Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [17120-17140]

IDΛήμμαΕρμηνεία
16258ενέργημα[ἐνέργημα] ε-νέρ-γη-μα ουσ. (ουδ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): το αποτέλεσμα μιας ενέργειας: αισθητικό/διανοητικό/επικοινωνιακό/παιδαγωγικό ~. [< μτγν. ἐνέργημα ‘πράξη, δραστηριότητα’]
16259ενεργητικό[ἐνεργητικό] ε-νερ-γη-τι-κό ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. -ΛΟΓΙΣΤ. το σύνολο των οικονομικών αγαθών μιας επιχείρησης, τα περιουσιακά της στοιχεία: καθαρό/συνολικό/τοξικό/τρέχον ~. Διαθέσιμο (: χρήματα και καταθέσεις)/κυκλοφορούν (: γραμμάτια, ομόλογα, πρώτες ύλες)/πάγιο (: εξοπλισμός, κτίρια, μεταφορικά μέσα, οικόπεδα, πελατεία) ~. Αύξηση του ~ού. Η εταιρεία εμφάνισε/παρουσίασε ~ ... εκατομμυρίων ευρώ. Βλ. ισολογισμός. ΑΝΤ. παθητικό ● ΦΡ.: στο ενεργητικό του/της: στις επιδόσεις, στα κατορθώματά του: Έχει (εγγράψει) πολλές επιτυχίες/σημαντικά επιτεύγματα ~ ~. Πρόσθεσε μια ακόμη νίκη ~ ~. [< γαλλ. (avoir) à son actif] [< γαλλ. actif]
16260ενεργητικός, ή, ό [ἐνεργητικός] ε-νερ-γη-τι-κός επίθ. 1. (για πρόσ.) που του αρέσει να δρα, να αναπτύσσει δραστηριότητα, να συμμετέχει ενεργά· (για πράξη) που απαιτεί δράση ή γίνεται εκούσια και συνειδητά: ~οί: αναγνώστες/θεατές. ~ά: μέλη της κοινωνίας. Πβ. δραστήριος, δυναμικός.|| ~ός: ρόλος. ~ή: κινητοποίηση/παρέμβαση/πολιτική/συμμετοχή/συμπαράσταση/υποστήριξη. ~ά: μέτρα (απασχόλησης). (ως επικοινωνιακή δεξιότητα) ~ή: ακρόαση. (ΙΑΤΡ.) ~ή: ανοσία/ανοσοποίηση (: με παραγωγή αντισωμάτων από τον ίδιο τον οργανισμό). Πβ. ενεργός. ΑΝΤ. παθητικός (1) 2. ΟΙΚΟΝ. πλεονασματικός: ~ό: εμπορικό ισοζύγιο/κεφάλαιο. Πβ. πιστωτικός. Βλ. ενεργητικό. ΑΝΤ. ελλειμματικός (1), παθητικός (4) 3. (για βότανο, σκεύασμα, τροφή) που υποβοηθά την κένωση του εντέρου. Πβ. ευκοίλιος, καθαρτικός. 4. ΓΡΑΜΜ. που σχετίζεται με την ενεργητική φωνή ή διάθεση: ~οί: χρόνοι. ΑΝΤ. παθητικός (2) ● επίρρ.: ενεργητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργητικά στοιχεία: ΗΛΕΚΤΡ. αυτά που μπορούν να παρέχουν ενέργεια σε ένα κύκλωμα. Βλ. γεννήτρια, ενισχυτής, τρανζίστορ. ΑΝΤ. παθητικά στοιχεία, ενεργητικά/θερμικά ηλιακά συστήματα (ακρ. ΕΗΣ): ΤΕΧΝΟΛ. που συλλέγουν την ηλιακή ενέργεια, τη μετατρέπουν σε θερμότητα, την αποθηκεύουν και τη διανέμουν (ηλιακοί θερμοσίφωνες, φωτοβολταϊκά στοιχεία). Βλ. παθητικά ηλιακά συστήματα., ενεργητική διάθεση: ΓΡΑΜΜ. στην οποία ανήκουν ρήματα που δηλώνουν ότι το υποκείμενό τους ενεργεί, δρα και η ενέργεια μεταβιβάζεται κάπου αλλού (π.