| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 16262 | ενεργοβόρος | , ος/α, ο [ἐνεργοβόρος] ε-νερ-γο-βό-ρος επίθ. & ενεργειοβόρος (επιστ.): που καταναλώνει πολλή ενέργεια: ~ος/~α: βιομηχανία/οικονομία. ~ο: αυτοκίνητο. ~ες: επιχειρήσεις/συσκευές. ~α: κτίρια. Βλ. ηλεκτρο-, υδρο-, χρονο-βόρος. [< αγγλ. energy consuming] | |
| 16263 | ενεργοπαθητικός | [ἐνεργοπαθητικός] ε-νερ-γο-πα-θη-τι-κός επίθ. (για ομοφυλόφιλο): που έχει άλλοτε ενεργητικό και άλλοτε παθητικό ρόλο. Βλ. -παθητικός. [< αγγλ. versatile, 1960] | |
| 16264 | ενεργοποίηση | [ἐνεργοποίηση] ε-νερ-γο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. το να τίθεται κάτι σε λειτουργία ή ισχύ: ~ του συστήματος (πυρόσβεσης). Κουμπί/οδηγίες ~ης συσκευής.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ γραμμής (ADSL)/κωδικού πρόσβασης/λογισμικού/σύνδεσης.|| ~ της ανάπτυξης (πβ. τροχοδρόμηση)/των δικαιωμάτων. ΑΝΤ. απενεργοποίηση (1). Βλ. επαν~. 2. (για πρόσ.) δραστηριοποίηση, κινητοποίηση: κοινωνική ~. ~ των νέων/πολιτών. Η εκδήλωση πέτυχε χάρη στην ~ όλων των φορέων. Πβ. συμμετοχή.|| ~ της μνήμης/σκέψης (των μαθητών). ΑΝΤ. αδράνεια (1) 3. ΦΥΣ. ΠΥΡ. μετατροπή στοιχείου σε ραδιενεργό με ακτινοβολία. 4. ΧΗΜ. αύξηση των ιδιοτήτων μιας ουσίας με χρήση καταλυτών, ακτινοβολίας ή με επεξεργασία σε υψηλή θερμοκρασία. Βλ. -ποίηση. ● ΣΥΜΠΛ.: νετρονική ενεργοποίηση βλ. νετρονικός [< αγγλ. activation, 3,4: γαλλ. ~, 1910] | |
| 16265 | ενεργοποιητής | [ἐνεργοποιητής] ε-νερ-γο-ποι-η-τής ουσ. (αρσ.): φυσικός, τεχνητός ή χημικός μηχανισμός που μετατρέπει την ενέργεια που λαμβάνει συνήθ. σε μηχανική ή θερμική: (ΒΙΟΧ.) (ιστικός) ~ του πλασμινογόνου.|| (ΜΗΧΑΝΟΛ.-ΤΕΧΝΟΛ.) Ηλεκτρικοί ~ές (βλ. διεγέρτης). Βλ. καταστολέας. [< αγγλ. activator, actuator] | |
| 16266 | ενεργοποιώ | [ἐνεργοποιῶ] ε-νερ-γο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ενεργοποι-είς ..., -ώντας | ενεργοποί-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} 1. θέτω σε λειτουργία ή ισχύ: ~ το κινητό (= ανοίγω). Έχει ~ηθεί ο λογαριασμός/η σύνδεση. ~ημένος: συναγερμός.|| ~ήθηκε ο νόμος περί ... Πβ. θέτω/βάζω σε ενέργεια. Βλ. επαν~. ΑΝΤ. απενεργοποιώ 2. (μτφ.) δραστηριοποιώ, κινητοποιώ: Η αισιοδοξία του μας ~εί και μας ενθαρρύνει. Ζητήθηκε να ~ηθεί άμεσα η Επιτροπή Ανταγωνισμού. ~ώντας τη μνήμη. Βλ. -ποιώ. [< αγγλ. activate, γαλλ. activer] | |
