| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 16219 | ενδοφλέβιος | , α/ος, ο [ἐνδοφλέβιος] εν-δο-φλέ-βι-ος επίθ. {-ων (λόγ.) -ίων} & ενδοφλεβικός, ή, ό: ΙΑΤΡ. που υπάρχει, γίνεται ή εισάγεται (μέσα) στη φλέβα: ~ος: καθετήρας (= φλεβοκαθετήρας). ~α: έγχυση (σκιαγραφικής ουσίας)/θεραπεία/πυελογραφία/χορήγηση (ινσουλίνης). ~α ή ενδομυϊκή ένεση. Πβ. υποδόριος. ● επίρρ.: ενδοφλέβια & (λόγ.) ενδοφλεβίως [< γαλλ. intraveineux] | |
| 16220 | ενδοχριστιανικός | , ή, ό [ἐνδοχριστιανικός] εν-δο-χρι-στια-νι-κός επίθ.: εντός του Χριστιανισμού, μεταξύ χριστιανών. ΑΝΤ. εξωχριστιανικός [< αγγλ. intra-christian] | |
| 16221 | ενδοχώρα | [ἐνδοχώρα] εν-δο-χώ-ρα ουσ. (θηλ.): ηπειρωτικό τμήμα περιοχής, μακριά από τα παράλια ή τα σύνορά της: καταπράσινη/ορεινή ~. Η ~ του νησιού/νομού (= εσωτερικό, μεσόγεια). Βλ. μεθόριος. [< γερμ. Hinterland] | |
| 16223 | ένδυμα | [ἔνδυμα] έν-δυ-μα ουσ. (ουδ.) {ενδύμ-ατος | -ατα, -άτων, συνήθ. στον πληθ.} (επίσ.) 1. ρούχο: ανδρικά/γυναικεία/παιδικά ~ατα. ~ατα εργασίας. ~ατα, υποδήματα και αξεσουάρ. Βιομηχανία/δημιουργία/εμπόριο/επιδιορθώσεις/κατασκευή/μεταποιήσεις/σχεδιαστής ~άτων.|| Εκκλησιαστικά ~ατα (βλ. άμφια). 2. (κατ' επέκτ.) ενδυμασία: βραδινό ~. 3. {συνήθ. στον εν.} (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) κάλυμμα: Κάτω από το ~ (= τον μανδύα) της καλοσύνης, διακρινόταν το μίσος. Καλύπτονται/περιβάλλονται με το ~ της νομιμότητας. ● ΣΥΜΠΛ.: έτοιμο ένδυμα βλ. έτοιμος [< 1, 2: αρχ. ἔνδυμα, γαλλ. habit, vêtement] | |
| 16224 | ενδυμασία | [ἐνδυμασία] εν-δυ-μα-σί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): τα ρούχα που φορά κάποιος· ειδικότ. το σύνολο των συγκεκριμένων και τυποποιημένων ενδυμάτων που προορίζονται για ειδικές περιστάσεις: αθλητική/εθνική/επαγγελματική/επίσημη ~. Λαϊκή/παραδοσιακή/τοπική ~ (= στολή, φορεσιά). Προστατευτική ~ και γάντια. ~ των ανδρών (βλ. γραβάτα, κουστούμι)/των γυναικών (βλ. ταγιέρ, φόρεμα, φούστα)/των νέων. Πβ. αμφίεση, ιματ-, ρουχ-ισμός, ντύσιμο, περιβολή. Βλ. μόδα. ΣΥΝ. ένδυση [< μεσν. ενδυμασία, γαλλ. habillement] | |
| 16225 | ενδυματολογία | [ἐνδυματολογία] εν-δυ-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): η τέχνη του σχεδιασμού, της κατασκευής ή της επιλογής κουστουμιών για το θέατρο, τον κινηματογράφο ή την τηλεόραση: ~ και μακιγιάζ/σκηνογραφία/σχέδιο μόδας. Βλ. -λογία. [< γαλλ. art du costume] | |
