Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [17040-17060]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16183ενδοοικιακός, ή, ό [ἐνδοοικιακός] εν-δο-οι-κι-α-κός επίθ. (επίσ.): που εντοπίζεται ή συμβαίνει μέσα στον χώρο της οικίας: ~ή: ρύπανση. ~ά: αλλεργιογόνα (βλ. ακάρεα). ~οί ή περιβαλλοντικοί ρύποι. ΑΝΤ. εξωοικιακός [< αγγλ. intradomestic]
16184ενδοοικογενειακός, ή, ό [ἐνδοοικογενειακός] εν-δο-οι-κο-γε-νει-α-κός επίθ.: που γίνεται μέσα στην οικογένεια: ~ή: κακοποίηση (γυναικών)/κρίση. ~ό: κλίμα. ~ές: προστριβές/συγκρούσεις/σχέσεις.|| (ως ουσ.) Τα ~ά μας (ενν. θέματα, προβλήματα). Πβ. οικογενειακά (τα).|| (μτφ., που αφορά το εσωτερικό μιας ομάδας, π.χ. ενός κόμματος:) ~ή: διαμάχη/υπόθεση. ΑΝΤ. εξωοικογενειακός ● επίρρ.: ενδοοικογενειακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: (ενδο)οικογενειακή βία/βία στην οικογένεια βλ. βία [< αγγλ. intrafamilial]
16185ενδοομαδικός, ή, ό [ἐνδοομαδικός] εν-δο-ο-μα-δι-κός επίθ.: που συμβαίνει εντός μιας ομάδας: ~ός: ανταγωνισμός. ΑΝΤ. διομαδικός [< αγγλ. intragroup, 1918]
16186ενδοπανεπιστημιακός, ή, ό [ἐνδοπανεπιστημιακός] εν-δο-πα-νε-πι-στη-μι-α-κός επίθ.: που βρίσκεται ή συντελείται μέσα στον χώρο του πανεπιστημίου: ~ές: δραστηριότητες/εκδηλώσεις. ΑΝΤ. εξωπανεπιστημιακός ● επίρρ.: ενδοπανεπιστημιακά [< γαλλ. intra-universitaire]
16187ενδοπαράσιτα[ἐνδοπαράσιτα] εν-δο-πα-ρά-σι-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. ενδοπαράσιτο}: ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. παράσιτα που ζουν στο εσωτερικό οργανισμού: ~ του ανθρώπου/σκύλου. Βλ. αποπαρασίτωση, ασκαρίδα, εχινόκοκκος, ταινία, τριχίνη. ΑΝΤ. εξωπαράσιτα [< γαλλ.-αγγλ. endoparasites]
16188ενδοπαραταξιακός, ή, ό [ἐνδοπαραταξιακός] εν-δο-πα-ρα-τα-ξι-α-κός επίθ.: που εκδηλώνεται στο εσωτερικό μιας παράταξης: ~ές: εκλογές/έριδες/συγκρούσεις. Πισώπλατα ~ά μαχαιρώματα. Πβ. ενδοκομματικός. ● επίρρ.: ενδοπαραταξιακά [< αγγλ. intraparty, 1923]
16189ενδοπεριφερειακός, ή, ό [ἐνδοπεριφερειακός] εν-δο-πε-ρι-φε-ρει-α-κός επίθ.: που συντελείται εντός μιας διοικητικής περιφέρειας: ~ή: ανάπτυξη/σύγκλιση. ~ό: εμπόριο. Βλ. διαπεριφερειακός. ● επίρρ.: ενδοπεριφερειακά [< αγγλ. intra-regional, 1964]
16190ενδοπλασματικός, ή, ό [ἐνδοπλασματικός] εν-δο-πλα-σμα-τι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ενδοπλασματικό δίκτυο: ΒΙΟΛ. οργανίδιο μεμβρανικών σάκων και σωληνοειδών διαμορφώσεων που βρίσκεται στο κυτταρόπλασμα και συμμετέχει στην επεξεργασία των κυτταροπλασματικών πρωτεϊνών. [< αγγλ. endoplasmic reticulum, γαλλ. réticulum endoplasmique]
16191ενδοπνευμονικός, ή, ό [ἐνδοπνευμονικός] εν-δο-πνευ-μο-νι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που υπάρχει ή εκδηλώνεται μέσα στους πνεύμονες: ~ή: αιμορραγία/πίεση. [< γαλλ. intrapulmonaire]
16192ενδοπορικός, ή, ό [ἐνδοπορικός] εν-δο-πο-ρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που βρίσκεται στο επιθήλιο και δεν παρουσιάζει διήθηση στους γειτονικούς ιστούς: ~ό: καρκίνωμα. Πβ. πορογενής. ΑΝΤ. διηθητικός [< αγγλ. intraductal, 1953]
