| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 16282 | ενεχυρίαση | [ἐνεχυρίαση] ε-νε-χυ-ρί-α-ση ουσ. (θηλ.) & ενεχύραση & (σπάν.) ενεχυριασμός (ο): ΝΟΜ. η ενέργεια του ενεχυριάζω: ~ μετοχών/τίτλων. Σύμβαση ~ης. Βλ. εκχώρηση. [< μτγν. ἐνεχυρίασις] | |
| 16283 | ενέχυρο | [ἐνέχυρο] ε-νέ-χυ-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ύρου}: ΝΟΜ. παραχώρηση κινητού πράγματος ή αξίας από τον δανειζόμενο στον δανειστή ως εγγύηση για την εξασφάλιση δανείου· συνεκδ. αυτό το οποίο παραχωρείται ή το αντίστοιχο εμπράγματο δικαίωμα: πλασματικό ~ (: ~ σε κινητά χωρίς την παράδοσή τους). ~ σε εμπορεύματα/επί μετοχών/στην τράπεζα. Άρση (του) ~ύρου. Άφησε/έβαλε/έδωσε τα κοσμήματά της (για/ως) ~. ΣΥΝ. αμανάτι (2) [< αρχ. ἐνέχυρον] | |
| 16284 | ενεχυρόγραφο | [ἐνεχυρόγραφο] ε-νε-χυ-ρό-γρα-φο ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. έγγραφο που πιστοποιεί την ενεχυρίαση. Βλ. αποθετήριο. | |
| 16285 | ενεχυροδανειστήριο | [ἐνεχυροδανειστήριο] ε-νε-χυ-ρο-δα-νει-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): πιστωτικός οργανισμός ή γραφείο που παρέχει δάνεια με ενέχυρο. Βλ. -τήριο. [< γερμ. Pfandleihanstalt] | |
| 16286 | ενεχυροδανειστής | [ἐνεχυροδανειστής] ε-νε-χυ-ρο-δα-νει-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που παρέχει δάνεια με ενέχυρο. [< γερμ. Pfandleiher] | |
| 16287 | ενέχυσε | βλ. εγχέω | |
| 16288 | ενέχω | βλ. ενέχει | |
| 16289 | ενζενί | [ἐνζενί] εν-ζε-νί ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: (στο θέατρο και τον κινηματογράφο) νεαρή ηθοποιός που υποδύεται την αθώα, καλοσυνάτη και αφελή κοπέλα. Βλ. ζεν πρεμιέ, ντίβα. [< γαλλ. ingénue] | |
| 16290 | ενζυμικός | , ή, ό [ἐνζυμικός] εν-ζυ-μι-κός επίθ. & ενζυματικός: ΒΙΟΧ. που σχετίζεται με τα ένζυμα: ~ή: αντίδραση/βιοτεχνολογία/δράση/υδρόλυση. ~ά: κύτταρα. [< αγγλ. enzymic, enzymatic, 1900, γαλλ. enzymatique, 1903] | |
| 16291 | ένζυμο | [ἔνζυμο] έν-ζυ-μο ουσ. (ουδ.) {ενζύμ-ου}: ΒΙΟΧ. πρωτεΐνη που μπορεί να επιταχύνει ως καταλύτης χημικές αντιδράσεις στον οργανισμό: αντιοξειδωτικά/διατροφικά/ηπατικά/παγκρεατικά/πεπτικά (βλ. θρυψ-, πεψ-ίνη)/υδρολυτικά ~α. Βλ. απο~, ζύμωση, ισο~, μεταλλο~, ολο~, προ~, συν~. ● ΣΥΜΠΛ.: επιδιορθωτικά ένζυμα βλ. επιδιορθωτικός [< γερμ. Enzym, αγγλ.-γαλλ. enzyme] | |
| 16292 | ενζυμολογία | [ἐνζυμολογία] εν-ζυ-μο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Ε): ΒΙΟΧ. κλάδος που μελετά τη δομή, τις ιδιότητες και τον ρόλο των ενζύμων: γεωπονική/εφαρμοσμένη/μοριακή ~. ~ τροφίμων. Χημεία πρωτεϊνών-~. Βλ. -λογία. [< γαλλ. enzymologie, αγγλ. enzymology, περ. 1900] | |
| 16293 | ένζυμος | , η, ο [ἔνζυμος] έν-ζυ-μος επίθ. (σπάν.-λόγ.): (για ψωμί) που ζυμώθηκε, παρασκευάστηκε με μαγιά ή προζύμι: ~ος: άρτος. ΑΝΤ. άζυμος [< μεσν. ένζυμος] | |
