Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [16980-17000]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16124ενδοατομικός, ή, ό [ἐνδοατομικός] εν-δο-α-το-μι-κός επίθ.: που υπάρχει ή συμβαίνει (μέσα) σε ένα άτομο: (ΨΥΧΟΛ.) ~ές: διαφορές.|| (ΧΗΜ.) ~ές: αποστάσεις. Βλ. διατομικός. [< αγγλ. intra-atomic, 1904]
16125ενδοαυλικός, ή, ό [ἐνδοαυλικός] εν-δο-αυ-λι-κός επίθ. & ενδαυλικός: ΙΑΤΡ. που βρίσκεται ή γίνεται μέσα στον αυλό (οργάνου): ~ή: πίεση/υπερηχογραφία. ~ές: προθέσεις (βλ. στεντ). [< αγγλ. intraluminal, 1936]
16126ενδοβολή[ἐνδοβολή] εν-δο-βο-λή ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΑΝ. ασυνείδητη συμβολική διεργασία κατά την οποία η εικόνα βασικών μορφών του περιβάλλοντος, συνήθ. αγαπητών ή μισητών προσώπων, εσωτερικεύεται στο εγώ και το υπερεγώ. Πβ. εσωτερίκευση, ταύτιση. Βλ. μηχανισμοί άμυνας, προβολή. [< γερμ. Introjektion, γαλλ. introjection, 1924]
16127ενδοβρογχικός, ή, ό [ἐνδοβρογχικός] εν-δο-βρογ-χι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που βρίσκεται ή γίνεται μέσα στους βρόγχους. [< αγγλ. endobronchial, 1932]
16128ενδογαμία[ἐνδογαμία] εν-δο-γα-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. υποχρέωση των μελών μιας ομάδας (κυρ. πατριάς ή φυλής) να παντρεύονται μεταξύ τους, για τη διατήρηση των χαρακτηριστικών της: κλειστές κοινωνίες/ξενοφοβία και ~. Βλ. επιγαμία. ΑΝΤ. εξωγαμία 2. ΒΙΟΛ. αναπαραγωγή στενά συγγενικών οργανισμών, με αποτέλεσμα την απάλειψη ή διαιώνιση γενετικά καθοριζόμενων χαρακτηριστικών. Βλ. αυτογονιμοποίηση, εκφυλισμός. [< γαλλ. endogamie, αγγλ. endogamy
16129ενδογαμικός, ή, ό [ἐνδογαμικός] εν-δο-γα-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ενδογαμία: (ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ.) ~ές: τάσεις. [< γαλλ. endogamique, αγγλ. endogamous]
16130ενδογαστρικός, ή, ό [ἐνδογαστρικός] εν-δο-γα-στρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που βρίσκεται ή τοποθετείται στην κοιλιά ή στο στομάχι: ~ό μπαλόνι κατά της παχυσαρκίας (= γαστρικό, βλ. γαστρικός δακτύλιος). [< αγγλ. intragastric, 1900]
16131ενδογενής, ής, ές [ἐνδογενής] εν-δο-γε-νής επίθ. 1. (λόγ.) που οφείλεται σε εγγενείς παράγοντες: ~ής: κίνδυνος. ~είς: πηγές ενέργειας. ~ή: αίτια/προβλήματα. Πβ. εσωτερικός. ΑΝΤ. εξωγενής (1) 2. ΙΑΤΡ. που προκαλείται ή παράγεται από τον ίδιο τον οργανισμό: ~ής: μηχανισμός (πήξης). ~ής: κατάθλιψη/λοίμωξη/παραγωγή (ορμονών). ~ή: οπιούχα (= ενδορφίνες). ΑΝΤ. εξωγενής (2) 3. ΓΕΩΛ. που συντελείται ή προέρχεται από το εσωτερικό της Γης: ~ής: σχηματισμός. ~είς: διεργασίες/δυνάμεις. ~ή: πετρώματα (βλ. εκρηξιγενής). Βλ. -γενής. ● επίρρ.: ενδογενώς [-ῶς] (λόγ.) ● ΣΥΜΠΛ.: ενδογενής ανάπτυξη: ΟΙΚΟΝ. που βασίζεται στους ανθρώπινους, ανθρωπογενείς και υλικούς πόρους ενός τόπου, αποσκοπώντας στη δημιουργία οικονομικών συστημάτων με μεγάλο βαθμό αυτάρκειας και αυτονομίας: περιφερειακή ~ ~. ~ ~ των νησιωτικών/ορεινών περιοχών. Βλ. βιώσιμη ανάπτυξη. [< αγγλ. endogenous development, γαλλ. développement endogène] [< πβ. μτγν. ἐνδογενής ‘γεννημένος στο σπίτι’, γαλλ. endogène, αγγλ. endogenous]
16132ενδογλωσσικός, ή, ό [ἐνδογλωσσικός] εν-δο-γλωσ-σι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ενδογλωσσική μετάφραση: μετάφραση από μια γλωσσική εξελικτική φάση σε μια άλλη (κυρ. από τα Αρχαία στα Νέα Ελληνικά). [< αγγλ. intralingual translation, 1964]