χ. δέχομαι, καταστρέφω). Βλ. μέση, ουδέτερη, παθητική διάθεση., ενεργητική φωνή: ΓΡΑΜΜ. κατηγορία στην οποία ανήκουν όλα τα ρήματα με κατάληξη -ω/-ώ στο α' ενικό πρόσωπο της οριστικής ενεστώτα (π.χ. αγαπώ, δένω). Βλ. παθητική φωνή., ενεργητικός (ομοφυλόφιλος): που έχει τον ρόλο του άντρα στο ομοφυλοφιλικό σεξ μεταξύ ανδρών. ΑΝΤ. παθητικός (ομοφυλόφιλος), ενεργητική ασφάλεια βλ. ασφάλεια, ενεργητική ευθανασία βλ. ευθανασία, ενεργητική/ενεργή/ενεργός μάθηση βλ. μάθηση, ενεργητική πυροπροστασία/πυρασφάλεια βλ. πυροπροστασία, ενεργητική/ενεργός μεταφορά βλ. μεταφορά, ενεργητικό κάπνισμα βλ. κάπνισμα, παθητική/ενεργητική αντίσταση βλ. αντίσταση [< αρχ. ἐνεργητικός, γαλλ. actif, αγγλ. active]
16261ενεργητικότητα[ἐνεργητικότητα] ε-νερ-γη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διάθεση και ικανότητα για δράση: ανεξάντλητη/αστείρευτη/μειωμένη/πνευματική ~. ~ και ευεξία. Γεμάτος δύναμη και ~. Αποθέματα ~ας. Κόπωση και απώλεια ~ας. Διοχετεύει όλη του την ~ στη δουλειά. Πβ. δραστηρι-, ζωτικ-ότητα, δυναμισμός, ζωντάνια, σφρίγος. ΣΥΝ. ενέργεια (3) ΑΝΤ. αδράνεια (1), παθητικότητα [< γαλλ. activité]
16262ενεργοβόρος, ος/α, ο [ἐνεργοβόρος] ε-νερ-γο-βό-ρος επίθ. & ενεργειοβόρος (επιστ.): που καταναλώνει πολλή ενέργεια: ~ος/~α: βιομηχανία/οικονομία. ~ο: αυτοκίνητο. ~ες: επιχειρήσεις/συσκευές. ~α: κτίρια. Βλ. ηλεκτρο-, υδρο-, χρονο-βόρος. [< αγγλ. energy consuming]
16263ενεργοπαθητικός[ἐνεργοπαθητικός] ε-νερ-γο-πα-θη-τι-κός επίθ. (για ομοφυλόφιλο): που έχει άλλοτε ενεργητικό και άλλοτε παθητικό ρόλο. Βλ. -παθητικός. [< αγγλ. versatile, 1960]
16264ενεργοποίηση[ἐνεργοποίηση] ε-νερ-γο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. το να τίθεται κάτι σε λειτουργία ή ισχύ: ~ του συστήματος (πυρόσβεσης). Κουμπί/οδηγίες ~ης συσκευής.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ γραμμής (ADSL)/κωδικού πρόσβασης/λογισμικού/σύνδεσης.|| ~ της ανάπτυξης (πβ. τροχοδρόμηση)/των δικαιωμάτων. ΑΝΤ. απενεργοποίηση (1). Βλ. επαν~. 2. (για πρόσ.) δραστηριοποίηση, κινητοποίηση: κοινωνική ~. ~ των νέων/πολιτών. Η εκδήλωση πέτυχε χάρη στην ~ όλων των φορέων. Πβ. συμμετοχή.|| ~ της μνήμης/σκέψης (των μαθητών). ΑΝΤ. αδράνεια (1) 3. ΦΥΣ. ΠΥΡ. μετατροπή στοιχείου σε ραδιενεργό με ακτινοβολία. 4. ΧΗΜ. αύξηση των ιδιοτήτων μιας ουσίας με χρήση καταλυτών, ακτινοβολίας ή με επεξεργασία σε υψηλή θερμοκρασία. Βλ. -ποίηση. ● ΣΥΜΠΛ.: νετρονική ενεργοποίηση βλ. νετρονικός [< αγγλ. activation, 3,4: γαλλ. ~, 1910]