16193ενδοπροσωπικός, ή, ό [ἐνδοπροσωπικός] εν-δο-προ-σω-πι-κός επίθ.: ΨΥΧΟΛ. που σχετίζεται με τις εσωτερικές διεργασίες ενός ατόμου, που συντελείται στο μυαλό ή στην ψυχή: ~ή: ικανότητα αυτογνωσίας/νοημοσύνη. ~ά: εμπόδια/προβλήματα. Βλ. διαπροσωπικός. [< αγγλ. intrapersonal, 1909]
16194ενδορφίνες[ἐνδορφίνες] εν-δορ-φί-νες ουσ. (θηλ.) (οι) {ενδορφινών | σπάν. στον εν. ενδορφίνη}: ΒΙΟΧ. ομάδα πολυπεπτιδίων με αναλγητική και αγχολυτική δράση που παράγονται στον εγκέφαλο· ενδογενή οπιούχα: β-~. Εγκεφαλίνες, σεροτονίνη και ~. Βλ. ηρωίνη, κωδεΐνη, μεθαδόνη. [< αγγλ. endorphin (< endo(genous) + (mo)rphin(e)), 1976, γαλλ. endorphine, 1973]
16195ενδοσκόπηση[ἐνδοσκόπηση] εν-δο-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΨΥΧΟΛ. διερεύνηση, παρατήρηση από ένα άτομο του εαυτού του, με σκοπό την αυτογνωσία: ειλικρινής/εσωτερική/προσωπική ~. ~ και περισυλλογή. Βλ. αυτο-ανάλυση, -κριτική, ψυχανάλυση. ΑΝΤ. αυτοπαρατήρηση 2. ΙΑΤΡ. & (σπάν.) ενδοσκοπία: εξέταση με ενδοσκόπιο. Βλ. υπερηχογραφία, -σκόπηση. [< 1: γαλλ. introspection 2: γαλλ. endoscopie, αγγλ. endoscopy]
16196ενδοσκοπικός, ή, ό [ἐνδοσκοπικός] εν-δο-σκο-πι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ενδοσκόπηση: (ΨΥΧΟΛ.) ~ή: εξέταση.|| (ΙΑΤΡ.) ~ός: έλεγχος/χειρουργός. ~ή: χειρουργική (βλ. λαπαροσκοπικός). ~ό: όργανο. ● επίρρ.: ενδοσκοπικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. introspectif, endoscopique, αγγλ. introspective, endoscopic]
16197ενδοσκόπιο[ἐνδοσκόπιο] εν-δο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΙΑΤΡ. όργανο εξέτασης των εσωτερικών κοιλοτήτων του σώματος, με τη μορφή αγωγού εφοδιασμένου με οπτικές ίνες, για να οδηγείται το φως και να μεταφέρεται η εικόνα σε ειδική οθόνη, το οποίο λειτουργεί και ως χειρουργικό εργαλείο, εξοπλισμένο με μηχανικά εξαρτήματα ή λαβίδα. Βλ. -σκόπιο. 2. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή παρατήρησης και ελέγχου των κοιλοτήτων μηχανών: βιομηχανικά ~α. [< γαλλ.-αγγλ. endoscope]
16198ενδοσκοπώ[ἐνδοσκοπῶ] εν-δο-σκο-πώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ενδοσκοπ-είς ..., -ώντας | ενδοσκοπ-ήσει, -είται, (σπάν.) -ήθηκε} (σπάν.): κάνω ενδοσκόπηση. Βλ. -σκοπώ.
16199ενδοσπέρμιο[ἐνδοσπέρμιο] εν-δο-σπέρ-μι-ο ουσ. (ουδ.) {ενδοσπερμίου}: ΒΟΤ. αποταμιευτικός ιστός στον σπόρο των φυτών, ο οποίος περιέχει άμυλο, λίπη και πρωτεΐνες, περιβάλλει το έμβρυο και το τρέφει, μέχρι το νεαρό φυτό να αναπτύξει ρίζες. Βλ. περισπέρμιο. [< γαλλ. endosperme, αγγλ. endosperm]
16200ενδοστεφανιαίος, α, ο [ἐνδοστεφανιαῖος] εν-δο-στε-φα-νι-αί-ος επίθ.: ΙΑΤΡ. που βρίσκεται, τοποθετείται ή γίνεται μέσα στη στεφανιαία αρτηρία: ~α: πρόθεση (: στεντ). ~ο: υπερηχογράφημα. [< αγγλ. intracoronary]
16201ενδοστοματικός, ή, ό [ἐνδοστοματικός] εν-δο-στο-μα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που υπάρχει ή γίνεται μέσα στη στοματική κοιλότητα: ~ή: ακτινογραφία/εξέταση/κάμερα. ● επίρρ.: ενδοστοματικά [< αγγλ. intraoral]
16202ενδοστρέφεια[ἐνδοστρέφεια] εν-δο-στρέ-φει-α ουσ. (θηλ.): εσωστρέφεια.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.