Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [1680-1700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
694αδελφός[ἀδελφός] α-δελ-φός ουσ. (αρσ.) {αδελφοί κ. αδέλφια (τα)} & (προφ.) αδερφός 1. πρόσωπο αρσενικού γένους, με το οποίο έχει κάποιος κοινό τον ένα ή και τους δύο γονείς: αγαπημένος/αμφιθαλής (= αυτάδελφος)/δευτερότοκος/δίδυμος/ετεροθαλής/μεγαλύτερος/μικρότερος/πρωτότοκος ~. Σιαμαίοι ~οί. Βλ. γυναικάδελφος.|| Θετός ~.|| (συντομ. σε εμπορική επωνυμία) Αφοί ... 2. (κατ' επέκτ.) πρόσωπο ή σύνολο ατόμων με το οποίο κάποιος συνδέεται με ισχυρούς δεσμούς: οι Κύπριοι ~οί μας. Δεν είμαστε απλώς φίλοι, αλλά ~οί. Πβ. σύμμαχος, συμπαραστάτης, σύντροφος.|| (για πρόσ. που ανήκει στην ίδια θρησκευτική κοινότητα) Ομόδοξοι/ορθόδοξοι ~οί. Οι εν Χριστώ ~οί (= χριστιανοί).|| (οικ.-ως προσφών.) Άντεξες πολλά/Κουράστηκα, ~έ μου! 3. (συνήθ. ως προσφών.) καλόγερος, μοναχός: Ο ~ Θεόδωρος. Τα κελιά των ~ών. ● Υποκ.: αδελφούλης (ο) ● ΣΥΜΠΛ.: μεγάλος αδελφός (μτφ.): σύστημα εξουσίας και γενικότ. παρακολούθησης και συλλογής δεδομένων για τη δημόσια και ιδιωτική ζωή των πολιτών: τηλεοπτικός ~ ~. ~ ~ και στα κινητά/στους χώρους εργασίας. Βλ. κρυφή κάμερα. [< αγγλ. Big Brother, 1949] , πνευματικός/ή αδελφός/ή: ΕΚΚΛΗΣ. πρόσωπο με το οποίο έχει κάποιος τον ίδιο νονό (ή σπανιότ. εξομολόγο) και συνήθ. μτφ. μοιράζεται κοινές αρχές. ● ΦΡ.: (β)ρε αδερφέ (επιφωνηματικά): για έκφραση αγανάκτησης, διαμαρτυρίας, ειρωνείας: Άνθρωποι είμαστε ~ ~, λέμε και καμιά ανοησία! Και δεν μπήκε στον κόπο, έτσι ~ ~, να πει μια καλημέρα!, οχ/ωχ, αδερφέ! (επιφών.): για έκφραση αδιαφορίας, έλλειψης διάθεσης για κάτι: ~ ~! Γιατί να ασχοληθώ, τι θα κερδίσω; ~ ~! Και αύριο μέρα είναι. ~ ~! Εμείς θα βγάλουμε το φίδι από την τρύπα; Βλ. οχαδερφισμός. [< 1,2: αρχ. ἀδελφός, μτγν. ἀδερφός 3: μεσν. αδελφός]
695αδελφός, ή, ό [ἀδελφός] α-δελ-φός επίθ. (λόγ.): που έχει κοινούς δεσμούς, καταγωγή ή χαρακτηριστικά με κάποιον άλλο: ~οί: λαοί. ~ές: γλώσσες (: που προέρχονται από την ίδια μητέρα γλώσσα)/Εκκλησίες (: που ανήκουν κυρ. στο ίδιο δόγμα)/εταιρείες (: του ίδιου ομίλου)/οργανώσεις/πόλεις (= αδελφοποιημένες). ~ά: έθνη (ΑΝΤ. ανάδελφα)/κόμματα (: με κοινή ιδεολογία)/σωματεία.|| (ΒΙΟΛ.) ~ές χρωματίδες. ● ΣΥΜΠΛ.: αδελφή ψυχή & αδερφή ψυχή: το πρόσωπο με το οποίο κάποιος έχει στενούς πνευματικούς ή ψυχικούς δεσμούς ή πολλά κοινά στοιχεία: Αναζητεί/έχει βρει την ~ ~ της, το άλλο της μισό. Είμαστε ~ές ~ές. [< αρχ. ἀδελφός, γερμ. Schwester-, γαλλ. -soeur]
696αδελφοσκοτωμός[ἀδελφοσκοτωμός] α-δελ-φο-σκο-τω-μός ουσ. (αρσ.) & αδερφοσκοτωμός (σπάν.-λαϊκό) 1. φόνος μεταξύ αδελφιών. 2. (μτφ.) εμφύλιος πόλεμος και κατ' επέκτ. άγριος καβγάς: Διχόνοια και ~. Το μίσος του ~ού.|| Στο διπλανό διαμέρισμα έγινε ~ Πβ. αδελφοκτονία.