| 16267 | ενεργός | , ή/ός, ό [ἐνεργός] ε-νερ-γός επίθ. ΑΝΤ. ανενεργός 1. που δραστηριοποιείται ή διεκπεραιώνεται δυναμικά: οικονομικά ~ πληθυσμός (= εργαζόμενοι). (ΦΑΡΜΑΚ.) ~ός: ουσία. Πβ. δρων.|| ~ός: διάλογος (: δυναμικός). Με την ~ή/~ό συμμετοχή/υποστήριξη του ... Αποχαιρέτησε την ~ό δράση/υπηρεσία. Πήρε ~ό μέρος στο κίνημα. Με ~ό τρόπο. Παραμένει ~ και δραστήριος. Πβ. ενεργητικός. Βλ. βιο~, παθητικός, ραδι~. 2. ενεργοποιημένος, σε λειτουργία: ~ός: εξοπλισμός. ~ό: ηχείο.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ό: παράθυρο. (σε φόρουμ) ~ά: θέματα (συζήτησης)/(κατ' επέκτ.) ~οί: χρήστες. (για ιμέιλ) Ο λογαριασμός μου δεν είναι πια ~. ● επίρρ.: ενεργά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργητική/ενεργός μεταφορά βλ. μεταφορά, ενεργό ηφαίστειο βλ. ηφαίστειο, ενεργοί πολίτες βλ. πολίτης, ενεργός άνθρακας βλ. άνθρακας, ενεργός γήρανση βλ. γήρανση, ενεργός διατομή βλ. διατομή, ενεργός ζήτηση βλ. ζήτηση, ενεργητική/ενεργή/ενεργός μάθηση βλ. μάθηση, ενεργός τιµή βλ. τιμή [< αρχ. ἐνεργός, γαλλ. actif, αγγλ. active] | |
| 16268 | ενεργότητα | [ἐνεργότητα] ε-νερ-γό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (επιστ.) η ιδιότητα του ενεργού· δραστικότητα: (ΦΥΣ.) οπτική ~ (: για υλικό που, αλληλεπιδρώντας με το φως, στρέφει το επίπεδο πόλωσής του).|| (ΧΗΜ., ικανότητα ουσίας να αντιδρά χημικά) ~ νερού/φωσφατάσης. Συντελεστής ~ας.|| Σοβαρότητα και ~ νόσου. Σκευάσματα με υψηλή βιολογική ~ στα φυτά. Πβ. επενέργεια. Βλ. -ότητα. 2. ΦΥΣ. ΠΥΡ. ο αριθμός ραδιενεργών διασπάσεων ανά μονάδα χρόνου. Βλ. μπεκερέλ. 3. ΑΣΤΡΟΝ. ο ρυθμός της εκλυόμενης ενέργειας με μορφή ακτινοβολίας: ~ αστέρος. Βλ. φωτεινότητα. [< αγγλ. activity] | |
| 16269 | ενεργούμενο | [ἐνεργούμενο] ε-νερ-γού-με-νο ουσ. (ουδ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): υποχείριο. [< μτγν. ἐνεργούμενος] | |
| 16270 | ενεργώ | [ἐνεργῶ] ε-νερ-γώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ενεργ-είς ... | ενήργ-ησα κ. ενέργ-ησα, ενεργ-ήσω, -ούμαι, -ήθηκα, μτχ. -ών, -ώντας} (λόγ.) 1. δρω με συγκεκριμένο τρόπο, προβαίνω σε ενέργειες για να επιτευχθεί ορισμένο αποτέλεσμα, δραστηριοποιούμαι: ~ άμεσα/αυτοβούλως/αυτόνομα/δυναμικά/έγκαιρα/ελεύθερα/προσεκτικά/σωστά. ~εί παράλογα (πβ. συμπεριφέρομαι). ~εί εκ µέρους/κατ' εντολήν/για λογαριασμό κάποιου. ~εί μόνος του/προς το συμφέρον του ... ~ούν βάσει σχεδίου/κατά συνείδηση/με γνώμονα τη(ν) .../με δόλο/με σύνεση/σύμφωνα με τις διατάξεις ..../ως πληρεξούσιοι. Μη κυβερνητική οργάνωση που ~εί για την καταπολέμηση του ρατσισμού/την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων. ~ούντες από κοινού. Πβ. κινούμαι. Βλ. αδρανώ, αντ~, αυτ~. 