Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [17100-17120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16238ενείχεβλ. ενέχει
16239ένεκα[ἕνεκα] έ-νε-κα πρόθ. (+ γεν.) (λόγ.): εξαιτίας, λόγω: Αναγκάστηκαν να φύγουν ~ της εισβολής. ~ τούτου, είναι επιφυλακτικοί.|| (προφ.-ειρων.) Είπα να μην γκρινιάξω ~ της ημέρας (: λόγω της γιορτής).|| (λαϊκό) ~ η ανάγκη, βλέπετε. ~ που (= επειδή) της έχω αδυναμία, λέω να τη βοηθήσω. [< αρχ. ἕνεκα]
16240ένεκεν[ἕνεκεν] έ-νε-κεν πρόθ. (λόγ.): ένεκα· συνήθ. στη ● ΦΡ.: τιμής ένεκεν: σε ένδειξη τιμής, τιμητικά: βραβείο/έπαινος ~ ~. Του δόθηκε, ~ ~, η ελληνική ιθαγένεια. [< λατ. honoris causa/gratia] [< αρχ. ἕνεκεν]
16241ένεμα[ἔνεμα] έ-νε-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΟΙΚΟΔ. ρευστό μείγμα ανόργανων ή οργανικών ουσιών που εισάγεται σε ρωγμές τοίχων ή οδοστρωμάτων για την αποκατάστασή τους. Βλ. τσιμεντένεση. ΣΥΝ. ρευστοκονίαμα 2. ΙΑΤΡ. κλύσμα. [< 1: αγγλ. grout 2: μτγν. ἔνεμα]
16242ενενήκονταβλ. ενενήντα
16243ενενηκοντα- βλ. ενενηντα-
16244ενενηκοντούτης[ἐνενηκοντούτης] ε-νε-νη-κο-ντού-της επίθ./ουσ. {σπάν. θηλ. ενενηκοντούτις} (λόγ.): (για ηλικιωμένο) ενενηντάρης. [< μτγν. ἐνενηκοντούτης]
16245ενενηκοστός, ή, ό [ἐνενηκοστός] ε-νε-νη-κο-στός αριθμητ. τακτ. (σύμβ. 90ός, λατ. XC): που αντιπροσωπεύει τον αριθμό ενενήντα (90) σε μια ακολουθία ή σειρά: ~ή: επέτειος. ~ό: έτος. Στο ~ό λεπτό της αναμέτρησης (: στο τέλος του ποδοσφαιρικού αγώνα). Βλ. -οστός. ● Ουσ.: ενενηκοστό (το): καθένα από τα ενενήντα ίσα μέρη ενός συνόλου: το ένα ~ (: 1/90). [< μτγν. ἐνενηκοστός]
16246ενενήντα[ἐνενήντα] ε-νε-νή-ντα αριθμητ. απόλ. {άκλ.} & (λόγ.) ενενήκοντα 1. ο αριθμός 90, σύνολο 90 μονάδων: ~ διά/επί/πλην/συν τρία. ~ τοις εκατό (90%).|| (ως επίθ.) ~ ευρώ/θέσεις/χρόνια. 2. (προφ.) ενενηκοστός: σελίδα ~. ● Ουσ.: ενενήντα (το) 1. ο ακέραιος αριθμός 90, το σύμβολό του και οτιδήποτε τον φέρει ως διακριτικό του: από το ένα μέχρι το ~. Το κοντέρ έπιασε (το) ~ (: τα ~ χιλιόμετρα την ώρα).|| Μένει/νοσηλεύεται στο ~ (= στο νούμερο 90). Βλ. κόππα. 2. το 1990: η δεκαετία του ~ (: ’90). 3. (+ στα/τα) η ηλικία των ενενήντα περίπου ετών: Έκλεισε/πάτησε τα ~. [< μεσν. ενενήντα < αρχ. ἐνενήκοντα]
16247ενενηντα- & ενενηντά- & ενενηντ-& (λόγ.) ενενηκοντα-& ενενηκοντά-: α' συνθετικό κυρ. ουσιαστικών και επιθέτων∙ δηλώνει ότι αυτό που εκφράζει το β' συνθετικό είναι ίσο με ενενήντα στον αριθμό ή ότι το προσδιοριζόμενο είναι ενενήντα φορές μεγαλύτερο ή περισσότερο από άλλο: ενενηντα-ετία/~πλάσιος. Ενενηντά-χρονος. Ενενηντ-άρης.|| Ενενηντα-πλάσιος.
