Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [17020-17040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16163ενδοκρινικός, ή, ό [ἐνδοκρινικός] εν-δο-κρι-νι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τους ενδοκρινείς αδένες: ~ή: λειτουργία. ~ό: σύστημα. ~ές: διαταραχές. ~ά: κύτταρα/νοσήματα (: θυρεοειδοπάθειες, σακχαρώδης διαβήτης). Βλ. νευρο~. ΣΥΝ. ενδοκρινής ● ΣΥΜΠΛ.: ενδοκρινικοί/ορμονικοί διαταράκτες βλ. διαταράκτης [< γαλλ. endocrinien, 1922, αγγλ. endocrinic, 1914]
16164ενδοκρινολογία[ἐνδοκρινολογία] εν-δο-κρι-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Ε): ΙΑΤΡ. κλάδος που έχει ως αντικείμενό του τη δομή και λειτουργία των ενδοκρινών αδένων, καθώς και τη διάγνωση και θεραπεία των διαταραχών του ενδοκρινικού συστήματος· η αντίστοιχη ειδικότητα: αναπαραγωγική/γυναικολογική/εργαστηριακή/μοριακή/παιδιατρική ~. ~-διαβητολογία. Βλ. -λογία, νευρο~. [< γαλλ. endocrinologie, 1915, αγγλ. endocrinology, περ. 1913]
16165ενδοκρινολογικός, ή, ό [ἐνδοκρινολογικός] εν-δο-κρι-νο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ενδοκρινολογία: ~ή και ορμονική θεραπεία. ~ό-διαβητολογικό ιατρείο.|| (καταχρ., ενδοκρινικός) ~ά: προβλήματα.|| (ως ουσ., προφ.) Το ~ό (ενν. τμήμα νοσοκομείου). [< γαλλ. endocrinologique, αγγλ. endocrinologic, περ. 1934, endocrinological, 1949]
16166ενδοκρινολόγος[ἐνδοκρινολόγος] εν-δο-κρι-νο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός ειδικευμένος στην ενδοκρινολογία: ~-διαβητολόγος. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. endocrinologiste, 1925, endocrinologue, 1965, αγγλ. endocrinologist, 1930]
16167ενδοκυβερνητικός, ή, ό [ἐνδοκυβερνητικός] εν-δο-κυ-βερ-νη-τι-κός επίθ.: που αφορά το εσωτερικό μιας κυβέρνησης: ~ή: κόντρα/κρίση. Βλ. διακυβερνητ-, ενδοκομματ-ικός. ΑΝΤ. εξωκυβερνητικός [< αγγλ. intragovernmental, 1964]
16168ενδοκυστικός, ή, ό [ἐνδοκυστικός] εν-δο-κυ-στι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που βρίσκεται ή γίνεται εντός μιας κύστης (κυρ. της ουροδόχου): ~ή: έγχυση/πίεση (των ούρων). ● επίρρ.: ενδοκυστικά [< αγγλ. intracystic]
16169ενδοκυττάριος, α/ος, ο [ἐνδοκυττάριος] εν-δο-κυτ-τά-ρι-ος επίθ. & ενδοκυτταρικός, ή, ό: ΒΙΟΛ. που εντοπίζεται ή αναπτύσσεται μέσα στα κύτταρα: ~ο: ασβέστιο/υγρό. Πβ. υποκυτταρικός. ΑΝΤ. εξωκυττάριος [< γαλλ. intracellulaire]
16170ενδοκύτωση[ἐνδοκύτωση] εν-δο-κύ-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. πρόσληψη από το κύτταρο εξωκυτταρικού υλικού: ~ μέσω υποδοχέων. Πβ. πινο-, φαγο-κύτωση. Βλ. λυσόσωμα. [< αγγλ. endocytosis, 1963, γαλλ. endocytose, 1963]
16171ενδομεταφορές[ἐνδομεταφορές] εν-δο-με-τα-φο-ρές (οι) {σπάν. στον εν. ενδομεταφορά} : καμποτάζ.