16133ενδοδαπέδιος, α, ο [ἐνδοδαπέδιος] εν-δο-δα-πέ-δι-ος επίθ.: εγκατεστημένος μέσα στο δάπεδο (κάτω από την επίστρωσή του): ~α: θέρμανση/ψύξη. ~ο: σύστημα κλιματισμού. ΣΥΝ. υποδαπέδιος. ΑΝΤ. επιδαπέδιος [< αγγλ. underfloor]
16134ενδόδερμα[ἐνδόδερμα] εν-δό-δερ-μα ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. το εσώτατο βλαστικό δέρμα του εμβρύου, από το οποίο δημιουργούνται τα εσωτερικά όργανα (ήπαρ, πάγκρεας, στομάχι), οι πνεύμονες, η ουροδόχος κύστη και οι γαμέτες. Βλ. εξώ-, μεσό-δερμα. [< γαλλ. endoderme, αγγλ. endoderm]
16135ενδοδίκτυο[ἐνδοδίκτυο] εν-δο-δί-κτυ-ο ουσ. (ουδ.): ΠΛΗΡΟΦ. τοπικό ιδιωτικό δίκτυο που παρέχει υπηρεσίες διαδικτύου και επιτρέπει την πρόσβαση σε αυτό μόνο σε εξουσιοδοτημένους χρήστες: εταιρικό ~. ΣΥΝ. ίντρανετ [< αγγλ. intranet, 1977, γαλλ. ~, 1996]
16136ενδοδοντία[ἐνδοδοντία] εν-δο-δο-ντί-α ουσ. (θηλ.) & ενδοδοντολογία: ΙΑΤΡ. κλάδος της οδοντιατρικής που ασχολείται με τη μελέτη του οδοντικού πολφού και των ιστών που περιβάλλουν τη ρίζα του δοντιού: (προ)κλινική ~. Βλ. εμφυτευματο-, περιοδοντο-λογία. [< αγγλ. endodontics, 1946, endodontia, endodontology]
16137ενδοδοντικός, ή, ό [ἐνδοδοντικός] εν-δο-δο-ντι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που έχει σχέση με την ενδοδοντία: ~ή: θεραπεία (= απονεύρωση). Αίτια ~ών βλαβών (: κατάγματα, ορθοδοντικές ανωμαλίες, τερηδόνα). Βλ. περιοδοντ(ολογ)ικός. [< αγγλ. endodontal, endodontic, 1946]
16138ενδοδοντιστής[ἐνδοδοντιστής] εν-δο-δο-ντι-στής ουσ. (αρσ.) (σπάν.): ενδοδοντολόγος. [< αγγλ. endodontist, 1946]
16139ενδοδοντολόγος[ἐνδοδοντολόγος] εν-δο-δο-ντο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): οδοντίατρος ειδικευμένος στην ενδοδοντία. Βλ. γναθοχειρουργός, εμφυτευματο-, περιοδοντο-λόγος, ορθοδοντικός. ΣΥΝ. ενδοδοντιστής
16140ενδοειδικός, ή, ό [ἐνδοειδικός] εν-δο-ει-δι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που αφορά άτομα του ίδιου είδους: ~ή: ποικιλότητα. ΑΝΤ. διαειδικός ● ΣΥΜΠΛ.: ενδοειδικός ανταγωνισμός: σύγκρουση ατόμων του ίδιου είδους για την εκμετάλλευση κοινών φυσικών πόρων που βρίσκονται σε περιορισμένη έκταση ή έλλειψη. [< αγγλ. intraspecific, 1919, intraspecies, 1927]
16141ενδοεπικοινωνία[ἐνδοεπικοινωνία] εν-δο-ε-πι-κοι-νω-νί-α ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ. σύστημα που επιτρέπει την επικοινωνία, με χρήση τηλεφώνων ή κυρ. ηχητικών-φωνητικών συσκευών, συνήθ. μεταξύ ανθρώπων που βρίσκονται στο ίδιο χώρο, αλλά δεν έχουν άμεση οπτικοακουστική επαφή: ασύρματη ~. ~ μωρού/για μωρά. || (κατ’ επέκτ.) ~ των νησιών. Πβ. ενδοσυνεννόηση. Βλ. τηλεπικοινωνία. [< αγγλ. intercommunication (system), 1911, intercom, 1940, baby monitor, 1985]
16142ενδοεπιχειρησιακός, ή, ό [ἐνδοεπιχειρησιακός] εν-δο-ε-πι-χει-ρη-σι-α-κός επίθ.: που γίνεται εντός μιας επιχείρησης· που αφορά το εσωτερικό της (δηλ. προσωπικό, στελέχη, μετόχους, θυγατρικές): ~ή: εκπαίδευση/κατάρτιση. ~ά: σεμινάρια. Βλ. διεπιχειρησιακός. ΣΥΝ. ενδοεταιρικός ● επίρρ.: ενδοεπιχειρησιακά [< αγγλ. intracompany, 1926]
16143ενδοεταιρικός, ή, ό [ἐνδοεταιρικός] εν-δο-ε-ται-ρι-κός επίθ.: ενδοεπιχειρησιακός. Βλ. διεταιρικός. ● επίρρ.: ενδοεταιρικά

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.