697αδελφοσύνη[ἀδελφοσύνη] α-δελ-φο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) αδερφοσύνη: σύναψη αδελφικών, στενών σχέσεων και γενικότ. επίτευξη αρμονικής συνύπαρξης: κοινοτική/παγκόσμια ~. Ειρήνη και ~. Ελευθερία, ισότητα, ~. Το ιδεώδες/πνεύμα της ~ης. Η φιλία και η ~ θα πρέπει να διαπνέουν τις σχέσεις των ανθρώπων/λαών. Διακηρύσσω/προάγω την ~. Πβ. συν~. Βλ. -οσύνη. ΣΥΝ. αδελφικότητα, συναδέλφωση [< μεσν. αδελφοσύνη]
698αδελφότεκνος [ἀδελφότεκνος] α-δελ-φό-τε-κνος ουσ. (αρσ.): (στην Κύπρο): ανιψιός από αδελφή.
699αδελφότητα[ἀδελφότητα] α-δελ-φό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -ητος} (λόγ.) 1. (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Α) φιλανθρωπικός, θρησκευτικός, πολιτιστικός ή συντεχνιακός σύλλογος, οργάνωση: παγκρήτια/φιλόπτωχος/φοιτητική ~. Χριστιανική ~ Νέων (ΧΑΝ). ~ κυριών/Ποντίων.|| (ΙΣΤ.) Μυστική ~. Βλ. συντεχνία, σωματείο. 2. ΕΚΚΛΗΣ. το σύνολο των μοναχών που ανήκουν στην ίδια μοναστηριακή κοινότητα: αγιοταφίτικη ~. 3. (σπάν.) αδελφοσύνη. Βλ. -ότητα. [< μτγν. ἀδελφότης, γαλλ. confrérie]
700αδέλφωμα[ἀδέλφωμα] α-δέλ-φω-μα ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) αδέρφωμα 1. ΓΕΩΡΓ. ανάπτυξη δευτερευόντων στελεχών από τη βάση του κεντρικού στελέχους ενός φυτού: ~ αγρωστωδών ζιζανίων/σιταριού. 2. (μτφ.-λαϊκό) αδελφοσύνη.
701αδελφώνω[ἀδελφώνω] α-δελ-φώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αδέλφω-σε, -θηκε, -μένος} & αδερφώνω 1. συντελώ στη δημιουργία αδελφικών και γενικότ. στενών, αρμονικών δεσμών: Η μουσική ~ει τους λαούς. Ένας κόσμος ~μένος και ειρηνικός. Ενωμένη και ~μένη χώρα. Μονιασμένοι και ~μένοι.|| (μτφ.) Το νερό και η πέτρα ~ονται (: συνυπάρχουν ισόρροπα) στην Ήπειρο. 2. ΓΕΩΡΓ. (για φυτό) βγάζει παραφυάδες: Το καλάμι ~ει γρήγορα.
