβάνει χώρα μέσα σε άρθρωση: ~ή: έγχυση (φαρμάκων). ΑΝΤ. εξωαρθρικός ● επίρρ.: ενδοαρθρικά [< αγγλ. intra-articular]
16123ενδοαστικός, ή, ό [ἐνδοαστικός] εν-δο-α-στι-κός επίθ.: εντός πόλεως: ~ή: (οδική) κυκλοφορία. Βλ. περιαστικός. ΑΝΤ. εξωαστικός [< αγγλ. intra-urban]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.