16265ενεργοποιητής[ἐνεργοποιητής] ε-νερ-γο-ποι-η-τής ουσ. (αρσ.): φυσικός, τεχνητός ή χημικός μηχανισμός που μετατρέπει την ενέργεια που λαμβάνει συνήθ. σε μηχανική ή θερμική: (ΒΙΟΧ.) (ιστικός) ~ του πλασμινογόνου.|| (ΜΗΧΑΝΟΛ.-ΤΕΧΝΟΛ.) Ηλεκτρικοί ~ές (βλ. διεγέρτης). Βλ. καταστολέας. [< αγγλ. activator, actuator]
16266ενεργοποιώ[ἐνεργοποιῶ] ε-νερ-γο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ενεργοποι-είς ..., -ώντας | ενεργοποί-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} 1. θέτω σε λειτουργία ή ισχύ: ~ το κινητό (= ανοίγω). Έχει ~ηθεί ο λογαριασμός/η σύνδεση. ~ημένος: συναγερμός.|| ~ήθηκε ο νόμος περί ... Πβ. θέτω/βάζω σε ενέργεια. Βλ. επαν~. ΑΝΤ. απενεργοποιώ 2. (μτφ.) δραστηριοποιώ, κινητοποιώ: Η αισιοδοξία του μας ~εί και μας ενθαρρύνει. Ζητήθηκε να ~ηθεί άμεσα η Επιτροπή Ανταγωνισμού. ~ώντας τη μνήμη. Βλ. -ποιώ. [< αγγλ. activate, γαλλ. activer]
16267ενεργός, ή/ός, ό [ἐνεργός] ε-νερ-γός επίθ. ΑΝΤ. ανενεργός 1. που δραστηριοποιείται ή διεκπεραιώνεται δυναμικά: οικονομικά ~ πληθυσμός (= εργαζόμενοι). (ΦΑΡΜΑΚ.) ~ός: ουσία. Πβ. δρων.|| ~ός: διάλογος (: δυναμικός). Με την ~ή/~ό συμμετοχή/υποστήριξη του ... Αποχαιρέτησε την ~ό δράση/υπηρεσία. Πήρε ~ό μέρος στο κίνημα. Με ~ό τρόπο. Παραμένει ~ και δραστήριος. Πβ. ενεργητικός. Βλ. βιο~, παθητικός, ραδι~. 2. ενεργοποιημένος, σε λειτουργία: ~ός: εξοπλισμός. ~ό: ηχείο.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ό: παράθυρο. (σε φόρουμ) ~ά: θέματα (συζήτησης)/(κατ' επέκτ.) ~οί: χρήστες. (για ιμέιλ) Ο λογαριασμός μου δεν είναι πια ~. ● επίρρ.: ενεργά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργητική/ενεργός μεταφορά βλ. μεταφορά, ενεργό ηφαίστειο βλ. ηφαίστειο, ενεργοί πολίτες βλ. πολίτης, ενεργός άνθρακας βλ. άνθρακας, ενεργός γήρανση βλ. γήρανση, ενεργός διατομή βλ. διατομή, ενεργός ζήτηση βλ. ζήτηση, ενεργητική/ενεργή/ενεργός μάθηση βλ. μάθηση, ενεργός τιµή βλ. τιμή [< αρχ. ἐνεργός, γαλλ. actif, αγγλ. active]
