| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 16279 | ενετοκρατούμενος | , η, ο [ἑνετοκρατούμενος] ε-νε-το-κρα-τού-με-νος επίθ.: ΙΣΤ. (για χώρα ή λαό) που βρισκόταν υπό ενετική κυριαρχία: ~η: περιοχή. Βλ. -κρατούμενος. | |
| 16280 | ενέχει | [ἐνέχει] ε-νέ-χει ρ. (μτβ.) {παρατ. κ. αόρ. ενείχε, (λόγ.) μτχ. -ων, -ουσα, -ον} (απαιτ. λεξιλόγ.): εμπεριέχει, υποκρύπτει: Ο υπερβολικός δανεισμός ~ κινδύνους (= εγκυμονεί). ~ τη δυνατότητα να … Εγχείρημα που ενείχε μεγάλο βαθμό δυσκολίας/οικονομικό ρίσκο. (ΝΟΜ.) Μνεία ~ουσα απλή εντολή. Πβ. κρύβει. ● Παθ.: ενέχομαι {συνήθ. στο γ' πρόσ., μτχ. -όμενος} (+ σε) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): εμπλέκομαι, αναμειγνύομαι σε κάτι: ~εται (άμεσα/προσωπικά) σε παράνομες εγκληματικές ενέργειες/συναλλαγές. Πόσα άτομα ~ονται στο σκάνδαλο/στην υπόθεση (= είναι μπλεγμένα); (Διώκονται ως) ~όμενοι σε σοβαρά αδικήματα. [< αρχ. ἐνέχω ‘κρατώ μέσα, διατηρώ’] | |
| 16281 | ενεχυριάζω | [ἐνεχυριάζω] ε-νε-χυ-ρι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {ενεχυρία-σα, -στηκε, -σμένος}: ΝΟΜ. βάζω ενέχυρο: Η εταιρεία ~σε τις μετοχές της. Βλ. εκχωρώ. [< μτγν. ἐνεχυριάζω] | |
| 16282 | ενεχυρίαση | [ἐνεχυρίαση] ε-νε-χυ-ρί-α-ση ουσ. (θηλ.) & ενεχύραση & (σπάν.) ενεχυριασμός (ο): ΝΟΜ. η ενέργεια του ενεχυριάζω: ~ μετοχών/τίτλων. Σύμβαση ~ης. Βλ. εκχώρηση. [< μτγν. ἐνεχυρίασις] | |
| 16283 | ενέχυρο | [ἐνέχυρο] ε-νέ-χυ-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ύρου}: ΝΟΜ. παραχώρηση κινητού πράγματος ή αξίας από τον δανειζόμενο στον δανειστή ως εγγύηση για την εξασφάλιση δανείου· συνεκδ. αυτό το οποίο παραχωρείται ή το αντίστοιχο εμπράγματο δικαίωμα: πλασματικό ~ (: ~ σε κινητά χωρίς την παράδοσή τους). ~ σε εμπορεύματα/επί μετοχών/στην τράπεζα. Άρση (του) ~ύρου. Άφησε/έβαλε/έδωσε τα κοσμήματά της (για/ως) ~. ΣΥΝ. αμανάτι (2) [< αρχ. ἐνέχυρον] | |
| 16284 | ενεχυρόγραφο | [ἐνεχυρόγραφο] ε-νε-χυ-ρό-γρα-φο ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. έγγραφο που πιστοποιεί την ενεχυρίαση. Βλ. αποθετήριο. | |
| 16285 | ενεχυροδανειστήριο | [ἐνεχυροδανειστήριο] ε-νε-χυ-ρο-δα-νει-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): πιστωτικός οργανισμός ή γραφείο που παρέχει δάνεια με ενέχυρο. Βλ. -τήριο. [< γερμ. Pfandleihanstalt] | |
| 16286 | ενεχυροδανειστής | [ἐνεχυροδανειστής] ε-νε-χυ-ρο-δα-νει-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που παρέχει δάνεια με ενέχυρο. [< γερμ. Pfandleiher] | |
| 16287 | ενέχυσε | βλ. εγχέω | |
| 16288 | ενέχω | βλ. ενέχει | |
| 16289 | ενζενί | [ἐνζενί] εν-ζε-νί ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: (στο θέατρο και τον κινηματογράφο) νεαρή ηθοποιός που υποδύεται την αθώα, καλοσυνάτη και αφελή κοπέλα. Βλ. ζεν πρεμιέ, ντίβα. [< γαλλ. ingénue] | |
| 16290 | ενζυμικός | , ή, ό [ἐνζυμικός] εν-ζυ-μι-κός επίθ. & ενζυματικός: ΒΙΟΧ. που σχετίζεται με τα ένζυμα: ~ή: αντίδραση/βιοτεχνολογία/δράση/υδρόλυση. ~ά: κύτταρα. [< αγγλ. enzymic, enzymatic, 1900, γαλλ. enzymatique, 1903] | |
| 16291 | ένζυμο | [ἔνζυμο] έν-ζυ-μο ουσ. (ουδ.) {ενζύμ-ου}: ΒΙΟΧ. πρωτεΐνη που μπορεί να επιταχύνει ως καταλύτης χημικές αντιδράσεις στον οργανισμό: αντιοξειδωτικά/διατροφικά/ηπατικά/παγκρεατικά/πεπτικά (βλ. θρυψ-, πεψ-ίνη)/υδρολυτικά ~α. Βλ. απο~, ζύμωση, ισο~, μεταλλο~, ολο~, προ~, συν~. ● ΣΥΜΠΛ.: επιδιορθωτικά ένζυμα βλ. επιδιορθωτικός [< γερμ. Enzym, αγγλ.-γαλλ. enzyme] | |
| 16292 | ενζυμολογία | [ἐνζυμολογία] εν-ζυ-μο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Ε): ΒΙΟΧ. κλάδος που μελετά τη δομή, τις ιδιότητες και τον ρόλο των ενζύμων: γεωπονική/εφαρμοσμένη/μοριακή ~. ~ τροφίμων. Χημεία πρωτεϊνών-~. Βλ. -λογία. [< γαλλ. enzymologie, αγγλ. enzymology, περ. 1900] | |
| 16293 | ένζυμος | , η, ο [ἔνζυμος] έν-ζυ-μος επίθ. (σπάν.-λόγ.): (για ψωμί) που ζυμώθηκε, παρασκευάστηκε με μαγιά ή προζύμι: ~ος: άρτος. ΑΝΤ. άζυμος [< μεσν. ένζυμος] | |
| 16294 | ενζωοτικός | , ή, ό [ἐνζῳοτικός] εν-ζω-ο-τι-κός επίθ.: ΚΤΗΝ. που σχετίζεται με λοιμώδες νόσημα το οποίο προσβάλλει ένα ή περισσότερα είδη ζώων συγκεκριμένης περιοχής: ~ή: εγκεφαλομυελίτιδα/λεύκωση (βοοειδών)/πνευµονία (των χοίρων). [< γαλλ. enzootique, αγγλ. enzootic] | |
| 16295 | ενήβωση | [ἐνήβωση] ε-νή-βω-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. έναρξη της ήβης, κυρ. της αναπαραγωγικής λειτουργίας. Πβ. εφηβεία. | |
| 16296 | ενήγαγα | βλ. ενάγω | |
| 16297 | ενήλικας | βλ. ενήλικος | |
| 16298 | ενηλικιότητα | [ἐνηλικιότητα] ε-νη-λι-κι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) & ενηλικότητα (επίσ.): η ιδιότητα του ενηλίκου. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. ανηλικότητα [< μεσν. ενηλικιότης, γαλλ. majorité] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