702αδεν-βλ. αδενο- & αδενό-
703αδένας[ἀδένας] α-δέ-νας ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. επιθηλιακό όργανο που εκκρίνει ειδικές ουσίες (π.χ. βλέννες, ορμόνες, γάλα στα θηλαστικά), αναγκαίες για τη λειτουργία του οργανισμού: θύμος/μαστικός/υπογλώσσιος ~. Βλεννογόνοι/βουβωνικοί/γεννητικοί/δακρυϊκοί/εξωκρινείς/μικτοί (: με ενδοκρινή και εξωκρινή μοίρα)/σιελογόνοι ~ες. Βλ. λεμφαδένες, πάγκρεας. ● ΣΥΜΠΛ.: ενδοκρινείς αδένες βλ. ενδοκρινής, θυρεοειδής (αδένας) βλ. θυρεοειδής, ιδρωτοποιοί αδένες βλ. ιδρωτοποιός, μεταξογόνος αδένας βλ. μεταξογόνος, παραθυρεοειδείς αδένες βλ. παραθυρεοειδής, σιελογόνοι αδένες βλ. σιελογόνος, σμηγματογόνοι αδένες βλ. σμηγματογόνος [< αρχ. ἀδήν, γαλλ. glande]
704άδενδρος & άδεντρος, η, ο [ἄδενδρος] ά-δεν-δρος επίθ.: (για τόπο) που δεν έχει δέντρα. Πβ. γυμνός, φαλακρός. ΑΝΤ. δενδρόφυτος, κατάφυτος [< μτγν. ἄδενδρος]
705αδενεκτομή[ἀδενεκτομή] α-δε-νε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εγχείρηση για την αφαίρεση αδένα. Βλ. -εκτομή. [< γαλλ. adénectomie]
706αδενικός, ή, ό [ἀδενικός] α-δε-νι-κός επίθ. 1. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τους αδένες: ~ός: ιστός/πυρετός (= λοιμώδης μονοπυρήνωση)/σχηματισμός. ~ή: έκκριση/υπερπλασία. ~ό: επιθήλιο/καρκίνωμα (= αδενοκαρκίνωμα)/κύτταρο/νεόπλασμα. 2. (παλαιότ.-σπάν.) που υποφέρει από αδενοπάθεια: ~ό: παιδί. [< γαλλ. glandulaire]
707αδενίνη[ἀδενίνη] α-δε-νί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. αζωτούχος βάση που ανήκει στις πουρίνες και βρίσκεται στα νουκλεϊκά οξέα DNA και RNA. Βλ. -ίνη. [< γερμ. Adenin, γαλλ. adénine]
708αδενίτιδα[ἀδενίτιδα] α-δε-νί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή αδένα, συνήθ. των λεμφαδένων: βουβωνική/οξεία/τραχηλική/φυματιώδης ~. Πβ. λεμφ~. Βλ. αδενοπάθεια, περι~, σιαλ~, -ίτιδα. [< γαλλ. adénite, αγγλ. adenitis]
709αδενο- & αδενό-& αδεν-: ΙΑΤΡ. το ουσιαστικό αδένας ως α' συνθετικό όρων: αδενο-ειδεκτομή/~ειδής/~καρκίνωμα/~πάθεια/~ϋπόφυση. Αδεν-εκτομή
710αδενοειδεκτομή[ἀδενοειδεκτομή] α-δε-νο-ει-δε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αφαίρεση των αδενοειδών εκβλαστήσεων με χειρουργική επέμβαση: ~ για την αντιμετώπιση της αποφρακτικής άπνοιας. Βλ. -εκτομή. [< γαλλ. adénoï dectomie]
711αδενοειδής, ής, ές [ἀδενοειδής] α-δε-νο-ει-δής επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που έχει μορφή αδένα ή αναπτύσσεται σε αυτόν: ~ής: ιστός/σχηματισμός. ~ής: έκφυση/κύστη. ~ές: επιθηλίωμα/(κυστικό) καρκίνωμα/προσωπείο (: χαρακτηριστική έκφραση προσώπου με το στόμα ανοιχτό και ανυψωμένο το άνω χείλος για διευκόλυνση της αναπνοής λόγω υπερτροφικών αμυγδαλών). Βλ. -ειδής. ● ΣΥΜΠΛ.: αδενοειδείς εκβλαστήσεις: παθολογική υπερτροφία των λεμφαδένων της ρινοφαρυγγικής κοιλότητας: λοιμώξεις/χειρουργική αφαίρεση των ~ών ~ήσεων (= αδενοειδεκτομή). ΣΥΝ. κρεατάκια [< γαλλ. végétations adénoï des] [< μτγν. ἀδενοειδής, γαλλ. adénoïde]
712αδενοειδίτιδα[ἀδενοειδίτιδα] α-δε-νο-ει-δί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή των αδενοειδών εκβλαστήσεων που εμφανίζεται πολύ συχνά στα παιδιά. Βλ. αμυγδαλίτιδα, -ίτιδα. [< αγγλ. adenoiditis]
713αδενοϊός[ἀδενοϊός] α-δε-νο-ϊ-ός {συνήθ. στον πληθ.}: ΙΑΤΡ. ιός που προκαλεί λοιμώξεις στο ανώτερο αναπνευστικό σύστημα και διάφορες παθήσεις σε ζώα. [< αγγλ. adenovirus, 1950, γαλλ. adénovirus, 1968]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.