| 16294 | ενζωοτικός | , ή, ό [ἐνζῳοτικός] εν-ζω-ο-τι-κός επίθ.: ΚΤΗΝ. που σχετίζεται με λοιμώδες νόσημα το οποίο προσβάλλει ένα ή περισσότερα είδη ζώων συγκεκριμένης περιοχής: ~ή: εγκεφαλομυελίτιδα/λεύκωση (βοοειδών)/πνευµονία (των χοίρων). [< γαλλ. enzootique, αγγλ. enzootic] | |
| 16295 | ενήβωση | [ἐνήβωση] ε-νή-βω-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. έναρξη της ήβης, κυρ. της αναπαραγωγικής λειτουργίας. Πβ. εφηβεία. | |
| 16296 | ενήγαγα | βλ. ενάγω | |
| 16297 | ενήλικας | βλ. ενήλικος | |
| 16298 | ενηλικιότητα | [ἐνηλικιότητα] ε-νη-λι-κι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) & ενηλικότητα (επίσ.): η ιδιότητα του ενηλίκου. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. ανηλικότητα [< μεσν. ενηλικιότης, γαλλ. majorité] | |
| 16299 | ενηλικιώνομαι | [ἐνηλικιώνομαι] ε-νη-λι-κι-ώ-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {ενηλικιώ-θηκα, -θεί, -μένος} 1. (για πρόσ.) γίνομαι ενήλικος· κατ' επέκτ. ωριμάζω βιολογικά, πνευματικά, ψυχικά: Πρέπει να ~θείς πρώτα (= να γίνεις 18 χρονών), για να πάρεις δίπλωμα οδήγησης.|| ~θηκε απότομα/πρόωρα. ~θηκαν μέσα στις κακουχίες. Πβ. μεγαλώνω. 2. {στο γ' πρόσ.} (μτφ., για κάτι άψυχο ή αφηρημένο) περνώ σε φάση ωριμότητας: Ο αγροτουρισμός/το ίντερνετ ~εται. [< μεσν. ενηλικώνομαι] | |
| 16300 | ενηλικίωση | [ἐνηλικίωση] ε-νη-λι-κί-ω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ενηλικιώνομαι: ~ του εφήβου. Από την παιδικότητα στην ~. Βρίσκονται στο στάδιο της ~ης.|| ~ ζώων.|| (μτφ.) Η ~ ενός κινήματος. Πβ. ωρίμανση. [< μεσν. ενηλικίωσις] | |
| 33560 | Ενήλικος | , ή, ό νε-α-νι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τους νέους ή αποτελεί γνώρισμά τους: ~ός: πληθυσμός/(σακχαρώδης) διαβήτης. ~ή: ανεργία/αργκό/εκπομπή/λογοτεχνία/ομάδα/παραβατικότητα/παρέα. ~ό: κοινό/περιοδικό/συγκρότημα/φεστιβάλ. Η ~ή ηλικία (= νεότητα, νιάτα, νιότη).|| ~ός: αυθορμητισμός/ενθουσιασμός/έρωτας. ~ή: αμφισβήτηση/απερισκεψία/επιπολαιότητα/κουλτούρα. ~ό: ντύσιμο/ύφος/χαμόγελο. ~ές: τρέλες. Βλ. εφηβ-, παιδ-ικός. ΑΝΤ. γεροντικός 2. που διαθέτει τα χαρακτηριστικά της νεότητας (αισιοδοξία, ζωντάνια, ενεργητικότητα, σφριγηλότητα), ανεξάρτητα από την πραγματική του ηλικία: ~ός: τρόπος έκφρασης/χαρακτήρας. ~ή: εμφάνιση/ορμή/όψη/σκέψη/ψυχή. ~ό: στιλ. Πβ. ζωηρός, ζωντανός.|| ~ή: επιδερμίδα (= δροσερή, λαμπερή, φρέσκια). ~ό: σώμα (= σφριγηλό). ΑΝΤ. γερασμένος (1), γέρικος (1) 3. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. (για κύτταρο ή οργανισμό) που βρίσκεται σε ενδιάμεσο στάδιο μεταξύ ώριμων και άωρων μορφών. Βλ. ενήλικος. ● επίρρ.: νεανικά: Ντύνεται ~. ● ΣΥΜΠΛ.: Θυρίδα Νεανικής Επιχειρηματικότητας βλ. θυρίδα [< 1, 2: αρχ. νεανικός, γαλλ. juvénile] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