| 16226 | ενδυματολογικός | , ή, ό [ἐνδυματολογικός] εν-δυ-μα-το-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ενδυματολογία ή με το ντύσιμο, την ενδυμασία: ~ή: συλλογή. Σκηνογραφική και ~ή επιμέλεια.|| ~ός: κώδικας. ~ό: αξεσουάρ/στιλ. ~ές: απόψεις/επιλογές/προτάσεις/προτιμήσεις. ● επίρρ.: ενδυματολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ενδυματολογικός κώδικας & κώδικας ενδυμασίας: ο τρόπος ντυσίματος κατά περίπτωση με βάση τους ισχύοντες κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς. [< αγγλ. dress code, 1961] | |
| 58728 | ενδυματολόγιο | [ἐνδυματολόγιο] εν-δυ-μα-το-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) {ενδυματολογί-ου} το σύνολο των ενδυμάτων 1. ΘΕΑΤΡ. που χρησιμοποιούνται σε μία παράσταση. 2. που παράγει βιοτεχνία ενδυμάτων ή οίκος μόδας. 3. που διαθέτει κάποιο άτομο. ΣΥΝ. γκαρνταρόμπα (2) | |
| 16227 | ενδυματολόγος | [ἐνδυματολόγος] εν-δυ-μα-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που έχει σπουδάσει ενδυματολογία και ασχολείται επαγγελματικά με αυτή: ~ θεάτρου. Βλ. καλλιτεχνικός διευθυντής, σκηνογράφος, σχεδιαστής, -λόγος. [< γαλλ. costumier] | |
| 16228 | ενδυναμώνω | [ἐνδυναμώνω] εν-δυ-να-μώ-νω ρ. (μτβ.) {ενδυνάμω-σα, -~εται, αρχαιοπρ. ενδυναμούται, θηκε, -μένος, ενδυναμών-οντας} 1. καθιστώ κάτι πιο δυνατό και ανθεκτικό: Η καλή διατροφή ~ει τον οργανισμό (= ενισχύει, τονώνει).|| Η εταιρεία ~σε την ηγετική της θέση. Η χώρα έχει ~θεί οικονομικά. Πβ. ισχυροποιώ.|| Η σχέση τους ~θηκε (από τους κοινούς αγώνες). Πβ. ατσαλώνω, χαλυβδώνω. ΣΥΝ. δυναμώνω (1) ΑΝΤ. αποδυναμώνω 2. (μτφ.) ενθαρρύνω: Η επιτυχία τούς ~σε. [< 1: μτγν. ἐνδυναμῶ, μεσν. ενδυναμώνω] | |
| 16229 | ενδυνάμωση | [ἐνδυνάμωση] εν-δυ-νά-μω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. ενίσχυση, ισχυροποίηση: μυϊκή (βλ. λάστιχο ~ης)/πνευματική/σωματική ~ (= τόνωση).|| Κοινωνική ~ της γυναίκας. ~ της δημοκρατίας (πβ. εδραίωση)/του διαλόγου/της ειρήνης (πβ. παγίωση)/της οικονομίας/της πίστης/των σχέσεων (πβ. σύσφιξη)/της τοπικής αυτοδιοίκησης. ~ του ομίλου μέσω συγχώνευσης. ΣΥΝ. δυνάμωμα ΑΝΤ. αποδυνάμωση 2. (μτφ.) ενθάρρυνση: ~ του ασθενή. Στήριξη και ~. [< μτγν. ἐνδυνάμωσις, γαλλ. renforcement] | |
| 16230 | ενδυναμωτικός | , ή, ό [ἐνδυναμωτικός] εν-δυ-να-μω-τι-κός επίθ. (λόγ.): που ενδυναμώνει: ρόφημα με ~ή δράση (=δυναμωτική, ενισχυτική, τονωτική).|| (μτφ.) ~ά: λόγια (= εμψυχωτικά, ενθαρρυντικά). ● επίρρ.: ενδυναμωτικά | |