2. (ως απολεξικοποιημένο ρ., επίσ.) διεξάγω, πραγματοποιώ κάτι, ακολουθώντας εντολές: ~εί την αλληλογραφία (= διεκπεραιώνει)/έλεγχο (= ελέγχει). Ο ταμίας ~εί πληρωμές και εισπράξεις (= πληρώνει και εισπράττει) για λογαριασμό της εταιρείας. Την προανάκριση ~ησε (= έκανε) το Τμήμα Ασφαλείας. ~ησε (= έπραξε) τα δέοντα. Πβ. δι~, εκ-, επι-τελώ. 3. {στο γ' πρόσ.} (για φάρμακο, ουσία) επιδρώ: Αν το παυσίπονο δεν ~ήσει, συμβουλευτείτε τον γιατρό σας.|| Ισχυρό καθαριστικό που ~εί ταχύτατα. Πβ. επενεργεί. 4. {στο γ' πρόσ.} (επίσ.) ισχύω: Η απόφαση ~εί αναδρομικά. ● Παθ.: ενεργούμαι (λόγ.): αφοδεύω: Δεν ~είται κανονικά (βλ. δυσκοιλιότητα). Πβ. αποπατώ, κάνω κακά, χέζω. [< 1,2,4: αρχ. ἐνεργῶ 3: μτγν. ~] | |
| 16271 | ένεση | [ἔνεση] έ-νε-ση ουσ. (θηλ.) 1. έγχυση φαρμακευτικού υγρού στο σώμα με σύριγγα και βελόνα· συνεκδ. η ίδια η σύριγγα ή το αντίστοιχο θεραπευτικό σκεύασμα: ενδομυϊκή/ενδοφλέβια/ηρεμιστική/θανατηφόρα/τοπική/υποδόρια ~. Ενέσεις κορτιζόνης/μορφίνης/μπότοξ. Χορήγηση ενέσεων.|| Του πήρε την ~ από τα χέρια.|| Ατροπίνη σε ενέσεις. 2. (μτφ.) ενισχυτική παρέμβαση, παροχή βοήθειας: ψυχολογική ~. ~ αισιοδοξίας/αυτοπεποίθησης/ζωής/ρευστότητας. Πβ. συνδρομή. ● ΣΥΜΠΛ.: ενέσεις τσιμέντου: ΟΙΚΟΔ. τσιμεντενέσεις., ένεση ηθικού: (συνήθ. στον αθλητισμό) οτιδήποτε αποσκοπεί στην ενίσχυση της αυτοπεποίθησης παίκτη ή ομάδας., τονωτική ένεση (μτφ.): στήριξη με υλικά ή ψυχικά μέσα: ισχυρή ~ ~ για την αγορά/την οικονομία. ● ΦΡ.: βαράω/χτυπάω ενέσεις: (αργκό) βαριέμαι πάρα πολύ, περιέρχομαι σε απελπισία. [< 1: αρχ. ἔνεσις] | |
| 16272 | ενέσιμος | , η/ος, ο [ἐνέσιμος] ε-νέ-σι-μος επίθ.: που χορηγείται, εισάγεται ή γίνεται με ένεση: (ΦΑΡΜΑΚ.-ΙΑΤΡ.) ~η: θεραπεία/ινσουλίνη. ~ο: διάλυμα. ~α: εμφυτεύματα. Φάρμακο σε ~η μορφή.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~η (εποξειδική) ρητίνη. [< αγγλ. injectable, γαλλ. ~, 1925] | |
| 16273 | ενεσοθεραπεία | [ἐνεσοθεραπεία] ε-νε-σο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.) ΙΑΤΡ.-ΦΑΡΜΑΚ.: θεραπεία με ενέσεις. [< αγγλ. injection therapy] | |
| 16274 | ενεστώς | , ώσα [ἐνεστώς] ε-νε-στώς επίθ. {ενεστ-ώτος | κυρ. στο θηλ.} (επίσ.): που αφορά το παρόν: Η ~ώσα (= παρούσα) κατάσταση δεν αφήνει περιθώρια για λάθη. ΣΥΝ. τωρινός ● ΣΥΜΠΛ.: το ενεστώς έτος (ε.έ.) {συνηθέστ. στη γεν.}: το παρόν, το τρέχον έτος: μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου του ~ώτος ~ους. [< αρχ. ἐνεστώς] | |
