| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 16141 | ενδοεπικοινωνία | [ἐνδοεπικοινωνία] εν-δο-ε-πι-κοι-νω-νί-α ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ. σύστημα που επιτρέπει την επικοινωνία, με χρήση τηλεφώνων ή κυρ. ηχητικών-φωνητικών συσκευών, συνήθ. μεταξύ ανθρώπων που βρίσκονται στο ίδιο χώρο, αλλά δεν έχουν άμεση οπτικοακουστική επαφή: ασύρματη ~. ~ μωρού/για μωρά. || (κατ’ επέκτ.) ~ των νησιών. Πβ. ενδοσυνεννόηση. Βλ. τηλεπικοινωνία. [< αγγλ. intercommunication (system), 1911, intercom, 1940, baby monitor, 1985] | |
| 16142 | ενδοεπιχειρησιακός | , ή, ό [ἐνδοεπιχειρησιακός] εν-δο-ε-πι-χει-ρη-σι-α-κός επίθ.: που γίνεται εντός μιας επιχείρησης· που αφορά το εσωτερικό της (δηλ. προσωπικό, στελέχη, μετόχους, θυγατρικές): ~ή: εκπαίδευση/κατάρτιση. ~ά: σεμινάρια. Βλ. διεπιχειρησιακός. ΣΥΝ. ενδοεταιρικός ● επίρρ.: ενδοεπιχειρησιακά [< αγγλ. intracompany, 1926] | |
| 16143 | ενδοεταιρικός | , ή, ό [ἐνδοεταιρικός] εν-δο-ε-ται-ρι-κός επίθ.: ενδοεπιχειρησιακός. Βλ. διεταιρικός. ● επίρρ.: ενδοεταιρικά | |
| 16144 | ενδοηπατικός | , ή, ό [ἐνδοηπατικός] εν-δο-η-πα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που βρίσκεται ή γίνεται εντός του ήπατος: ~ή: χολόσταση (: ίκτερος). ~ά: χοληφόρα. ΑΝΤ. εξωηπατικός [< αγγλ. intrahepatic] | |
| 16145 | ένδοθεν | [ἔνδοθεν] έν-δο-θεν επίρρ. (αρχαιοπρ.): εκ των ένδον: Η κρίση προήλθε ~.|| (ως επίθ.) ~ πληροφορίες (= εσωτερικές). Βλ. -θεν. ΣΥΝ. έσωθεν ΑΝΤ. έξωθεν [< αρχ. ἔνδοθεν] | |
| 16146 | ενδόθερμος | , η/ος, ο [ἐνδόθερμος] εν-δό-θερ-μος επίθ. & ενδοθερμικός, ή, ό ΑΝΤ. εξώθερμος 1. ΧΗΜ. (για αντίδραση) που χαρακτηρίζεται ή συνοδεύεται από απορρόφηση θερμότητας. 2. ΒΙΟΛ. ομοιόθερμος. ΣΥΝ. θερμόαιμος (2) ΑΝΤ. ποικιλόθερμος, ψυχρόαιμος [< γαλλ. endothermique, αγγλ. endothermic] | |
| 16147 | ενδοθηλιακός | , ή, ό [ἐνδοθηλιακός] εν-δο-θη-λι-α-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το ενδοθήλιο: ~ός: αυξητικός παράγοντας των αγγείων. ~ή: δυσλειτουργία (: λόγω υπέρτασης). ~ά: κύτταρα. [< γαλλ. endothélial, αγγλ. endothelial] | |
| 16148 | ενδοθήλιο | [ἐνδοθήλιο] εν-δο-θή-λι-ο ουσ. (ουδ.) {ενδοθηλίου}: ΑΝΑΤ. στρώμα από επιθηλιακά κύτταρα που καλύπτει εσωτερικά τα τοιχώματα της καρδιάς και των αιμοφόρων και λεμφοφόρων αγγείων. Βλ. αθηροσκλήρωση, ενδοκάρδιο. [< γαλλ. endothélium, αγγλ. endothelium] | |
| 16149 | ενδοιασμός | [ἐνδοιασμός] εν-δοι-α-σμός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): αμφιβολία, δισταγμός, επιφύλαξη: ηθικός ~. Χωρίς τον παραμικρό ~ό. Δεν έχει κανέναν ~ό (βλ. αδίστακτος). Διατυπώνονται/εκφράζονται/υπάρχουν (σοβαροί) ~οί για/ως προς ... Παρά τους αρχικούς ~ούς, ... Πβ. αμφιταλάντευση, επιφυλακτικότητα. [< μτγν. ἐνδοιασμός] | |