16248ενενηντάρηςβλ. -άρης, -άρα, -άρι, -άρης, -άρα, -άρικο, ενενηντα-
16249ενενηντάχρονος, η, ο βλ. ενενηντα-, -χρονος
16250ενεός, ή, ό [ἐνεός] ε-νε-ός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): άναυδος: Έμεινα ~. [< αρχ. ἐνεός]
16251ενεπίγραφος, η, ο [ἐνεπίγραφος] ε-νε-πί-γρα-φος επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. που φέρει επιγραφή: ~η: πλάκα/στήλη. ~α: αγγεία. Βλ. -γραφος. ΑΝΤ. ανεπίγραφος
16252ενεπλάκηβλ. εμπλέκω
16253ενέπλεξαβλ. εμπλέκω
16254ενέπνευσαβλ. εμπνέω
16255ενέργεια[ἐνέργεια] ε-νέρ-γει-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λογ.) -είας | -ών} 1. συγκεκριμένη δράση υποκειμένου ή φορέα για την επίτευξη ορισμένου σκοπού· κίνηση, πράξη: αυθαίρετη (= αυθαιρεσία)/επιθετική (= επίθεση)/εχθρική (: εισβολή)/πραξικοπηματική (= πραξικόπημα)/πολιτική/προκλητική/πρωτοφανής/τρομοκρατική ~. Υλοποίηση μιας ~ας. Αποσπασματικές/αποτελεσματικές/αποφασιστικές/άστοχες/διπλωματικές/καινοτόμες/κοινές/μεμονωμένες/λανθασμένες/νομικές/προπαρασκευαστικές/σπασμωδικές/συντονισμένες ~ες. ~ες ανάδειξης και προβολής/ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης (βλ. μέτρο, σχέδιο). Έγιναν όλες οι αναγκαίες/δυνατές/κατάλληλες ~ες. Κατόπιν ~ών μου. Έχουν προβεί/προχωρήσει στις απαραίτητες ~ες για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους. Βλ. αντ~, αυτ~, δι~. 2. ΦΥΣ. μέγεθος που εκφράζει το ποσό του έργου που απαιτείται για να μεταβεί ένα φυσικό σύστημα από μια αρχική σε μια τελική κατάσταση: ύλη και ~. ~ και ισχύς. Κατανάλωση ~ας. Αποθήκευση/απορρόφηση/απώλεια ~ας. Αρχή διατήρησης της ~ας. Οποιαδήποτε μεταβολή στη φύση απαιτεί ή απελευθερώνει ~. Βλ. βιο~, ραδι~, τηλ~, υδρο~. Βλ. τζάουλ.|| (με αναφορά στην ηλεκτρική ~) Αγορά/διαχείριση/εξοικονόμηση/κατανάλωση/παροχή ~ας.|| (ΟΙΚΟΛ., για τις ανανεώσιμες ή τις συμβατικές μορφές ~ας) Βιώσιμη/πράσινη/φτηνή ~. Ήπιες/καθαρές πηγές ~ας.|| Η ~ των τροφών υπολογίζεται σε θερμίδες. 3. ενεργητικότητα, ζωντάνια: Είναι γεμάτη ~. Η ~ά της είναι ανεξάντλητη. Διαθέτει μεγάλα αποθέματα ~ας. Πβ. δυναμισμός, ζωτικότητα, σφρίγος.|| Ανάλωσε πολλή ~ μέχρι να την πείσει (= έκανε πολύ κόπο). Το μέλι μάς χαρίζει ~. 4. επενέργεια, επίδραση, δραστικότητα: ανεπιθύμητη ~ φαρμάκου (= παρ~). Θεραπευτική ~ των ιαματικών νερών. Βλ. μετ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αρνητική/θετική ενέργεια: αίσθηση που αποπνέει κάποιος ή κάτι, προκαλώντας στους άλλους κακή ή καλή διάθεση: Βγάζει/εκπέμπει ~ ~. Πβ. αύρα.|| (νεαν. αργκό) Σας στέλνουμε (όλη) τη θετική μας ~ (: θερμές και ειλικρινείς ευχές)! [< γαλλ. énergie négative/positive] , ελεύθερη ενέργεια (συστήματος): ΦΥΣ. που είναι διαθέσιμη για την παραγωγή ωφέλιμου έργου (μέσω ορισμένων διεργασιών). Βλ. εντροπία. [< αγγλ. free energy] , αιολική ενέργεια βλ. αιολικός2, ανάκτηση ενέργειας βλ. ανάκτηση, ανανεώσιμες/εναλλακτικές πηγές/μορφές ενέργειας βλ. ανανεώσιμος, ατομική ενέργεια βλ. ατομικός, γεωθερμική ενέργεια βλ. γεωθερμικός, δυναμική ενέργεια βλ. δυναμικός, δυναμικό ενέργειας βλ. δυναμικό, εγκληματική