16268ενεργότητα[ἐνεργότητα] ε-νερ-γό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (επιστ.) η ιδιότητα του ενεργού· δραστικότητα: (ΦΥΣ.) οπτική ~ (: για υλικό που, αλληλεπιδρώντας με το φως, στρέφει το επίπεδο πόλωσής του).|| (ΧΗΜ., ικανότητα ουσίας να αντιδρά χημικά) ~ νερού/φωσφατάσης. Συντελεστής ~ας.|| Σοβαρότητα και ~ νόσου. Σκευάσματα με υψηλή βιολογική ~ στα φυτά. Πβ. επενέργεια. Βλ. -ότητα. 2. ΦΥΣ. ΠΥΡ. ο αριθμός ραδιενεργών διασπάσεων ανά μονάδα χρόνου. Βλ. μπεκερέλ. 3. ΑΣΤΡΟΝ. ο ρυθμός της εκλυόμενης ενέργειας με μορφή ακτινοβολίας: ~ αστέρος. Βλ. φωτεινότητα. [< αγγλ. activity]
16269ενεργούμενο[ἐνεργούμενο] ε-νερ-γού-με-νο ουσ. (ουδ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): υποχείριο. [< μτγν. ἐνεργούμενος]
16270ενεργώ[ἐνεργῶ] ε-νερ-γώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ενεργ-είς ... | ενήργ-ησα κ. ενέργ-ησα, ενεργ-ήσω, -ούμαι, -ήθηκα, μτχ. -ών, -ώντας} (λόγ.) 1. δρω με συγκεκριμένο τρόπο, προβαίνω σε ενέργειες για να επιτευχθεί ορισμένο αποτέλεσμα, δραστηριοποιούμαι: ~ άμεσα/αυτοβούλως/αυτόνομα/δυναμικά/έγκαιρα/ελεύθερα/προσεκτικά/σωστά. ~εί παράλογα (πβ. συμπεριφέρομαι). ~εί εκ µέρους/κατ' εντολήν/για λογαριασμό κάποιου. ~εί μόνος του/προς το συμφέρον του ... ~ούν βάσει σχεδίου/κατά συνείδηση/με γνώμονα τη(ν) .../με δόλο/με σύνεση/σύμφωνα με τις διατάξεις ..../ως πληρεξούσιοι. Μη κυβερνητική οργάνωση που ~εί για την καταπολέμηση του ρατσισμού/την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων. ~ούντες από κοινού. Πβ. κινούμαι. Βλ. αδρανώ, αντ~, αυτ~. 2. (ως απολεξικοποιημένο ρ., επίσ.) διεξάγω, πραγματοποιώ κάτι, ακολουθώντας εντολές: ~εί την αλληλογραφία (= διεκπεραιώνει)/έλεγχο (= ελέγχει). Ο ταμίας ~εί πληρωμές και εισπράξεις (= πληρώνει και εισπράττει) για λογαριασμό της εταιρείας. Την προανάκριση ~ησε (= έκανε) το Τμήμα Ασφαλείας. ~ησε (= έπραξε) τα δέοντα. Πβ. δι~, εκ-, επι-τελώ. 3. {στο γ' πρόσ.} (για φάρμακο, ουσία) επιδρώ: Αν το παυσίπονο δεν ~ήσει, συμβουλευτείτε τον γιατρό σας.|| Ισχυρό καθαριστικό που ~εί ταχύτατα. Πβ. επενεργεί. 4. {στο γ' πρόσ.} (επίσ.) ισχύω: Η απόφαση ~εί αναδρομικά. ● Παθ.: ενεργούμαι (λόγ.): αφοδεύω: Δεν ~είται κανονικά (βλ. δυσκοιλιότητα). Πβ. αποπατώ, κάνω κακά, χέζω. [< 1,2,4: αρχ. ἐνεργῶ 3: μτγν. ~]