| 16275 | ενεστώτας | [ἐνεστώτας] ε-νε-στώ-τας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) ενεστώς: ΓΡΑΜΜ. ρηματικός χρόνος για τη δήλωση μιας πράξης που λαμβάνει χώρα στο παρόν, επαναλαμβανόμενα ή εξακολουθητικά· συνεκδ. κάθε ρηματικός τύπος σε αυτόν τον χρόνο. Βλ. αρκτικοί χρόνοι. ● ΣΥΜΠΛ.: ιστορικός ενεστώτας: που χρησιμοποιείται στην αφήγηση αντί για παρελθοντικό χρόνο: π.χ. Και λέω τότε στον Κώστα (: αντί είπα). [< μτγν. ἐνεστώς] | |
| 16276 | ενεστωτικός | , ή, ό [ἐνεστωτικός] ε-νε-στω-τι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που σχετίζεται με τον ενεστώτα: ~ό: θέμα.|| (στην αρχ. ελλην. γλ.) ~ός: αναδιπλασιασμός. | |
| 16277 | ενετικός | , ή, ό [ἑνετικός] ε-νε-τι-κός επίθ. & βενετικός & (λαϊκό) βενετσιάνικος, η, ο: ΙΣΤ. που σχετίζεται με τους Ενετούς: ~ό: κάστρο. [< μτγν. Ἑνετικός] | |
| 16278 | ενετοκρατία | [ἐνετοκρατία] ε-νε-το-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Ε) & βενετοκρατία: ΙΣΤ. η κυριαρχία των Ενετών σε διάφορες περιοχές της Μεσογείου και κατ' επέκτ. η αντίστοιχη χρονική περίοδος: η ~ στα Επτάνησα/στην Κρήτη/στα νησιά του Αιγαίου. Βλ. -κρατία. | |
| 16279 | ενετοκρατούμενος | , η, ο [ἑνετοκρατούμενος] ε-νε-το-κρα-τού-με-νος επίθ.: ΙΣΤ. (για χώρα ή λαό) που βρισκόταν υπό ενετική κυριαρχία: ~η: περιοχή. Βλ. -κρατούμενος. | |
| 16280 | ενέχει | [ἐνέχει] ε-νέ-χει ρ. (μτβ.) {παρατ. κ. αόρ. ενείχε, (λόγ.) μτχ. -ων, -ουσα, -ον} (απαιτ. λεξιλόγ.): εμπεριέχει, υποκρύπτει: Ο υπερβολικός δανεισμός ~ κινδύνους (= εγκυμονεί). ~ τη δυνατότητα να … Εγχείρημα που ενείχε μεγάλο βαθμό δυσκολίας/οικονομικό ρίσκο. (ΝΟΜ.) Μνεία ~ουσα απλή εντολή. Πβ. κρύβει. ● Παθ.: ενέχομαι {συνήθ. στο γ' πρόσ., μτχ. -όμενος} (+ σε) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): εμπλέκομαι, αναμειγνύομαι σε κάτι: ~εται (άμεσα/προσωπικά) σε παράνομες εγκληματικές ενέργειες/συναλλαγές. Πόσα άτομα ~ονται στο σκάνδαλο/στην υπόθεση (= είναι μπλεγμένα); (Διώκονται ως) ~όμενοι σε σοβαρά αδικήματα. [< αρχ. ἐνέχω ‘κρατώ μέσα, διατηρώ’] | |
| 16281 | ενεχυριάζω | [ἐνεχυριάζω] ε-νε-χυ-ρι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {ενεχυρία-σα, -στηκε, -σμένος}: ΝΟΜ. βάζω ενέχυρο: Η εταιρεία ~σε τις μετοχές της. Βλ. εκχωρώ. [< μτγν. ἐνεχυριάζω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