| 16231 | ένδυση | [ἔνδυση] έν-δυ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ντύσιμο· συνεκδ. σύνολο ενδυμάτων, ως εμπορικών κυρ. προϊόντων: αθλητική/καλοκαιρινή ~. ~ του προσωπικού. Απαιτείται επίσημη ~. Πβ. αμφίεση, περιβολή. Βλ. περι~.|| (σπάν.) Η ~ του γαμπρού/της νύφης. ΑΝΤ. έκδυση.|| Ανδρική/γυναικεία ~. ~ και υπόδηση. Εταιρείες ~ης. ΣΥΝ. ρουχισμός. ΣΥΝ. ενδυμασία [< μτγν. ἔνδυσις] | |
| 16232 | ενδύω | [ἐνδύω] εν-δύ-ω ρ. (μτβ.) {ενέδυ-σε, ενδύ-σει, ενδεδυμένος} (λόγ.-συνήθ. μτφ.): ντύνω: ~ει με επιστημονικό κύρος τα λεγόμενά του (= περιβάλλει).|| (ειρων.) ~θηκε (= φόρεσε) τον μανδύα του μεταρρυθμιστή.|| (κυριολ.) Ενδεδυμένος την τήβεννο. [< αρχ. ἐνδύω] | |
| 16233 | ΕΝΕ | (η) 1. Ένωση Νοσηλευτών/-τριών Ελλάδος. 2. Ελληνική Νεφρολογική Εταιρεία. 3. Ελληνική Νομισματική Εταιρεία. | |
| 16234 | ενέγγυος | , α/ος, ο [ἐνέγγυος] ε-νέγ-γυ-ος επίθ. (λόγ.): που παρέχεται με εγγύηση· κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ενέγγυα πίστωση: ΟΙΚΟΝ. τρόπος πληρωμής εμπορικών συναλλαγών κατά τον οποίο η τράπεζα του εισαγωγέα (αγοραστή εμπορευμάτων) αναλαμβάνει την υποχρέωση να πληρώσει τον εξαγωγέα (πωλητή εμπορευμάτων), εφόσον αυτός τηρήσει τους όρους της πίστωσης και προσκομίσει τα απαιτούμενα έγγραφα που αποδεικνύουν ότι πραγματοποιήθηκε η συναλλαγή. [< γαλλ. crédit documentaire] | |
| 16235 | ενέδρα | [ἐνέδρα] ε-νέ-δρα ουσ. (θηλ.): παραμονή συνήθ. ένοπλης δύναμης σε καλά κρυμμένη θέση, με σκοπό την αιφνιδιαστική επίθεσή της σε διερχόμενο εχθρό ή θύμα· η ίδια η επίθεση: αιματηρή/δολοφονική ~ εναντίον/κατά του ... ~ θανάτου. Έπεσαν/σκοτώθηκαν σε ~ ανταρτών. Ξέφυγαν από την ~. Πβ. χωσιά. ΣΥΝ. καρτέρι (1) ● ΦΡ.: στήνω ενέδρα/καρτέρι/παγίδα βλ. στήνω [< αρχ. ἐνέδρα] | |
| 16236 | ενεδρεύω | [ἐνεδρεύω] ε-νε-δρεύ-ω ρ. (αμτβ.) {σπάν. ενέδρευ-σε, (λόγ. μτχ.) ενεδρεύων} (λόγ.): στήνω ενέδρα: ~ει για τη λεία του. ΣΥΝ. παραμονεύω, παραφυλάω ● ενεδρεύει (μτφ.): ελλοχεύει, καραδοκεί: Κοινωνία όπου ~ η βία/το μίσος. ~ ο κίνδυνος (= καιροφυλακτεί). [< αρχ. ἐνεδρεύω] | |
| 22991 | ενεδρευω | κα-ρα-ού-λι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): σκοπιά, φρουρά· συνεκδ. βίγλα, παρατηρητήριο. ● ΦΡ.: στήνω/φυλάω καραούλι: ενεδρεύω, παραμονεύω, παραφυλάω: Οι ληστές είχαν στήσει ~ (= ενέδρα/καρτέρι/παγίδα).|| (ειρων.) Φυλάω ~, μήπως και περάσει. [< τουρκ. karavul] | |
| 16237 | ενέδωσα | βλ. ενδίδω |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