| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 16200 | ενδοστεφανιαίος | , α, ο [ἐνδοστεφανιαῖος] εν-δο-στε-φα-νι-αί-ος επίθ.: ΙΑΤΡ. που βρίσκεται, τοποθετείται ή γίνεται μέσα στη στεφανιαία αρτηρία: ~α: πρόθεση (: στεντ). ~ο: υπερηχογράφημα. [< αγγλ. intracoronary] | |
| 16201 | ενδοστοματικός | , ή, ό [ἐνδοστοματικός] εν-δο-στο-μα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που υπάρχει ή γίνεται μέσα στη στοματική κοιλότητα: ~ή: ακτινογραφία/εξέταση/κάμερα. ● επίρρ.: ενδοστοματικά [< αγγλ. intraoral] | |
| 16202 | ενδοστρέφεια | [ἐνδοστρέφεια] εν-δο-στρέ-φει-α ουσ. (θηλ.): εσωστρέφεια. | |
| 16203 | ενδοστρεφής | , ής, ές [ἐνδοστρεφής] εν-δο-στρε-φής επίθ. {ενδοστρεφ-ούς | -είς (ουδ. -ή)}: εσωστρεφής. | |
| 16204 | ενδοσυζυγικός | , ή, ό [ἐνδοσυζυγικός] εν-δο-συ-ζυ-γι-κός επίθ.: που συμβαίνει ανάμεσα στους συζύγους: ~ή: βία. ~ές: συγκρούσεις. Βλ. ενδοσυντροφικός. | |
| 16205 | ενδοσυνεννόηση | [ἐνδοσυνεννόηση] εν-δο-συ-νεν-νό-η-ση ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ. σύστημα ενδοεπικοινωνίας που γίνεται με τη χρήση πομποδεκτών (ακουστικό και μικρόφωνο). Βλ. θυροτηλέφωνο. [< αγγλ. intercommunication, 1911] | |
| 16206 | ενδοσυντροφικός | , ή, ό [ἐνδοσυντροφικός] εν-δο-συν-τρο-φι-κός επίθ.: που συμβαίνει ανάμεσα στους συντρόφους: ~ή: βία. Βλ. ενδοσυζυγικός. | |
| 16207 | ενδοσχολικός | , ή, ό [ἐνδοσχολικός] εν-δο-σχο-λι-κός επίθ.: που βρίσκεται, υπάρχει ή γίνεται εντός του σχολείου: ~ός: εκφοβισμός. ~ή: βία/επιμόρφωση (εκπαιδευτικών). ~ές: εκδηλώσεις/εξετάσεις (βλ. πανελλαδικές). ΑΝΤ. εξωσχολικός ● επίρρ.: ενδοσχολικά ● ΣΥΜΠΛ.: (ενδο)σχολική βία/βία στο σχολείο (/στα σχολεία) βλ. βία [< αγγλ. in-school] | |
| 16208 | ενδοσωματικός | , ή, ό [ἐνδοσωματικός] εν-δο-σω-μα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που γίνεται μέσα στο σώμα: ~ή: γονιμοποίηση/(γονιδιακή) θεραπεία. ΑΝΤ. εξωσωματικός ● επίρρ.: ενδοσωματικά [< αγγλ. intracorporeal] | |
| 16209 | ενδοταξικός | , ή, ό [ἐνδοταξικός] εν-δο-τα-ξι-κός επίθ.: που εκδηλώνεται ή υπάρχει στο εσωτερικό μιας τάξης, κυρ. κοινωνικής: ~ές: αντιθέσεις. Βλ. διαταξικός. [< αγγλ. intraclass, 1950] | |
| 16210 | ενδότατος | , η, ο [ἐνδότατος] εν-δό-τα-τος επίθ. (λόγ., συνήθ. μτφ.): εσώτατος, βαθύτατος: ~η: ανησυχία/επιθυμία. ~ες: σκέψεις. (ως ουσ.) Στα ~α της καρδιάς. (= στα βάθη, στα μύχια). ΣΥΝ. ενδόμυχος.|| (κυριολ.) ~ο: στρώμα (του δέρματος). ΑΝΤ. εξώτατος [< μτγν. ἐνδότατος] | |
| 16211 | ενδότερος | , η, ο [ἐνδότερος] εν-δό-τε-ρος επίθ. (λόγ.): εσώτερος, βαθύτερος: (μτφ.) ~ος: σκοπός (βλ. απώτερος)/φόβος (= ενδόμυχος). ~η: ουσία (των πραγμάτων).|| (κυριολ.) ~η: περιοχή. (ΑΝΑΤ.) Οι ~ες στιβάδες του εντέρου. ● ΦΡ.: στα ενδότερα (+ γεν.): στο πιο εσωτερικό σημείο, στα βάθη: ~ ~ του σπιτιού/της χώρας (= στην ενδοχώρα). Αποσύρθηκε ~ ~ (: στο δωμάτιό του, στα ιδιαίτερα διαμερίσματά του).|| (μτφ.) ~ ~ της ψυχής (= στα ενδόμυχα, στα μύχια). [< μεσν. ενδότερος] | |