ενέργεια βλ. εγκληματικός, ενέργεια ιονισμού βλ. ιονισμός, ζωτική/ζωική ενέργεια/δύναμη βλ. ζωτικός, ηλεκτρική ενέργεια βλ. ηλεκτρικός, ηλιακή ενέργεια βλ. ηλιακός, θερμική ενέργεια βλ. θερμικός, ισοκατανομή της ενέργειας βλ. ισοκατανομή, κινητική ενέργεια βλ. κινητικός, μηχανική ενέργεια βλ. μηχανικός, ποιόν ενεργείας βλ. ποιόν, πυρηνική ενέργεια βλ. πυρηνικός, σκοτεινή ενέργεια βλ. σκοτεινός, συμβατικές/μη ανανεώσιμες πηγές/μορφές ενέργειας βλ. συμβατικός, υδραυλική ενέργεια βλ. υδραυλικός, υδροηλεκτρική ενέργεια βλ. υδροηλεκτρικός, φωτεινή ενέργεια βλ. φωτεινός, χημική ενέργεια βλ. χημικός ● ΦΡ.: εν ενεργεία [ἐν ἐνεργείᾳ] (λόγ.) 1. σε ενεργό δράση: αξιωματικός/βουλευτής/εκπαιδευτικός ~ ~. ΑΝΤ. εν αποστρατεία, συνταξιούχος.|| ~ ~ ηφαίστειο. 2. ΦΙΛΟΣ. που έχει πραγματοποιηθεί: ~ ~ ικανότητες. Βλ. εντελέχεια. ΑΝΤ. εν δυνάμει [< γαλλ. en activité] , θέτω/βάζω σε ενέργεια: εφαρμόζω: Έβαλαν σε ~ το σχέδιό τους. Πρόγραμμα δράσης που τέθηκε σε ~. Πβ. βάζω μπροστά/μπρος, ενεργοποιώ. [< γαλλ. mettre en action] , προς ενέργεια & (λόγ.) προς ενέργειαν: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. για τη διεκπεραίωση, υλοποίηση (μιας εντολής, υποχρέωσης): αποδέκτες/προθεσμίες ~ ~. [< 1: αρχ. ἐνέργεια 2,3: γαλλ. énergie, αγγλ. energy 4: κατά τη σημ. 3 του ενεργώ]
16256ενεργειακός, ή, ό [ἐνεργειακός] ε-νερ-γει-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ενέργεια και τις μορφές της: ~ός: μετασχηματισμός/πλούτος (ενός τόπου). ~ή: αναβάθμιση (κτιρίων)/αυτοδυναμία (της χώρας)/εξοικονόμηση/επανάσταση (βλ. ανανεώσιμες/εναλλακτικές πηγές/μορφές ενέργειας)/κατανάλωση/πολιτική/τροφοδοσία/φτώχεια. ~ό: δυναμικό (: η διαθέσιμη ενέργεια περιοχής)/ισοζύγιο (: η ενέργεια που παράγεται και καταναλώνεται από ένα σύστημα ή μια χώρα)/πεδίο/πιστοποιητικό. ~οί: πόροι. ~ές: ανάγκες/δαπάνες. ~ά: αποθέματα. ~-βιοκλιματικός σχεδιασμός κτιρίων. ~ή και περιβαλλοντική τεχνολογία. ~ή αξιοποίηση απορριμμάτων (βλ. βιομάζα). Χώρα που αποτελεί ~ό δίαυλο (/κόμβο)/~ή δύναμη. Βλ. βιο~.|| ~ά: αναψυκτικά/ποτά (: που δίνουν ενέργεια).|| (ως ουσ.) Το ~ό (ενν. πρόβλημα). ● επίρρ.: ενεργειακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργειακές τροφές: που έχουν μεγάλα αποθέματα υδατανθράκων., ενεργειακή κλάση/σήμανση: κατηγορία (A έως G) στην οποία κατατάσσεται (βάση κοινοτικής οδηγίας) μια ηλεκτρική συσκευή ανάλογα με την ενέργεια που καταναλώνει: κλιματιστικό με ~ ~ Α (: χαμηλή κατανάλωση)., ενεργειακά φυτά/ενεργειακές καλλιέργειες βλ. φυτό, ενεργειακή απόδοση/αποδοτικότητα βλ. απόδοση, ενεργειακή ασφάλεια βλ. ασφάλεια, ενεργειακή βαθμονόμηση κτιρίου βλ. βαθμονόμηση, ενεργειακή επιθεώρηση βλ. επιθεώρηση, ενεργειακή κρίση βλ. κρίση, ενεργειακό αποτύπωμα βλ. αποτύπωμα, ενεργειακό μείγμα βλ. μείγμα, ενεργειακό ποτό βλ. ποτό, θερμιδική/ενεργειακή αξία βλ. θερμιδικός, θεωρία των ζωνών βλ. ζώνη, κυψέλη καυσίμου/ενεργειακή κυψέλη βλ. κυψέλη [< αγγλ. energy, γαλλ. énergétique]
16257ενεργειοβόρος, ος/α, ο βλ. ενεργοβόρος

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.