16172ενδομήτριο[ἐνδομήτριο] εν-δο-μή-τρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ίου}: ΑΝΑΤ. ο βλεννογόνος της μήτρας: απόξεση (: λόγω παλίνδρομης κύησης ή έκτρωσης)/απόπτωση (: κατά την εμμηνόρροια)/καρκίνος/πολύποδες του ~ίου. Βλ. μυομήτριο. [< γαλλ. endomètre, 1922, αγγλ. endometrium]
16173ενδομήτριος, α/ος, ο [ἐνδομήτριος] εν-δο-μή-τρι-ος επίθ. & ενδομητρικός: ΙΑΤΡ. που βρίσκεται ή συμβαίνει στο εσωτερικό της μήτρας: ~α: κοιλότητα/κύηση/σπερματέγχυση. Η ~ ανάπτυξη/ζωή του εμβρύου. Πβ. μητρ-ιαίος, -ικός. ΑΝΤ. εξωμήτριος ● επίρρ.: ενδομήτρια & (λόγ.) ενδομητρίως ● ΣΥΜΠΛ.: ενδομήτριο σπείραμα βλ. σπείραμα [< γαλλ. intra-utérin]
16174ενδομητρίτιδα[ἐνδομητρίτιδα] εν-δο-μη-τρί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του ενδομητρίου: ~ της λοχείας. Βλ. σαλπιγγ-, τραχηλ-ίτιδα. [< γαλλ. endométrite, αγγλ. endometritis]
16175ενδομητρίωση[ἐνδομητρίωση] εν-δο-μη-τρί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. γυναικολογική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη του ενδομητρίου έξω από τη μήτρα, συνήθ. στην πυελική περιοχή, και συνοδεύεται από πόνο κατά την περίοδο ή τη συνουσία και υπογονιμότητα. Βλ. δυσπαρευνία. [< αγγλ. endometriosis, 1925, γαλλ. endométriose, 1926]
16176ενδομοριακός, ή, ό [ἐνδομοριακός] εν-δο-μο-ρι-α-κός επίθ.: ΧΗΜ. που συμβαίνει μέσα σε ένα μόριο: ~ές: αλληλεπιδράσεις/δυνάμεις. Βλ. διαμοριακός. ● επίρρ.: ενδομοριακά [< αγγλ. intramolecular]
16177ενδομυελικός, ή, ό [ἐνδομυελικός] εν-δο-μυ-ε-λι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που βρίσκεται ή γίνεται μέσα στον μυελό: ~οί: ήλοι/όγκοι. ~ές: ηλώσεις. ● επίρρ.: ενδομυελικά
16178ενδομυϊκός, ή, ό [ἐνδομυϊκός] εν-δο-μυ-ϊ-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που βρίσκεται ή γίνεται μέσα σε μυ: ~ή: έγχυση (φαρμάκου)/ένεση. Πβ. ενδοφλέβιος, υποδόριος. ● επίρρ.: ενδομυϊκά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. intramusculaire]
16179ενδόμυχος, η, ο [ἐνδόμυχος] εν-δό-μυ-χος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που υπάρχει βαθιά στην ψυχή ή στον νου κάποιου και δεν εξωτερικεύεται· κρυφός: ~ος: πόθος/φόβος. ~η: ανάγκη (= εσώτατη)/ελπίδα/επιθυμία. ~ες: σκέψεις. Πβ. απόκρυφος, ενδότ-ατος, -ερος, εσώψυχος, μυστικός. ΣΥΝ. μύχιος ● επίρρ.: ενδόμυχα & (λόγ.) ενδομύχως ● ΦΡ.: στα ενδόμυχα (μτφ.): στα βάθη: μνήμες κρυμμένες ~ της καρδιάς. ΣΥΝ. στα ενδότερα [< αρχ. ἐνδόμυχος, γαλλ. intime]
16180ένδον[ἔνδον] έν-δον επίρρ. (λόγ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: εκ των έσω/ένδον: από μέσα, από το εσωτερικό: πληροφόρηση ~ ~. Υπονομεύεται ~ ~. ΣΥΝ. ένδοθεν, έσωθεν ΑΝΤ. έξωθεν [< αρχ. ἔνδον]
16181ενδονοσοκομειακός, ή, ό [ἐνδονοσοκομειακός] εν-δο-νο-σο-κο-μει-α-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που βρίσκεται ή γίνεται μέσα σε νοσοκομείο: ~ή: θεραπεία/λοίμωξη/νοσηλεία/περίθαλψη/φροντίδα. ΑΝΤ. εξωνοσοκομειακός ● επίρρ.: ενδονοσοκομειακά [< αγγλ. intrahospital]
16182ένδοξος, η, ο [ἔνδοξος] έν-δο-ξος επίθ.: δοξασμένος, φημισμένος: ~η: εποχή/ιστορία/μάχη/νίκη/παράδοση/πόλη/πορεία (της ομάδας). ~ο: όνομα/παρελθόν. ~α: κατορθώματα. ~ος θάνατος/~ο τέλος (: που φέρνει δόξα). (μτφ.) ~η σελίδα της ιστορίας. Πβ. περιφανής.|| ~ος: ήρωας. ~οι: αγωνιστές/πρόγονοι. Βλ. τρισ~, υπερ~. ΑΝΤ. άδοξος ● επίρρ.: ένδοξα & (λόγ.) ενδόξως [< μτγν. ἔνδοξος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.