| 16212 | ενδοτικός | , ή, ό [ἐνδοτικός] εν-δο-τι-κός επίθ. (λόγ.): που ενδίδει εύκολα: ~ή: πολιτική/συμπεριφορά (= ενδοτικότητα). ~ή και ηττοπαθής στάση. Πβ. ελαστ-, συμβιβαστ-, υποχωρητ-ικός. ΑΝΤ. ανένδοτος ● επίρρ.: ενδοτικά ● ΣΥΜΠΛ.: Ενδοτικό Δίκαιο βλ. δίκαιο [< μτγν. ἐνδοτικός] | |
| 42082 | ενδοτικός | πουρ-κου-άς ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.): ο ενδοτικός, που με την ηττοπαθή στάση του υπονομεύει εκ των ένδον την ανεξαρτησία της χώρας ή τον αγώνα της κοινωνικής τάξης του, λειτουργώντας εν τέλει ως πράκτορας του εχθρού. Πβ. πεμπτοφαλαγγίτης, προδότης. Βλ. -άς, δωσίλογος. [< γαλλ. pourquoi] | |
| 16213 | ενδοτικότητα | [ἐνδοτικότητα] εν-δο-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. & ενδοτισμός (ο) (λόγ.): ενδοτική συμπεριφορά: Επέδειξαν ~ (απέναντι) στις πιέσεις/προκλήσεις. Πβ. συμβιβαστικ-, υποχωρητικ-ότητα. 2. (επιστ.) ελαστικότητα, ευκαμψία: (ΙΑΤΡ.) ~ των αρτηριακών τοιχωμάτων. Μείωση της πνευμονικής ~ας.|| (ΜΗΧΑΝ.) ~ της ανάρτησης. | |
| 16214 | ενδοτοξίνες | [ἐνδοτοξίνες] εν-δο-το-ξί-νες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. ενδοτοξίνη}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. τοξίνες που απαντούν στο κυτταρικό τοίχωμα ορισμένων παθογόνων gram αρνητικών βακτηρίων και ευθύνονται για συμπτώματα, όπως πυρετό και πτώση της πίεσης του αίματος. Βλ. απο-λύμανση, -στείρωση. ΑΝΤ. εξωτοξίνες [< γαλλ. endotoxine, 1906, αγγλ. endotoxin, 1904] | |
| 16215 | ενδοτραχειακός | , ή, ό [ἐνδοτραχειακός] εν-δο-τρα-χει-α-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που βρίσκεται, γίνεται ή εισάγεται μέσα στην τραχεία: ~ή: διασωλήνωση. ● επίρρ.: ενδοτραχειακά [< αγγλ. endotracheal, 1910] | |
| 16216 | ενδοϋπηρεσιακός | , ή, ό [ἐνδοϋπηρεσιακός] εν-δο-ϋ-πη-ρε-σι-α-κός επίθ.: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. που συμβαίνει εντός υπηρεσίας: ~ή: κατάρτιση προσωπικού. ~ό: πρόγραμμα επιμόρφωσης. Πβ. εσωτερικός. ΑΝΤ. εξωυπηρεσιακός ● επίρρ.: ενδοϋπηρεσιακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αγγλ. intradepartmental, 1961] | |
| 16217 | ενδοφακοί | [ἐνδοφακοί] εν-δο-φα-κοί ουσ. (αρσ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. ενδοφακός}: ΙΑΤΡ. τεχνητοί φακοί από πλαστικό, σιλικόνη ή ακρυλικό, που εμφυτεύονται χειρουργικά στο μάτι στη θέση του φυσικού φακού, με σκοπό την αντιμετώπιση διαθλαστικών ανωμαλιών. Βλ. διαθλαστική χειρουργική, φακοθρυψία. [< αγγλ. intraocular lenses] | |
| 16218 | ενδοφθάλμιος | , α/ος, ο [ἐνδοφθάλμιος] εν-δο-φθάλ-μι-ος επίθ.: ΙΑΤΡ. που συντελείται ή εμφυτεύεται στο εσωτερικό του οφθαλμού: ~οι: φακοί (= ενδοφακοί). ● ΣΥΜΠΛ.: ενδοφθάλμια πίεση: η πίεση του ματιού. Βλ. γλαύκωμα. [< αγγλ. intraocular] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