Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [17060-17080]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16203ενδοστρεφής, ής, ές [ἐνδοστρεφής] εν-δο-στρε-φής επίθ. {ενδοστρεφ-ούς | -είς (ουδ. -ή)}: εσωστρεφής.
16204ενδοσυζυγικός, ή, ό [ἐνδοσυζυγικός] εν-δο-συ-ζυ-γι-κός επίθ.: που συμβαίνει ανάμεσα στους συζύγους: ~ή: βία. ~ές: συγκρούσεις. Βλ. ενδοσυντροφικός.
16205ενδοσυνεννόηση[ἐνδοσυνεννόηση] εν-δο-συ-νεν-νό-η-ση ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ. σύστημα ενδοεπικοινωνίας που γίνεται με τη χρήση πομποδεκτών (ακουστικό και μικρόφωνο). Βλ. θυροτηλέφωνο. [< αγγλ. intercommunication, 1911]
16206ενδοσυντροφικός, ή, ό [ἐνδοσυντροφικός] εν-δο-συν-τρο-φι-κός επίθ.: που συμβαίνει ανάμεσα στους συντρόφους: ~ή: βία. Βλ. ενδοσυζυγικός.
16207ενδοσχολικός, ή, ό [ἐνδοσχολικός] εν-δο-σχο-λι-κός επίθ.: που βρίσκεται, υπάρχει ή γίνεται εντός του σχολείου: ~ός: εκφοβισμός. ~ή: βία/επιμόρφωση (εκπαιδευτικών). ~ές: εκδηλώσεις/εξετάσεις (βλ. πανελλαδικές). ΑΝΤ. εξωσχολικός ● επίρρ.: ενδοσχολικά ● ΣΥΜΠΛ.: (ενδο)σχολική βία/βία στο σχολείο (/στα σχολεία) βλ. βία [< αγγλ. in-school]
16208ενδοσωματικός, ή, ό [ἐνδοσωματικός] εν-δο-σω-μα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που γίνεται μέσα στο σώμα: ~ή: γονιμοποίηση/(γονιδιακή) θεραπεία. ΑΝΤ. εξωσωματικός ● επίρρ.: ενδοσωματικά [< αγγλ. intracorporeal]
16209ενδοταξικός, ή, ό [ἐνδοταξικός] εν-δο-τα-ξι-κός επίθ.: που εκδηλώνεται ή υπάρχει στο εσωτερικό μιας τάξης, κυρ. κοινωνικής: ~ές: αντιθέσεις. Βλ. διαταξικός. [< αγγλ. intraclass, 1950]
16210ενδότατος, η, ο [ἐνδότατος] εν-δό-τα-τος επίθ. (λόγ., συνήθ. μτφ.): εσώτατος, βαθύτατος: ~η: ανησυχία/επιθυμία. ~ες: σκέψεις. (ως ουσ.) Στα ~α της καρδιάς. (= στα βάθη, στα μύχια). ΣΥΝ. ενδόμυχος.|| (κυριολ.) ~ο: στρώμα (του δέρματος). ΑΝΤ. εξώτατος [< μτγν. ἐνδότατος]
16211ενδότερος, η, ο [ἐνδότερος] εν-δό-τε-ρος επίθ. (λόγ.): εσώτερος, βαθύτερος: (μτφ.) ~ος: σκοπός (βλ. απώτερος)/φόβος (= ενδόμυχος). ~η: ουσία (των πραγμάτων).|| (κυριολ.) ~η: περιοχή. (ΑΝΑΤ.) Οι ~ες στιβάδες του εντέρου. ● ΦΡ.: στα ενδότερα (+ γεν.): στο πιο εσωτερικό σημείο, στα βάθη: ~ ~ του σπιτιού/της χώρας (= στην ενδοχώρα). Αποσύρθηκε ~ ~ (: στο δωμάτιό του, στα ιδιαίτερα διαμερίσματά του).|| (μτφ.) ~ ~ της ψυχής (= στα ενδόμυχα, στα μύχια). [< μεσν. ενδότερος]
16212ενδοτικός, ή, ό [ἐνδοτικός] εν-δο-τι-κός επίθ. (λόγ.): που ενδίδει εύκολα: ~ή: πολιτική/συμπεριφορά (= ενδοτικότητα). ~ή και ηττοπαθής στάση. Πβ. ελαστ-, συμβιβαστ-, υποχωρητ-ικός. ΑΝΤ. ανένδοτος ● επίρρ.: ενδοτικά ● ΣΥΜΠΛ.: Ενδοτικό Δίκαιο βλ. δίκαιο [< μτγν. ἐνδοτικός]
16213ενδοτικότητα[ἐνδοτικότητα] εν-δο-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. & ενδοτισμός (ο) (λόγ.): ενδοτική συμπεριφορά: Επέδειξαν ~ (απέναντι) στις πιέσεις/προκλήσεις. Πβ. συμβιβαστικ-, υποχωρητικ-ότητα. 2. (επιστ.) ελαστικότητα, ευκαμψία: (ΙΑΤΡ.) ~ των αρτηριακών τοιχωμάτων. Μείωση της πνευμονικής ~ας.|| (ΜΗΧΑΝ.) ~ της ανάρτησης.