16271ένεση[ἔνεση] έ-νε-ση ουσ. (θηλ.) 1. έγχυση φαρμακευτικού υγρού στο σώμα με σύριγγα και βελόνα· συνεκδ. η ίδια η σύριγγα ή το αντίστοιχο θεραπευτικό σκεύασμα: ενδομυϊκή/ενδοφλέβια/ηρεμιστική/θανατηφόρα/τοπική/υποδόρια ~. Ενέσεις κορτιζόνης/μορφίνης/μπότοξ. Χορήγηση ενέσεων.|| Του πήρε την ~ από τα χέρια.|| Ατροπίνη σε ενέσεις. 2. (μτφ.) ενισχυτική παρέμβαση, παροχή βοήθειας: ψυχολογική ~. ~ αισιοδοξίας/αυτοπεποίθησης/ζωής/ρευστότητας. Πβ. συνδρομή. ● ΣΥΜΠΛ.: ενέσεις τσιμέντου: ΟΙΚΟΔ. τσιμεντενέσεις., ένεση ηθικού: (συνήθ. στον αθλητισμό) οτιδήποτε αποσκοπεί στην ενίσχυση της αυτοπεποίθησης παίκτη ή ομάδας., τονωτική ένεση (μτφ.): στήριξη με υλικά ή ψυχικά μέσα: ισχυρή ~ ~ για την αγορά/την οικονομία. ● ΦΡ.: βαράω/χτυπάω ενέσεις: (αργκό) βαριέμαι πάρα πολύ, περιέρχομαι σε απελπισία. [< 1: αρχ. ἔνεσις]
16272ενέσιμος, η/ος, ο [ἐνέσιμος] ε-νέ-σι-μος επίθ.: που χορηγείται, εισάγεται ή γίνεται με ένεση: (ΦΑΡΜΑΚ.-ΙΑΤΡ.) ~η: θεραπεία/ινσουλίνη. ~ο: διάλυμα. ~α: εμφυτεύματα. Φάρμακο σε ~η μορφή.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~η (εποξειδική) ρητίνη. [< αγγλ. injectable, γαλλ. ~, 1925]
16273ενεσοθεραπεία[ἐνεσοθεραπεία] ε-νε-σο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.) ΙΑΤΡ.-ΦΑΡΜΑΚ.: θεραπεία με ενέσεις. [< αγγλ. injection therapy]
16274ενεστώς, ώσα [ἐνεστώς] ε-νε-στώς επίθ. {ενεστ-ώτος | κυρ. στο θηλ.} (επίσ.): που αφορά το παρόν: Η ~ώσα (= παρούσα) κατάσταση δεν αφήνει περιθώρια για λάθη. ΣΥΝ. τωρινός ● ΣΥΜΠΛ.: το ενεστώς έτος (ε.έ.) {συνηθέστ. στη γεν.}: το παρόν, το τρέχον έτος: μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου του ~ώτος ~ους. [< αρχ. ἐνεστώς]
16276ενεστωτικός, ή, ό [ἐνεστωτικός] ε-νε-στω-τι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που σχετίζεται με τον ενεστώτα: ~ό: θέμα.|| (στην αρχ. ελλην. γλ.) ~ός: αναδιπλασιασμός.
16277ενετικός, ή, ό [ἑνετικός] ε-νε-τι-κός επίθ. & βενετικός & (λαϊκό) βενετσιάνικος, η, ο: ΙΣΤ. που σχετίζεται με τους Ενετούς: ~ό: κάστρο. [< μτγν. Ἑνετικός]
16278ενετοκρατία[ἐνετοκρατία] ε-νε-το-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Ε) & βενετοκρατία: ΙΣΤ. η κυριαρχία των Ενετών σε διάφορες περιοχές της Μεσογείου και κατ' επέκτ. η αντίστοιχη χρονική περίοδος: η ~ στα Επτάνησα/στην Κρήτη/στα νησιά του Αιγαίου. Βλ. -κρατία.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.