| 47415 | ενδοιασμός | , ή, ό στε-γνός επίθ. 1. που δεν είναι βρεγμένος, δεν έχει υγρασία, πολλά υγρά και ειδικότ. χωρίς βροχές: ~ός: αέρας. ~ή: ατμόσφαιρα/επιφάνεια/πίστα. ~ό: έδαφος/οδόστρωμα/περιβάλλον/πινέλο/χώμα. ~ά: μαλλιά/μάτια (: χωρίς δάκρυα)/πόδια/ρούχα. Σκουπίστε με ~ό πανί. Απλώστε την κρέμα σε ~ή επιδερμίδα. Η περιοχή/η πληγή πρέπει να διατηρείται ~ή. Ισοθερμικά μπλουζάκια που προσφέρουν ~ή αίσθηση (: χωρίς ιδρώτα). Το προϊόν φυλάσσεται σε δροσερό και ~ό μέρος. Παρ' όλη τη βροχή, γύρισαν ~οί (ΣΥΝ. άβρεχτοι, ΑΝΤ. μουσκεμένοι). Προσθέστε νερό, για να μη γίνει το κρέας τελείως ~ό (ΑΝΤ. ζουμερό). Δώσε μου μια γουλιά νερό, ο λαιμός/το στόμα/τα χείλη μου είναι ~ά (: χωρίς σάλιο· πβ. αφυδατωμένος). Άλλαζε συχνά πάνες στο μωρό, για να μένει ~ό (: από ούρα).|| ~ός: μήνας/χειμώνας (βλ. ανομβρία). ~ό: κλίμα. Καιρός κρύος, αλλά ~. Πβ. άνυδρος, ξερός. ΑΝΤ. υγρός (2) 2. (μτφ.) που δεν έχει εκφραστικότητα, χρώμα, λεπτομέρειες, ποικιλία, συναισθηματισμό: ~ός: ήχος/λόγος/ορθολογισμός. ~ή: αλήθεια (πβ. καθαρή)/ανάγνωση/απαρίθμηση/γλώσσα (πβ. ξύλινη)/γνώση (πβ. αποστειρωμένη)/ζωή (πβ. αδιάφορη)/καθημερινότητα/περιγραφή/πραγματικότητα/φωνή (πβ. ανέκφραστη, ψυχρή)/ψυχή (: χωρίς αισθήματα). ~ό: κείμενο/μάθημα (πβ. στείρο)/ύφος. Τύπος ~ κι αμίλητος/και στυγνός. Τίτλος ~, χωρίς φαντασία. ~ή και άνευρη σκηνοθεσία. ~ή αναφορά/παράθεση, χωρίς σχόλια. Αντάλλαξαν μια ~ή (πβ. τυπική) καλησπέρα. ΣΥΝ. ξερός (2) 3. (μτφ.) που είναι πολύ αδύνατος, ξερακιανός: ~ό: πρόσωπο (πβ. αφυδατωμένο, οστεώδες, ρυτιδιασμένο). Το σώμα του είναι ~ό και μυώδες. Βλ. κοκαλιάρικος. ΣΥΝ. ισχνός (2) 4. (αργκό, για πρόσ.) που δεν έχει πιει αλκοόλ: Έμεινε δυο μήνες ~. ● επίρρ.: στεγνά 1. στη σημ. 1 και 2: Κάτσε εδώ που είναι ~. Φαγητό ~ μαγειρεμένο (: χωρίς πολλή σάλτσα). (αργκό) Πιες κι ένα ποτηράκι για μας που τη βγάζουμε ~ (: χωρίς αλκοόλ).|| Μίλησε ~ κι απότομα. Αντιμετωπίζει τις καταστάσεις ~, λογικά. Σκεπτόμαστε ομαδικά κι όχι ~ (= καθαρά) ατομικά. 2. (αργκό) χωρίς ενδοιασμούς, απροκάλυπτα: Με δουλεύει ~. Του την πέσανε (= επιτέθηκαν) ~ και στα ίσα. Τον καθάρισαν ~. ● ΣΥΜΠΛ.: στεγνά (θεραπευτικά) προγράμματα (προφ.) & (σπάν.) στεγνή θεραπεία: για απεξάρτηση που δεν είναι φαρμακευτικά υποβοηθούμενη, δεν περιλαμβάνει τη χορήγηση υποκατάστατων των ναρκωτικών ουσιών., στεγνό καθάρισμα & στεγνός καθαρισμός: μέθοδος καθαρισμού ρούχων και υφασμάτων με χημικά προϊόντα, χωρίς νερό. Βλ. στεγνοκαθαριστήριο. [< αγγλ. dry cleaning, γερμ. Trockenreinigung] ● ΦΡ.: με έδωσε στεγνά (αργκό): με κατέδωσε, με ξεμπρόστιασε χωρίς ενδοιασμούς., μένω/είμαι στεγνός (αργκό): μένω χωρίς χρήματα, άφραγκος: Έμεινα ~ από λεφτά/φράγκα! Πβ. δεν υπάρχει σάλιο. ΣΥΝ. είμαι/έμεινα πανί με πανί [< γαλλ. être à sec] [< 1: αρχ. στεγνός 2,3: γαλλ. sec] | |