16214ενδοτοξίνες[ἐνδοτοξίνες] εν-δο-το-ξί-νες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. ενδοτοξίνη}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. τοξίνες που απαντούν στο κυτταρικό τοίχωμα ορισμένων παθογόνων gram αρνητικών βακτηρίων και ευθύνονται για συμπτώματα, όπως πυρετό και πτώση της πίεσης του αίματος. Βλ. απο-λύμανση, -στείρωση. ΑΝΤ. εξωτοξίνες [< γαλλ. endotoxine, 1906, αγγλ. endotoxin, 1904]
16215ενδοτραχειακός, ή, ό [ἐνδοτραχειακός] εν-δο-τρα-χει-α-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που βρίσκεται, γίνεται ή εισάγεται μέσα στην τραχεία: ~ή: διασωλήνωση. ● επίρρ.: ενδοτραχειακά [< αγγλ. endotracheal, 1910]
16216ενδοϋπηρεσιακός, ή, ό [ἐνδοϋπηρεσιακός] εν-δο-ϋ-πη-ρε-σι-α-κός επίθ.: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. που συμβαίνει εντός υπηρεσίας: ~ή: κατάρτιση προσωπικού. ~ό: πρόγραμμα επιμόρφωσης. Πβ. εσωτερικός. ΑΝΤ. εξωυπηρεσιακός ● επίρρ.: ενδοϋπηρεσιακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αγγλ. intradepartmental, 1961]
16217ενδοφακοί[ἐνδοφακοί] εν-δο-φα-κοί ουσ. (αρσ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. ενδοφακός}: ΙΑΤΡ. τεχνητοί φακοί από πλαστικό, σιλικόνη ή ακρυλικό, που εμφυτεύονται χειρουργικά στο μάτι στη θέση του φυσικού φακού, με σκοπό την αντιμετώπιση διαθλαστικών ανωμαλιών. Βλ. διαθλαστική χειρουργική, φακοθρυψία. [< αγγλ. intraocular lenses]
16218ενδοφθάλμιος, α/ος, ο [ἐνδοφθάλμιος] εν-δο-φθάλ-μι-ος επίθ.: ΙΑΤΡ. που συντελείται ή εμφυτεύεται στο εσωτερικό του οφθαλμού: ~οι: φακοί (= ενδοφακοί). ● ΣΥΜΠΛ.: ενδοφθάλμια πίεση: η πίεση του ματιού. Βλ. γλαύκωμα. [< αγγλ. intraocular]
16219ενδοφλέβιος, α/ος, ο [ἐνδοφλέβιος] εν-δο-φλέ-βι-ος επίθ. {-ων (λόγ.) -ίων} & ενδοφλεβικός, ή, ό: ΙΑΤΡ. που υπάρχει, γίνεται ή εισάγεται (μέσα) στη φλέβα: ~ος: καθετήρας (= φλεβοκαθετήρας). ~α: έγχυση (σκιαγραφικής ουσίας)/θεραπεία/πυελογραφία/χορήγηση (ινσουλίνης). ~α ή ενδομυϊκή ένεση. Πβ. υποδόριος. ● επίρρ.: ενδοφλέβια & (λόγ.) ενδοφλεβίως [< γαλλ. intraveineux]
16220ενδοχριστιανικός, ή, ό [ἐνδοχριστιανικός] εν-δο-χρι-στια-νι-κός επίθ.: εντός του Χριστιανισμού, μεταξύ χριστιανών. ΑΝΤ. εξωχριστιανικός [< αγγλ. intra-christian]
16221ενδοχώρα[ἐνδοχώρα] εν-δο-χώ-ρα ουσ. (θηλ.): ηπειρωτικό τμήμα περιοχής, μακριά από τα παράλια ή τα σύνορά της: καταπράσινη/ορεινή ~. Η ~ του νησιού/νομού (= εσωτερικό, μεσόγεια). Βλ. μεθόριος. [< γερμ. Hinterland]
16223ένδυμα[ἔνδυμα] έν-δυ-μα ουσ. (ουδ.) {ενδύμ-ατος | -ατα, -άτων, συνήθ. στον πληθ.} (επίσ.) 1. ρούχο: ανδρικά/γυναικεία/παιδικά ~ατα. ~ατα εργασίας. ~ατα, υποδήματα και αξεσουάρ. Βιομηχανία/δημιουργία/εμπόριο/επιδιορθώσεις/κατασκευή/μεταποιήσεις/σχεδιαστής ~άτων.|| Εκκλησιαστικά ~ατα (βλ. άμφια). 2. (κατ' επέκτ.) ενδυμασία: βραδινό ~. 3. {συνήθ. στον εν.} (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) κάλυμμα: Κάτω από το ~ (= τον μανδύα) της καλοσύνης, διακρινόταν το μίσος. Καλύπτονται/περιβάλλονται με το ~ της νομιμότητας. ● ΣΥΜΠΛ.: έτοιμο ένδυμα βλ. έτοιμος [< 1, 2: αρχ. ἔνδυμα, γαλλ. habit, vêtement]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.