| 16150 | ενδοιαστικός | , ή, ό [ἐνδοιαστικός] εν-δοι-α-στι-κός επίθ. (συνήθ. ΓΡΑΜΜ.): που δηλώνει ενδοιασμό: (δευτερεύουσες) ~ές προτάσεις (: που δηλώνουν ανησυχία ή φόβο για ενδεχόμενο κακό ή ανεπιθύμητο αποτέλεσμα και εκφέρονται με τους ~ούς συνδέσμους "μη" και "μήπως"). [< μτγν. ἐνδοιαστικός] | |
| 16151 | ενδοκαναλικός | , ή, ό [ἐνδοκαναλικός] εν-δο-κα-να-λι-κός επίθ. 1. ΜΜΕ που συμβαίνει μέσα σε ένα κανάλι: ~ές: παρεμβολές. 2. που τοποθετείται μέσα στο αυτί: ~ά: ακουστικά (βαρηκοΐας). | |
| 16152 | ενδοκαρδιακός | , ή, ό [ἐνδοκαρδιακός] εν-δο-καρ-δι-α-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που βρίσκεται ή γίνεται εντός της καρδιάς· ειδικότ. που αναφέρεται στο ενδοκάρδιο: ~ή: έγχυση. Βλ. ενδο-αρτηριακός, -φλέβιος. ● επίρρ.: ενδοκαρδιακά [< γαλλ. intracardiaque, αγγλ. endocardial] | |
| 16153 | ενδοκάρδιο | [ἐνδοκάρδιο] εν-δο-κάρ-δι-ο ουσ. (ουδ.) {ενδοκαρδί-ου} : ΑΝΑΤ. ενδοθηλιακή μεμβράνη που περιβάλλει τους κόλπους και τις κοιλίες της καρδιάς. Βλ. μυο-, περι-κάρδιο. [< γαλλ. endocarde, αγγλ. endocardium] | |
| 16154 | ενδοκαρδίτιδα | [ἐνδοκαρδίτιδα] εν-δο-καρ-δί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του ενδοκαρδίου: βακτηριακή/λοιμώδης ~. Βλ. μυο-, περι-καρδίτιδα. [< γαλλ. endocardite, αγγλ. endocarditis] | |
| 16155 | ενδοκάρπιο | [ἐνδοκάρπιο] εν-δο-κάρ-πι-ο ουσ. (ουδ.) {ενδοκαρπί-ου}: ΒΟΤ. το εσώτατο στρώμα του περικαρπίου (το πιο κοντινό στον σπόρο). Βλ. επι-, μεσο-κάρπιο. ΣΥΝ. κουκούτσι, πυρήνας (4) [< γαλλ. endocarpe, αγγλ. endocarp] | |
| 16156 | ενδοκειμενικός | , ή, ό [ἐνδοκειμενικός] εν-δο-κει-με-νι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που βρίσκεται ή συντελείται εντός του κειμένου: ~ά: στοιχεία. Βλ. διακειμενικός. ΑΝΤ. εξωκειμενικός ● επίρρ.: ενδοκειμενικά [< γαλλ. intratextuel] | |
| 16157 | ενδοκοιλιακός | , ή, ό [ἐνδοκοιλιακός] εν-δο-κοι-λι-α-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που βρίσκεται ή λαμβάνει χώρα στο εσωτερικό της κοιλιάς ή σε μια από τις κοιλίες του εγκέφαλου ή της καρδιάς: ~ή: αιμορραγία/πίεση/σήψη. ~ό: λίπος. ~ά: όργανα. Βλ. κολπο-, μεσο-κοιλιακός. ● επίρρ.: ενδοκοιλιακά [< αγγλ. intraventricular] | |
| 16158 | ενδοκοιλοτικός | , ή, ό [ἐνδοκοιλοτικός] εν-δο-κοι-λο-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που βρίσκεται ή συμβαίνει μέσα σε κοιλότητα οργάνου ή του σώματος: ~ή: (ακτινο)θεραπεία. Βλ. ενδαγγειακός. [< αγγλ. intracavitary] | |
| 16159 | ενδοκοινοτικός | , ή, ό [ἐνδοκοινοτικός] εν-δο-κοι-νο-τι-κός επίθ.: που συμβαίνει μέσα σε μια κοινότητα (κυρ. στην Ευρωπαϊκή Ένωση): ~ός: ανταγωνισμός. ~ή: αγορά/μεταφορά (αγαθών). ~ό: εμπόριο. ~ές: συναλλαγές/συνομιλίες. Πβ. διακοινοτικός. ΑΝΤ. εξωκοινοτικός ● επίρρ.: ενδοκοινοτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. intracommunautaire, 1960] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